Αυτός είναι ο Θεσσαλός με το πιο διάσημο μπαρ εδώ και 40 χρόνια στο Πήλιο

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μόλις το συνειδητοποίησα· είναι η πρώτη φορά που γράφω για κάτι με απόσταση δεκαημέρου και βάλε. Κάθε φορά το κείμενο ακολουθεί άμεσα την εμπειρία, όποιο και να είναι το θέμα ή το πρόσωπο. Στην πραγματικότητα την ώρα που γίνεται η συζήτηση, νοερά έχει δομηθεί κάπως το κείμενο. Και αμέσως, την επομένη, άντε σε δυο μέρες, ξεκινάς να γράφεις. Είσαι βουτηγμένος ακόμη μέσα στην εμπειρία, στο real feel.

Όταν μιλούσαμε με τον Κομνηνό Τσιάρα, με καταγωγή από τη Λάρισα, στο χαρακτηριστικό μπαρ-εστιατόριο Σκάλα στην Τσαγκαράδα που φέτος γίνεται 40 ετών, λειτούργησε το πρώτο σκέλος, αυτό της εμπειρίας, αλλά το δεύτερο, αυτό της αποτύπωσής της σε γραπτό κείμενο είχε μια χρονοκαθυστέρηση. Μεσολάβησαν κάποιες μέρες διακοπών, ένα πάρτυ γενέθλιών έκπληξη, μια βάπτιση, ένας καύσωνας, ένα τριήμερο στα βουνά. Ένα μπουρίνι και μια ξαφνική πτώση της θερμοκρασίας.

Και; Η χρονοκαθυστέρηση δεν επηρέασε τελικά το real feel· ήταν πολύ έντονο. Το αίσθημα που σου δημιουργεί ο χώρος και ο άνθρωπος είναι τόσο καταλυτικό και σύνθετο που μια μικρή χρονική απόσταση δεν καταφέρνει να το επηρεάσει, να το αποδυναμώσει, να το ξεθωριάσει. Όποιος έχει πάει στη Σκάλα και έχει γνωρίσει τον Κομνό, έτσι τον φωνάζουν οι φίλοι, το κατανοεί.

Γιατί ο Κομνός είναι από αυτές τις φιγούρες

Της Εύης Μποτσαροπούλου

Για αυτές τις φιγούρες, μας μίλησε προς το τέλος της συζήτησης. Το «μας» περιλαμβάνει εμένα και τον γιο μου. Ο Δημήτρης ήταν παρών. Και τυχερός. Γιατί ο Κομνός είναι μια από αυτές τις φιγούρες. Προσωπικότητες τις λέω εγώ. Τον ακούς να μιλάει για τη δική του ιστορία, για τους παππούδες του, τους προπαππούδες του, για το πατρικό πηλιορείτικο αρχοντικό στην Τσαγκαράδα από τον 19ο αιώνα, για το πώς το μετέτρεψε στο διάσημο και χαρακτηριστικό μπαρ, αλλά και τόσα άλλα… πιο μουσικά, πιο γενικά, πιο θεωρητικά, πιο φιλοσοφικά. Αυτό είναι θησαυρός. Και ο Κομνός μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φιγούρα ή προσωπικότητα – όπως και να το πεις το ίδιο είναι· από αυτές τις επιδραστικές.

