ΠΟΣΔΕΠ: «Ναι» σε φύλαξη των Πανεπιστημίων – «Όχι» σε διαρκή αστυνομική παρουσία μέσα στα ιδρύματα

Για «αποσπασματικές ρυθμίσεις και όχι για συνολικό πλαίσιο για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση που είχε εξαγγείλει το υπουργείο, οι οποίες δεν μπορούν να επιλύσουν τα πραγματικά προβλήματα των πανεπιστημίων» κάνει λόγο η Εκτελεστική Γραμματεία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ), που συζήτησε σχετικά με το νομοσχέδιο «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις», το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 13 Ιανουαρίου.

Όπως επισημαίνει, το νομοσχέδιο δεν είναι αποτέλεσμα διαλόγου, καθώς στην ενημερωτική συνάντηση της υπουργού με την ΠΟΣΔΕΠ στις 9 Δεκεμβρίου δεν είχαν τεθεί και συζητηθεί τα θέματα της «Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση» και οι «Ρυθμίσεις θεμάτων διάρκειας φοίτησης». Επίσης, δεν ελήφθησαν υπόψη οι προτάσεις της ΠΟΣΔΕΠ και της πανεπιστημιακής κοινότητας για σύσταση ενός σώματος φύλαξης που θα υπάγεται στον πρύτανη.

Η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ δηλώνει πως παραμένει στην απόφαση της Δ.Ε. της 10ης Δεκεμβρίου, για την ανάγκη ενίσχυσης της φύλαξης των πανεπιστημίων και αντιτίθεται στη διαρκή παρουσία αστυνομικής δύναμης μέσα στα ιδρύματα.

Η ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι η ΔΕ ζήτησε «τη σύσταση ειδικού ανεξάρτητου σώματος φύλαξης με συγκεκριμένα προσόντα που θα έχει κατάλληλη εκπαίδευση από τους αρμόδιους φορείς. Το σώμα φύλαξης θα πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά και θα παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα με βάση επιχειρησιακά σχέδια και κανόνες που θα εκπονηθούν σε συνεργασία των ΑΕΙ με τις αρμόδιες δημόσιες αρχές. Το ειδικό σώμα φύλαξης θα πρέπει να εποπτεύεται από τον Πρύτανη και όχι από την ΕΛΑΣ. Παράλληλα για την αντιμετώπιση αξιοποίνων πράξεων στους χώρους των ΑΕΙ ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται όμοια με το σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Αρμόδια για τις ρυθμίσεις είναι η εκτελεστική εξουσία και για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την εφαρμογή του είναι η ΕΛ.ΑΣ».

Τώρα, μετά τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε για τους στόχους και τις επί μέρους διατάξεις του νομοσχεδίου, σημειώνει πως συμφωνεί με τις ρυθμίσεις για πρόσβαση στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις με τη χρήση ακαδημαϊκών ταυτοτήτων και για χρήση ηλεκτρονικών μέσων εποπτείας σε ευαίσθητους χώρους, που θα πρέπει να σέβεται τις διατάξεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφασίζει κάθε Ίδρυμα με βάση τις ιδιαιτερότητές του, το δε πρόσθετο προσωπικό φύλαξης δεν πρέπει να επιβαρύνει τους ΕΛΚΕ.

Για την καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής, η Ε.Γ. θεωρεί ότι κινείται σε θετική κατεύθυνση και διαπιστώνει, όπως και το υπουργείο, ότι θα επιφέρει μείωση του αριθμού των εισακτέων. Παραβλέπονται, όμως, παρατηρεί, οι σοβαρές επιπτώσεις στην πορεία των περιφερειακών πανεπιστημίων και κυρίως εκείνων σε ακριτικές περιοχές, των οποίων η λειτουργία συνδέεται με αναπτυξιακούς και εθνικούς στόχους. Σε σχέση με το θέμα αυτό επαναλαμβάνει πως ζητεί σταδιακά να μειωθούν και να καταργηθούν οι μετεγγραφές.

Για μια σταδιακή μείωση των εισακτέων, θα έπρεπε να προηγηθεί η ενίσχυση της επαγγελματικής και τεχνικής μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και η μείωση να προέλθει όχι από το σύστημα εισαγωγής που αποτυπώνει τις προτιμήσεις των υποψηφίων, αλλά από τα πορίσματα αξιολόγησης της ΕΘΑΑΕ και τις προτάσεις των πανεπιστημίων για τις εκπαιδευτικές δυνατότητές τους, υπογραμμίζουν οι πανεπιστημιακοί.

Επιπλέον, θεωρούν πως τα τμήματα και οι σχολές, εκτός από τον καθορισμό των συντελεστών βαρύτητας που είναι θετική ρύθμιση, πρέπει να έχουν λόγο και για τα εξεταζόμενα μαθήματα που θα οδηγούν στο επιστημονικό τους αντικείμενο.

Η Ε.Γ. συμφωνεί με τον καθορισμό ανώτατης διάρκειας φοίτησης, ωστόσο επισημαίνει την πολυπαραγοντικότητα του προβλήματος. Προτείνει ως ανώτατο όριο το 2ν, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν παράγοντες όπως ο αριθμός των μαθημάτων που ο φοιτητής έχει περάσει και η δυνατότητα διατήρησης και μεταφοράς των ECTS που έχει αποκτήσει. Μετά την υπέρβαση του ορίου κανονικής φοίτησης, η περαιτέρω διαδικασία θα πρέπει να καθορίζεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος.

Οι ρυθμίσεις του «Πειθαρχικού Δικαίου» θα έπρεπε, κατά την ΠΟΣΔΕΠ, να αποσυνδεθούν από το νομοσχέδιο για τη φύλαξη των ΑΕΙ. Παράλληλα, εκτός από ένα γενικό πλαίσιο που θα παρέχει τις νομικές εγγυήσεις για την πειθαρχική διαδικασία, οι λεπτομέρειες θα πρέπει να καθορίζονται από τους εσωτερικούς κανονισμούς των Ιδρυμάτων, τα οποία έχουν και την ευθύνη της εφαρμογής τους.

Τέλος, η ΠΟΣΔΕΠ τονίζει την έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και καλεί για ακόμη μια φορά την ηγεσία του υπουργείου να συνεργαστεί μαζί της, σε ένα πλαίσιο σύγκλισης, ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη συναίνεση επ’ ωφελεία μεταρρυθμίσεων, οι οποίες είναι απαραίτητες στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.