Συμπληρώνονται σήμερα 30 χρόνια από τον θάνατο μιας από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα, του Ανδρέα Παπανδρέου. Η δεκαετία 1960–1970 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιόδους στη ζωή και την πολιτική του διαδρομή, πέρασε από τον χώρο της ακαδημαϊκής έρευνας και της οικονομικής επιστήμης στην πολιτική.
Η ακαδημαϊκή πορεία
Σπούδασε αρχικά στη Νομική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α.. Το 1940 εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφοσιώθηκε στα οικονομικά, στο Harvard University, σε μια εποχή κατά την οποία η οικονομική επιστήμη μετασχηματιζόταν εξαιτίας της επίδρασης των ιδεών του κεϋνσιανισμού και της ανάπτυξης νέων μαθηματικών μεθόδων ανάλυσης. Το 1947 διορίστηκε στο University of Minnesota ως επίκουρος καθηγητής Οικονομικών. Το 1950–1951 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Northwestern University και επέστρεψε στη Μινεσότα ως τακτικός καθηγητής. Το 1955 μετακινήθηκε στο University of California Berkeley και λίγο αργότερα εκλέχθηκε πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών.
Ασχολήθηκε με τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τους νέους τρόπους μέτρησης της οικονομικής ισχύος τους. Υπήρξε από τους πρώτους οικονομολόγους που επιχείρησαν να ελέγξουν πειραματικά τις υποθέσεις της οικονομικής θεωρίας σχετικά με τον τρόπο λήψης αποφάσεων από τους καταναλωτές. Το 1961 επέστρεψε στην Ελλάδα, ύστερα από πρόσκληση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και ανέλαβε τη διεύθυνση του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών ενώ εργάστηκε ως σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος. Παράλληλα συγκρότησε ομάδα νέων οικονομολόγων και εκπόνησε μελέτες για τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της ελληνικής οικονομίας, δημοσίευσε το έργο «A Strategy for Greek Economic Development», στο οποίο παρουσίαζε προτάσεις για τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας.
Η στροφή στην πολιτική
Η Ελλάδα στην οποία επίστρεψε ο Α. Παπανδρέου ήταν μια χώρα με ανοιχτές τις πληγές του εμφυλίου. Στις εκλογές του 1958 η Ελληνική Δημοκρατική Αριστερά (Ε.Δ.Α.) συγκέντρωσε το 25% των ψήφων και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Το παρακράτος, το Παλάτι και φυσικά η πρεσβεία των Η.Π.Α., το ισχυρότερο κέντρο εξουσίας της χώρας, θα αντιδράσουν με ένταση της τρομοκρατίας και ενεργοποίηση του «σχεδίου Περικλής», ένα σχέδιο παρέμβασης κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών στις βουλευτικές εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961. Στόχος να επιτευχθεί εκλογική νίκη της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (Ε.Ρ.Ε.) του Κωνσταντίνου Καραμανλή με συνεργασία στρατού, χωροφυλακής και παρακράτους για την τρομοκράτηση πολιτικών και ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης, απαγόρευση στην πράξη της προεκλογικής δράσης της ΕΔΑ και παρεμβάσεις στην εκλογική διαδικασία. Υπήρξε εκτεταμένη νοθεία μέσω κυρίως πλασματικών εγγραφών στους εκλογικούς καταλόγους, «ψήφισαν και τα δέντρα», για να χρησιμοποιήσουμε την ιστορική φράση.
Η Ε.Ρ.Ε. κέρδισε με ποσοστό περίπου 50,8% και εξασφάλισε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η αντιπολίτευση αμφισβήτησε το αποτέλεσμα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου χαρακτήρισε τις εκλογές ως «εκλογές βίας και νοθείας» και εγκαινίασε τον λεγόμενο «Ανένδοτο Αγώνα», μια μακρά πολιτική εκστρατεία για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας.Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν είχε ακόμη εκλεγεί βουλευτής το 1961, αλλά παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις. Υποστήριξε ότι το «Σχέδιο Περικλής» αποτελούσε απόδειξη της ύπαρξης «παρακράτους» που είχε άμεση σχέση με τη Δεξιά, το Παλάτι και τις Η.Π.Α..

Η εμπειρία των εκλογών του 1961 επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα πολιτική του σκέψη σχετικά με τα «εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας» και έγινε κεντρικό στοιχείο του πολιτικού του λόγου κατά τη δεκαετία του 1960 και μετά. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ήταν ένας φιλελεύθερος οικονομολόγος. Εντάχθηκε στην Ένωση Κέντρου όμως οι συνθήκες που συνάντησε ριζοσπαστικοποίησαν τις θέσεις του και επιδίωξε να προσεγγίσει τους δημοκρατικούς και αριστερούς πολίτες που παρέμεναν αποκλεισμένοι από την εξουσία.