«Παλιά, μέσα στο εύρος της οικογένειας, της γειτονιάς, του χωριού ή της πόλης υπήρχαν οι φιγούρες, οι οποίες ήταν διαφορετικών επιπέδων. Έβλεπες δηλαδή κάποιον άνθρωπο, ο οποίος γούσταρε το αλκοόλ αλλά ήταν φιλόσοφος. Ο άλλος ήταν ο κουλτουριάρης, ο άλλος ο κοσμοπολίτης κι ας μην είχε λεφτά. Άνθρωποι με έντονες προσωπικότητες, οι οποίοι καθορίζανε πολύ την κοινωνία και επηρεάζανε τα παιδιά, που βλέπανε ανθρώπους ιδιαίτερου επιπέδου. Εγώ πως πλησίασα την μουσική; Αν εξαιρέσεις τον παππούκα μου που τραγουδούσε τα παραδοσιακά εκείνης της εποχής και τη μανούλα μου που τραγουδούσε τα ρετρό… Επηρεάστηκα από μια περσόνα τέτοια, τον άνδρα μιας πρώτης ξαδέρφης μου στην Κοζάνη, ο οποίος ήταν HFιντελίστας, άκουγε ραδιοσυχνότητες βραχέων κυμάτων από ραδιοφωνικούς ερασιτέχνες, και παράλληλα λάτρευε την κλασική μουσική. Έπινε δυο μπουκάλια ουίσκι την ημέρα, άκουγε κλασική μουσική στη διαπασών και διάβαζε συνέχεια… στην Κοζάνη. Ήταν μια περσόνα απίστευτη. Μιλούσαμε πολύ, για πολλά, μου χάριζε βιβλία, μου έβαζε να ακούσω μουσική… Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν εύκολα πλέον. Παλιά περπατούσες στην πόλη και έβλεπες τέτοιες φιγούρες, πολλές. Εδώ, στην Τσαγκαράδα, σε αυτό το μικρό χωριό, υπήρχαν 4-5 φιγούρες. Τώρα δεν υπάρχει κανένας…»

Υπάρχει· ο Κομνηνός ή Κομνός.

Μέσα σε ένα απίθανο χώρο με ένα διώροφο κτίσμα του 1870 που ανήκε πάντα στην οικογένεια του και με ένα εκπληκτικό κήπο που αναπτύσσεται σε επίπεδα. Οι συκιές μπλέκονται με μια μεγάλη καστανιά, υπάρχουν παντού ορτανσίες, τεράστιες, γιασεμιά και ριχοσπέρματα σκαρφαλώνουν στο κτίριο μέχρι την σκεπή. Τραπεζάκια μικρά στρογγυλά με μάρμαρο και φερ φορζέ καρέκλες πάνω στις πηλιορείτικες πλάκες της αυλής. Υπάρχει και μια κούνια, σε στυλ φερ φορζέ κι αυτή. Και ένα υπέροχος φωτισμός στο χώρο, στο κτίριο, κρυμμένος στα δέντρα. Και η μουσική. Κυρίως αυτή. Και ο Κομνός που ζει μόνιμα εκεί τα τελευταία 30 χρόνια. Το σπίτι του είναι στον πρώτο όροφο, στο ισόγειο είναι το μπαρ και το εστιατόριο. Όλη του η ζωή είναι εκεί. Αλλά ο ίδιος είναι πολίτης του κόσμου, με την ευρύτερη, τη σωστή, έννοια του όρου.

Ο Κομνός γεννήθηκε στη Λάρισα, αλλά μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του ζούσαν στη Λάρισα, στη Φιλιππούπολη. Η γιαγιά ήταν από το Αργυροπούλι, βλάχα στην καταγωγή, και ο παππούς ο Κομνηνός Πάρνος από την Τσαγκαράδα. Στην Τσαγκαράδα μεγάλωσε σε αυτό το πατρικό σπίτι που κτίστηκε τη δεκαετία του 1870, αλλά από νεαρός εγκαταστάθηκε στη Λάρισα μόλις επέστρεψε από τη Σμύρνη μετά την μικρασιατική εκστρατεία στην οποία πολέμησε και την καταστροφή. «Και ο προπάππος πολέμησε νωρίτερα· ήταν βασικό στέλεχος στην επανάσταση του 1821 στις μάχες που έγιναν στις Μηλιές»… Ο παππούκας και η γιαγιάκα, έτσι τους αποκαλεί ο Κομνός. Τους λάτρευε. Τους έβλεπε στη Λάρισα και όλα τα καλοκαίρια στην Τσαγκαράδα. «Εδώ ερχόμασταν από μικρά παιδιά με τον αδερφό μου κάθε χρόνο για ξεκαλοκαιριό· κάθε μέρα πηγαίναμε στη θάλασσα με τα πόδια, από τα μονοπάτια, σαν κατσίκια είμασταν».

