«Θα τον γυρίσουμε τον ήλιο…»

Γράφει ο Κώστας Παρδάλης

Με την εκλογή της αριστεράς στις 25 του Γενάρη, κάπου φάνηκε αμυδρά ένα δροσερό μελτεμάκι μαζί με μια ανάσα αισιοδοξίας και μια απελπισμένη αχτίδα ταπεινωμένου ήλιου, άρχισε να κρυφοχαμογελάει και να δίνει στις ψυχές μας μια σκουντιά προς τα μπρος λέγοντας μας « θα τον μεθύσουμε τον ήλιο… Σίγουρα ναι… Θα τον τρελάνουμε τον ήλιο. Σίγουρα Ναι… Με το νταούλι και με τον ζουρνά. Καλημέρα ήλιε. Καλημέρα…»
Και αυτός βλέποντας τα χαμόγελα, τις υποσχέσεις και τα ίσως, ξεγελάστηκε.
Αν και ταπεινωμένος, άνοιξε διάπλατα τις μισοσβησμένες απ’ το προηγούμενο σκοτάδι αχτίδες του, τις ξαναέβαψε χρυσογάλανες, φόρεσε την καινούργια ελπιδοφόρα προσωπικότητα του, φανέρωσε την ομορφιά του μισοπληγωμένου βεργίνειου σώματος του, μας έστειλε μια ανάσα γλυκιάς θαλπωρής, και μας κοίταγε με μάτι μισόκλειστο, λες και δεν μας πίστευε, κρατώντας κι αυτός μια υποψία οπισθέλκουσας πατινής σαν ασφαλιστική δικλείδα εμπιστοσύνης ή ως δανειακό ενέχυρο αξιοπιστίας.
Και βγήκε… μέχρι τα μεσούρανα, μέχρι εκεί που υπάρχει υπαναχώρηση της απόφασης του καινούργιου ή του ξεπερασμένου παλιού.
Κι έδωσε άνεμο τρανό και αέρα πελαγίσιο
έδωσε δύναμη κι ευχή να’ χει τιμόνι ίσιο
βάφτισε θάλασσα γυαλί στο λεύθερο καράβι
και φύσηξε με δύναμη, κει που κοιτάν οι σκλάβοι.
Κι ο καπετάνιος έγνεψε καταφατικά, κοίταξε με ατάραχο βλέμμα την θάλασσα, σήκωσε ψηλά το λευκό μαντήλι του και έδειξε πορεία προς τα εμπρός.
Καπετάνιος της ελπίδας με πλήρωμα δικό του, και επιβάτες όλους τους ταλαιπωρημένους σκλάβους που μόλις λίγο πριν τον απόπλου έλυσε από τα πόδια τους τις αλυσίδες, της προηγούμενης τυραννίας.
Όρτσα τα πανιά φώναξε… για νέες Πατρίδες.
Μα η θάλασσα… βλέπεις είναι πλανεύτρα.
Μας γέλασε.
Μάζεψε σύννεφα, ο βυθός της μπλάβιασε, σηκώθηκαν αέρηδες, στον ορίζοντα, εμφανίστηκαν ανεμοστρόβιλοι, το καράβι έπεσε σε δίνη και άρχισε να στροβιλίζεται, το πλήρωμα έκανε στάση, οι σκλάβοι έχασαν την ελπίδα τους και ο Θεός Ποσειδώνας άρχισε να μιλάει Γερμανικά.
Ο ήλιος πάγωσε, ούτε μπρος ούτε πίσω.
Κι ο καπετάνιος μπρος στην πλώρη με γόνατα λυγισμένα αλλά ακόμα όρθιος, με μάτια κλαμένα αλλά ακόμα οραματίζεται, με ηθικό χιλιοτρυπημένο από τις ριπές της θάλασσας αλλά ακόμη βαστάει, κρατάει τα γκέμια του καραβιού με μάτια βουρκωμένα και φωνή τσακισμένη, φωνάζοντας στους λιπόψυχους επιβάτες « Μην κιοτεύετε ρεεεεε! Θα τον γυρίσουμε τον ήλιο… Σίγουρα ναι!!!.»