Στις εκλογές του 1964 η Ένωση Κέντρου, με την καθοριστική και ουσιαστικά άνευ όρων στήριξη της Ε.Δ.Α., θριάμβευσε. Ο Α. Παπανδρέου εξελέγη βουλευτής και ανέλαβε τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Υποστήριξε ότι η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη δημοκρατική σταθερότητα και ότι το κράτος όφειλε να παρεμβαίνει ενεργά για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι θέσεις αυτές τον διαφοροποιούσαν από συντηρητικές οικονομικές αντιλήψεις της εποχής, που κυριαρχούσαν και στην Ένωση Κέντρου, και τον έφερναν πιο κοντά σε ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατικές προσεγγίσεις.
Η σχέση με την Ε.Δ.Α. πριν το 1965
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η Ε.Δ.Α. επιδίωκε συνεργασίες με κεντρώες δυνάμεις για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, μην ξεχνάμε πως χιλιάδες στελέχη της αριστεράς βρίσκονταν ακόμη σε φυλακές και τόπους εξορίας.. Αντίστοιχα, η Ένωση Κέντρου χρειαζόταν τη στήριξη των αριστερών ψηφοφόρων για να κερδίσει τις εκλογές. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν από τα στελέχη της Ένωσης Κέντρου που έβλεπαν θετικά αυτήν τη σχέση. Δεν υποστήριζε κυβερνητική συνεργασία αλλά θεωρούσε πως η ομαλή ένταξη της αριστεράς στην πολιτική ζωή της χώρας αποδυνάμωνε το παρακράτος της δεξιάς.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δολοφονία του βουλευτή της Ε.Δ.Α. Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Η Ε.Δ.Α. και η Ένωση Κέντρου κατηγόρησαν το παρακράτος και το Παλάτι για τη δολοφονία και γενικότερα για την ύπαρξη ενός αντιδημοκρατικού συστήματος εξουσίας.Ο Ανδρέας Παπανδρέου υιοθέτησε όλο και πιο έντονη κριτική απέναντι σε αυτό και η κοινή αντιδεξιά και αντιπαρακρατική στάση δημιούργησε γέφυρες επικοινωνίας με πολλούς αριστερούς πολίτες και διανοούμενους.
Παρά τις συγκλίσεις, υπήρχαν σημαντικές διαφορές, η Ε.Δ.Α. ( και φυσικά το Κ.Κ.Ε.) στηρίζονταν στη μαρξιστική ανάλυση. Ο Αν. Παπανδρέου διαμόρφωνε μια αντίληψη που συνδύαζε στοιχεία κευνσιανισμού που συνδυάζονταν με την προυπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας και την ύπαρξη θεσμών λαϊκής συμμετοχής. Δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστερός με την παραδοσιακή έννοια του όρου αλλά συγκρούστηκε με το αντικομμουνιστικό κατεστημένο της εποχής.
Η Δεξιά και το Παλάτι παρουσίαζαν τον Ανδρέα Παπανδρέου ως πολιτικό που κινούνταν επικίνδυνα κοντά στην Αριστερά. Τον κατηγορούσαν ότι επιχειρούσε να μετακινήσει την Ένωση Κέντρου προς τα αριστερά και ότι επιδίωκε συνεργασία με την Ε.Δ.Α.. Στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, οποιαδήποτε διάθεση συνεννόησης θεωρούνταν από τους συντηρητικούς κύκλους ένδειξη «κομμουνιστικού κινδύνου». Η εικόνα αυτή διογκώθηκε πολιτικά για να αποδυναμωθεί τόσο ο ίδιος όσο και η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της υπόθεσης «ΑΣΠΙΔΑ».
Υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ»
Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ αποτέλεσε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες υποθέσεις της δεκαετίας του 1960. Η ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώστε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία) ήταν μια μυστική ομάδα νεότερων αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού με δημοκρατικό και αντιδεξιό προσανατολισμό. Το 1965 πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης κατηγόρησαν μέλη της οργάνωσης ότι επιδίωκαν να δημιουργήσουν μηχανισμό «κομμουνιστικής επιρροής» μέσα στον στρατό.
Στο επίκεντρο των κατηγοριών βρέθηκε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, τον οποίο εμφάνισαν ως πολιτικό καθοδηγητή. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η κατάθεση του αξιωματικού, μέλους της ακροδεξιάς οργάνωσης «Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών» (Ι.Δ.Ε.Α.) και μετέπειτα δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου,ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν ενδείξεις εμπλοκής του Παπανδρέου. Ωστόσο, οι κατηγορίες αυτές δεν συνοδεύτηκαν από αποδείξεις.
Ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε ανάμειξη. Υποστήριξε ότι η υπόθεση χρησιμοποιήθηκε πολιτικά με σκοπό να πλήξουν την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου και ειδικότερα τον ίδιο.Σε μεταγενέστερες αναφορές του χαρακτήρισε την υπόθεση ως πολιτική σκευωρία. Θεωρούσε ότι η προβολή της ΑΣΠΙΔΑ αξιοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί η παρέμβαση του βασιλιά στα στρατιωτικά ζητήματα και να περιοριστεί η επιρροή της εκλεγμένης κυβέρνησης.
Ο Α. Παπανδρέου στα «Ιουλιανά»
Η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ζήτησε να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ώστε να ελέγξει την έρευνα για την ΑΣΠΙΔΑ. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ αρνήθηκε, επικαλούμενος πιθανή σύγκρουση συμφερόντων λόγω της εμπλοκής του Ανδρέα Παπανδρέου στις καταγγελίες. Η διαφωνία οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης στις 15 Ιουλίου 1965 και αποτέλεσε την αφετηρία της πολιτικής κρίσης που έμεινε γνωστή ως «Αποστασία» ή «Ιουλιανά».
Ο Κωνσταντίνος προχώρησε στον διορισμό νέων κυβερνήσεων από βουλευτές που αποχώρησαν από την Ένωση Κέντρου, οι οποίοι ονομάστηκαν «αποστάτες», με πιο χαρακτηριστική μορφή τον Κ. Μητσοτάκη. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με μαζικές διαδηλώσεις, συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια. Ξεχωριστός ήταν ο ρόλος της νεολαίας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συγκεντρώσεις κατέληξαν σε συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις, γεγονός που ανέδειξε την ένταση της περιόδου. Κορυφαία στιγμή ήταν η δολοφονία του – μέλους της Νεολαίας Λαμπράκη- Σωτήρη Πέτρουλα από την αστυνομία. Συνολικά τα Ιουλιανά σηματοδότησαν βαθιά θεσμική κρίση, έντονη πόλωση, κοινωνική κινητοποίηση και διαδοχικές κυβερνητικές αλλαγές χωρίς σταθερή κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων όχι μόνο ως υποστηρικτής της εκλεγμένης κυβέρνησης αλλά και ως ένας από τους πιο δυναμικούς εκφραστές της αντιπαράθεσης με το Παλάτι, με έντονη ρητορική εναντίον της μοναρχικής παρέμβασης στην πολιτική ζωή. Παράλληλα, ήρθε σε σύγκρουση με συντηρητικούς κύκλους και του ίδιου του κόμματος της Ένωσης Κέντρου, τα οποία ήταν πιο διαλλακτικά απέναντι στον βασιλιά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συμβολή του στην κινητοποίηση της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων, αποτέλεσε έναν από τους δύο «πόλους» (ο άλλος ήταν η Νεολαία Λαμπράκη με ηγετική μορφή τον Μίκη Θεοδωράκη). Εξέφρασε με έντονο τρόπο το αίτημα για «πλήρη δημοκρατική ομαλότητα» και για περιορισμό της βασιλικής επιρροής στην πολιτική. Οι ομιλίες και οι δημόσιες παρεμβάσεις του συνέβαλαν στην όξυνση του πολιτικού κλίματος, αλλά και στην ενίσχυση της κοινωνικής συμμετοχής στις διαδηλώσεις των Ιουλιανών.
Το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967
Με την επιβολή της δικτατορίας ο Α. Παπανδρέου συνελήφθη. Η διεθνής κατακραυγή και οι πιέσεις από ξένες προσωπικότητες συνέβαλαν στην αποφυλάκισή του. Εγκατέλειψε τη χώρα και εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό όπου ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα με στόχο την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Το 1968 ίδρυσε το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (Π.Α.Κ.). Το Π.Α.Κ. δεν περιοριζόταν μόνο στην καταδίκη της χούντας. Αντίθετα, επιδίωκε να διαμορφώσει ένα ευρύτερο πολιτικό όραμα για τη μελλοντική Ελλάδα.
Το κεντρικό σύνθημα της οργάνωσης ήταν: «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση – Δημοκρατική Διαδικασία». Κατά την περίοδο αυτή ανέπτυξε επίσης έντονη κριτική απέναντι στις διεθνείς σχέσεις εξάρτησης που, κατά την άποψή του, επηρέαζαν την ελληνική πολιτική ζωή. Υποστήριζε ότι η δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική εθνική αυτονομία.
Διακήρυξε ότι η δημοκρατία δεν μπορούσε να περιορίζεται μόνο στην ύπαρξη ελεύθερων εκλογών, αλλά έπρεπε να συνοδεύεται από κοινωνική δικαιοσύνη και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Η κοινωνική απελευθέρωση, όπως την αντιλαμβανόταν, περιλάμβανε τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και τη δυνατότητα όλων των πολιτών να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία και στις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Οι ιδέες αυτές δεν αποτελούσαν μόνο εργαλεία αντίστασης απέναντι στη δικτατορία αλλά και τη βάση ενός ευρύτερου σχεδίου για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Ανδρεας και Η.Π.Α.