Τα πρώτα χρόνια…

Στα 19 του, μόλις πέρασε στο Πανεπιστήμιο, δασολόγος σπούδασε, ο Κομνηνός αποφάσισε να μετατρέψει το ισόγειο του σπιτιού στην Τσαγκαράδα σε μπαρ. Ο παππούς και η γιαγιά συμφώνησαν αμέσως, του είχαν πολύ αδυναμία… Ένας μόνο ήταν ο καθημερινός καβγάς με την γιαγιά τα πρώτα χρόνια, οι δουλειές, το συγύρισμα και το καθάρισμα του μαγαζιού. «Εμείς όταν κλείναμε τα ξημερώματα τα αφήναμε όλα όπως ήταν. Το πρωί θα καθαρίζαμε, αλλά δεν προλαβαίναμε ποτέ. Μέχρι να ξυπνήσουμε, η γιαγιά είχε συμμαζέψει τα πάντα, είχε πλύνει τα πάντα, είχε καθαρίσει και μας είχε φτιάξει και πρωινό. Ντολμαδάκια με τζατζίκι, αυτό τρώγαμε μόλις ξυπνούσαμε. Κάθε μέρα. Η γιαγιά ήταν από εκείνες τις γυναίκες, τις νοικοκυρές· την ώρα που σου μίλαγε και γελούσε άνοιγε και φύλλο για πίτα, μέχρι να τελειώσει την ιστορία που έλεγε ή το κουτσομπολιό το φρέσκο την είχε ψήσει κιόλας».

«Ποιοι ήσασταν οι «εμείς» τον ρωτάω. Μου φαίνεται περίεργο αυτό το «εμείς» γιατί η Σκάλα είναι προσωποκεντρική, συνδεδεμένη με το ίδιο τον Κομνηνό Τσιάρα. Μου το εξηγεί και ταυτόχρονα ξετυλίγει την ιστορία…

Στην αρχή όταν άνοιξε η Σκάλα ο Κομνός σπούδαζε, οπότε το μαγαζί λειτουργούσε ένα με ενάμιση μήνα το καλοκαίρι μόνο. Μετά τα 2-3 πρώτα χρόνια άρχισε να ανοίγει τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Ήταν συνδεδεμένο με τις διακοπές τους. Της παρέας του Κομνού. Και δεν είχε μόνο μία. «Τα πρώτα χρόνια υπήρχε μια απίστευτη κατάσταση εδώ. Παρέες ολόκληρες φιλοξενούνταν στο σπίτι, άλλες για πολύ, άλλες για λίγο. Δεν μας ενδιέφεραν τα λεφτά, διακοπές κάναμε… μπάνια, φαγητά και ποτά και γλέντια στο χώρο που είχαμε δημιουργήσει»… Ίσως να είναι η πιο ωραία διάσταση του μπαρ που μπορώ να σκεφτώ. Κατά βάθος όλοι μας έχουμε φανταστεί το μπαρ των ονείρων μας, αυτό με τη διακόσμηση που θέλουμε, με την ατμόσφαιρα και τη μουσική που αναζητούμε σε όποιο μπαρ πηγαίνουμε. Ε, ο Κομνός το έκανε. Με τη διαφορά ότι το μπαρ των δικών του ονείρων λειτουργούσε ως κοινός τόπος για πολλούς άλλους φίλους. «Όποιος φιλοξενούνταν εδώ άρχιζε να έχει ενεργό ρόλο στο μαγαζί. Γινόταν μόνο του. Ο καθένας, ανάλογα με την προσωπικότητά του έπαιρνε ένα πόστο στη Σκάλα». Πότε δεν το ζήτησε από κάποιον ο Κομνός. Μόνοι τους το κάνανε, χωρίς αμοιβή εννοείται. Ο καθένας έβρισκε τη θέση και το ρόλο του. «Ο Αντώνης ήταν ένας απίθανος τύπος με πάρα πολλές γνώσεις, μια έντονη περσόνα· όπου βρισκόταν όλοι ασχολούνταν μαζί του. Αυτό έκανε κάθε βράδυ και στη Σκάλα… Η Κικίτσα ήταν πολύ καλή ράφτρα, δικό της έργο είναι το χαρακτηριστικό φωτιστικό, και ασχολούταν με το σέρβις. Η Σοφία πάλι με τη μαγειρική… Κάπως έτσι γινόταν και λειτουργούσε καταπληκτικά».

Όταν ο Κομνηνός πήγε φαντάρος είχε και μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη, δύο, είχε και μια επιχείρηση catering. Είχε το Τρολ και το Terminal, το γνωστο club στα Σφαγεία που έπαιζε rave μουσική. Μέχρι τα 25 του διατηρούσε τρεις επιχειρήσεις και απασχολούσε περί 80 υπαλλήλους. Με τη δασολογία δεν ασχολήθηκε ποτέ μάλλον – επί της ουσίας δεν ξέρω, δεν τον ρώτησα. Σταδιακά αποχώρησε από το catering και από το Terminal. «Το Terminal δεν είχε καμία σχέση με μένα, ήταν μια καθαρά εμπορική πράξη. Η μεγάλη επιτυχία οφειλόταν στον Βέρο, τον άνθρωπο που ξεκίνησε τα πρώτα rave party στη Μύκονο. Ήταν κι αυτός μια περσόνα, κυκλοφορούσε με μια κίτρινή Ferrari, ντυνόταν παράξενα και ξεσήκωνε τον κόσμο… Αυτά τα μαγαζιά κάνουν τον κύκλο τους, έφυγε ο Βέρος και άρχισε να ξεφουσκώνει το Terminal».

Τότε ήταν που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Τσαγκαράδα. Η Σκάλα όλα αυτά τα χρόνια πέρασε διάφορες φάσεις, ο Κομνός έκανε συνέχεια αλλαγές για να μην βαριέται. Αλλά η Σκάλα πάντα είχε σταθερά σημεία αναφοράς, μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και επίδραση στον κόσμο…

Το 2015 άνοιξε και το εστιατόριο, το είπε Σκαντζόχοιρο. «Ξέρεις» μου λέει «τα ονόματα στα μαγαζιά δεν είναι ποτέ τυχαία, έχουν το δικό τους νόημα, τη δική τους ιστορία».

Τα ονόματα…

«Φαίνεται λογικό να έχω ονομάσει το μαγαζί Σκάλα, έχει αυτή τη χαρακτηριστική σκάλα από το δρόμο μέχρι να φτάσεις στην αυλή. Αλλά δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Ήταν κάτι σαν φόρος τιμής στη Σκάλα των Μιλάνων». Του Μιλάνου, τον διορθώνω… Όχι, των Μιλάνων… Στο Βόλο υπήρχε ένα μαγαζί που το λέγαν Σκάλα και οι ιδιοκτήτες τους ήταν δύο αδέρφια, οι Μιλάνοι, ο Νίκος και ο Κάρολος. Ήταν ένα απίθανο υπόγειο μαγαζί στην περιοχή του Αγίου Νικολάου. Είχε μόνο ένα τεράστιο τραπέζι, μια τάβλα και όλοι κάθονταν εκεί. Τα δύο αδέρφια μαγείρευαν και έπαιζαν μουσική, ο ένας κιθάρα και ο άλλος μπουζούκι. «Οι Βολιώτες όμως δεν πήγαιναν εκεί, κι ας ήταν ένα από τα πιο ιστορικά μαγαζιά της Θεσσαλίας». Μετά από κάποια χρόνια άνοιξε η δεύτερη Σκάλα, μια σχεδόν κανονική ταβέρνα. Μέχρι και το τέλος ήταν τραγικό… «Είχαν κανονίσει μια γιορτή για το τελευταίο βράδυ πριν κλείσει. Δεν έγινε ποτέ. Την προηγουμένη ο ένας από τα δύο αδέρφια πέθανε ξαφνικά. Μέσα στο χρόνο πέθανε και ο άλλος και ο σερβιτόρος αυτοκτόνησε». Του Κομνού και της παρέας του τους άρεσε πολύ η Σκάλα των Μιλάνων, από τη Θεσσαλονίκη ερχόταν για να πάνε. «Κάπως έτσι συνδυάστηκαν όλα και έδωσα το όνομα Σκάλα».

Για το εστιατόριο το όνομα βγήκε εντελώς διαφορετικά. «Κάθε χρόνο στην Τσαγκαράδα υπάρχει κάτι το χαρακτηριστικό, συνήθως ζωάκι, είναι το κλου μας. Την προηγούμενη χρονιά ήταν ένα αλεπουδάκι που κυκλοφορούσε, εκείνη, το 2015, ήταν ένας σκαντζόχοιρος. ‘Ήταν πολύ φιλικός και τρυφερός». Έτσι το εστιατόριο ονομάστηκε Σκαντζόχοιρος. Στην αρχή ο χώρος του εστιατορίου ήταν στο κάτω επίπεδο της αυλής. Φέτος λειτουργεί στον ίδιο χώρο με το μπαρ.