Οι σχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με τις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία 1960–1970 είναι από τα πολυσυζητημένα ζητήματα της πολιτικής του διαδρομής. Η ιδιαιτερότητα βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Παπανδρέου ήταν προϊόν του αμερικανικού ακαδημαϊκού συστήματος και αργότερα ένας από τους πιο έντονους επικριτές της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 θεωρούνταν περισσότερο Αμερικανός ακαδημαϊκός παρά Έλληνας πολιτικός. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1961, πολλοί τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία ως «αμερικανοθρεμμένο» τεχνοκράτη.
Αρχικά πίστευε ότι η Ελλάδα μπορούσε να αξιοποιήσει τη σχέση της με τις ΗΠΑ για την οικονομική της ανάπτυξη. Εκείνη την περίοδο δεν αμφισβητούσε ούτε τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ούτε τη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Μετά το 1961 και κυρίως την κρίση των Ιουλιανών πείστηκε πως μέσω των μυστικών υπηρεσιών τους οι Η.Π.Α. στήριζαν το Παλάτι και τις δυνάμεις που επιδίωκαν την ανατροπή της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου. Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 τον επιβεβαίωσε. Μετά τη σύλληψή του και τη φυγή του υποστήριξε δημόσια ότι η Central Intelligence Agency (C.I.A.) είχε σημαντική ευθύνη για την επιβολή της δικτατορίας, γεγονός που δεκαετίες αργότερα αναγνώρισε κι ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Μπιλ Κλίντον, ζητώντας δημόσια συγγνώμη.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό διατύπωσε σκληρή κριτική απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Χαρακτήριζε συχνά την Ελλάδα «αποικία των Ηνωμένων Πολιτειών» και υποστήριζε ότι η χώρα είχε μετατραπεί σε «προκεχωρημένο φυλάκιο του Ψυχρού Πολέμου». Οι θέσεις αυτές επηρεάστηκαν τόσο από τα γεγονότα στην Ελλάδα όσο και από το διεθνές κλίμα της εποχής, ιδιαίτερα το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης του Τρίτου Κόσμου.
Ένα ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο είναι ότι, παρά τη σφοδρή κριτική του προς τις ΗΠΑ, υπήρξαν αμερικανικές παρεμβάσεις μετά το πραξικόπημα για την απελευθέρωσή του. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δείχνουν ότι Αμερικανοί διπλωμάτες και αξιωματούχοι πίεσαν τη χούντα να τον απελευθερώσει και να του επιτρέψει να φύγει στο εξωτερικό. Ο ίδιος ευχαρίστησε αργότερα την αμερικανική πρεσβεία για τις ενέργειες που, όπως πίστευε, συνέβαλαν στη διάσωσή του. Αυτό δείχνει ότι οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ δεν ήταν μονοδιάστατες.
Με την ίδρυση του ΠΑΚ το 1968, ο αντιαμερικανισμός έγινε βασικό στοιχείο της πολιτικής του ρητορικής. Το ΠΑΚ υποστήριζε ότι η αποκατάσταση της δημοκρατίας προϋπέθετε όχι μόνο την ανατροπή της χούντας αλλά και την απεξάρτηση της Ελλάδας από ξένες δυνάμεις. Από αυτή την περίοδο προέρχονται οι έννοιες που αργότερα θα κυριαρχήσουν στον πολιτικό του λόγο. Ο αντιαμερικανισμός του τέλους της δεκαετίας του 1960 δεν ήταν απλώς ρητορικός αλλά συνδέθηκε με μια ευρύτερη θεωρία περί εξάρτησης της Ελλάδας από ξένα κέντρα ισχύος.
Επίλογος
O Ανδρέας Παπανδρέου είναι μία από τις τρεις προσωπικότητες του αστικού κόσμου που σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Ελλάδας τον 20ο αιώνα, μαζί με τον Ελ. Βενιζέλο και τον Κ. Καραμανλή. Φυσικά, όπως όλες οι μεγάλες προσωπικότητες, συγκέντρωσε αγάπη και μίσος, αποθέωση και μηδενισμό. Η πορεία του ήταν αντιφατική. Το σίγουρο είναι πως η σύγκριση με αυτό που σήμερα βιώνουμε ως «πολιτική» ζωή προκαλεί μελαγχολία, όχι με την έννοια της «έλλειψης ηγετών» αλλά με την έννοια της έλλειψης οραμάτων που κινητοποιούσαν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Και, πάντα έτσι συνέβαινε, τα οράματα ιστορικά ταυτίστηκαν με ηγετικές φυσιογνωμίες που τα εξέφρασαν.
Πηγή: dnews.gr





