Είναι εμπειρία να φας στου Κομνού… ο ίδιος μαγειρεύει εννοείται. Μόλις πάρει την παραγγελία τον βλέπεις να χάνεται δεξιά και αριστερά της αυλής, πίσω από τις ορτανσίες. Πάει στο μπαχτσέ του. Αλλού είναι η ρόκα φυτεμένη, αλλού οι ντοματιές και τα άλλα λαχανικά. Εκείνη την ώρα τα κόβει και μπαίνει να τα μαγειρέψει. Όπως διασχίζει το χώρο, παίρνει παραγγελίες από άλλα τραπέζια για ποτά, καλωσορίζει τον κόσμο που έρχεται, σταματά και λέει ένα αστείο με κάποιους άλλους, αλλάζει τη μουσική, σηκώνει το τηλέφωνο για τις κρατήσεις, ετοιμάζει και σερβίρει τα ποτά και ταυτόχρονα ασχολείται με το φαγητό. Χαλαρός, ήρεμος και χαμογελαστός. Κανένα άγχος. Σαν να έχει κλωνοποιήσει τον εαυτό του…

Η μουσική, οι φίλοι, ο κόσμος, οι άσημοι και οι διάσημοι…

Αν ο πρώτος ανδρικός ρόλος στη Σκάλα ανήκει στον Κομνηνό, ο γυναικείος ανήκει στη μουσική. Αυτό είναι το πρωταγωνιστικό ζεύγος. Ο Κομνός και η μουσική του. Η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο. Συνδέεται με τον ίδιο, αφού ο Κομνός την επιλέγει· τραγούδια από μια πολύ ευρεία γκάμα, διαλεγμένα προσεκτικά και αλλαγές που σε ξαφνιάζουν αλλά έχουν ένα νόημα. Είναι όμως τόσο επιδραστική στο χώρο που μοιάζει να ανεξαρτητοποιείται.

Ο Κομνηνός, παρόλο που είναι βουτηγμένος στη μουσική, ισχυρίζεται ότι «Τα μαγαζιά δεν υπάρχουν ούτε για να ακούς μουσική ούτε για να πίνεις ποτό. Είναι για να κοινωνείς». Δίκιο έχει. Η συναναστροφή και η επικοινωνία κάνουν τη διαφορά. Και ο Κομνός έχει το ταλέντο να κάνει τη διασύνδεση μεταξύ των ανθρώπων. Ταυτόχρονα στο χώρο υπάρχουν τουρίστες, υπάρχουν θαμώνες, υπάρχουν γνωστοί, υπάρχουν φίλοι. Συχνά υπάρχουν και επώνυμοι. Ο Διονύσης Σαββόπουλος με την Άσπα του πέρασαν άπειρα βράδια στην Σκάλα, ειδικά τα χρόνια μέχρι να καεί το σπίτι τους στο Πήλιο. Χόρευαν βαλς… κάποια στιγμή ο Νίονος θα έλεγε «Βάλε τώρα και μια Καιτούλα». Και ο Κομνός θα του έβαζε και η βραδιά θα εξελισσόταν αλλιώς.

«Πώς να τους συντονίσεις όλους αυτούς; Κανένα βράδυ δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο ή το επόμενο ακόμη κι αν έχεις ακριβώς τον ίδιο κόσμο, την ίδια ανθρωπογεωγραφία».

Αυτή η πρόκληση, αυτή η ρευστότητα, η δυναμική που αναπτύσσεται, είναι νομίζω πως τελικά γοητεύει περισσότερο από όλα τον Κομνό. Μας το έχει δηλώσει άλλωστε ότι βαριέται εύκολα… Κι όμως είναι εκεί 40 χρόνια. Τα τελευταία 30 ζει μόνιμα εκεί. Μου λέει πως «Είναι έρωτας. Και γάμος. Διανύουμε τη δεκαετία της χρυσής επετείου. Δύσκολα χωρίζεις μετά από τόσα χρόνια…»

Ευτυχώς. Για όλους εμάς, επώνυμους, ανώνυμους και γενικώς.

 

 

Πηγή: onlarissa.gr

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.