Γ. Αρβανίτης αναπλ. Γ.Γ. ΟΤΟΕ: «Ήμασταν 62.000 το 2009, ενώ τώρα, κάτω από 31.000 υπάλληλοι»!

Για «πολιτικές συρρίκνωσης» και «μείωση των δαπανών» που στοιχίζουν στην τοπική κοινωνία έκανε λόγο ο συνδικαλιστής

Για την πολιτική συρρίκνωσης και την συνεχόμενη μείωση των καταστημάτων κάνει λόγο ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (ΟΤΟΕ) και υπεύθυνος στον τομέα εργασιακών σχέσεων της ΟΤΟΕ, Γιώργος Αρβανίτης, μιλώντας στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Ηλία Κουτσερή. Η πανδημία έφερε μαζί της την μείωση των υπαλλήλων και των καταστημάτων, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα ειδικά στις μικρότερες τοπικές κοινωνίες και όχι μόνο δεν φέρνει την πολυπόθητη και χιλιοειπωμένη ανάπτυξη, αλλά οδηγεί και τον τραπεζικό κλάδο στην αποδόμηση.

Οι επιπτώσεις στον τραπεζικό
κλάδο εν μέσω πανδημίας

Με την συνεχώς κλιμακούμενη κατάσταση της πανδημίας ο κ. Αρβανίτης αναφέρει και τονίζει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον κλάδο τους με την τηλεργασία, τα καινούργια συστήματα, αλλά και τα ωράρια που… ξαφνικά δεν υπήρχαν. Όπως αναφέρει, η τηλεργασία έφερε καινούργια συστήματα πληροφορικής, λόγω της εξ αποστάσεως εργασίας, γεγονός όμως που είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των ωραρίων των εργαζομένων. Η έλλειψη ενός ρυθμιζόμενου πλαισίου αλλά και η έλλειψη φυσικής παρουσίας των εργαζομένων δημιούργησε προβλήματα και στους εργαζόμενους, αλλά και στους πολίτες που εν τέλει δεν εξυπηρετούνταν σωστά, σημείωσε ο κ. Αρβανίτης. «Τώρα όμως, έχουμε τη γνώση να μπορέσουμε να τα ρυθμίσουμε (σ.σ. όλα τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν) έτσι ώστε να ανταποκριθεί και ο τραπεζικός κλάδος στην εξυπηρέτηση καλύτερα, αλλά και ταυτόχρονα ο εργαζόμενος να μπορέσει να έχει εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας που δεν θα του ανατρέπου το εργασιακό περιβάλλον», εξήγησε ο γενικός γραμματέας.

«Έχουμε συνεχιζόμενες πολιτικές συρρίκνωσης
τόσο σε καταστήματα όσο και σε προσωπικό»

Αναφορικά με τα προβλήματα που «γέννησε» η πανδημία, ο κ. Αρβανίτης ανέφερε ότι εκτός των άλλων ξεκίνησαν να κλείνουν και καταστήματα, με τους εργαζόμενους να μένουν χωρίς δουλειά, αλλά και τις τοπικές κοινωνίες χωρίς τραπεζικό κατάστημα και οποιαδήποτε τραπεζική υπηρεσία. «Έχουμε συνεχιζόμενες πολιτικές συρρίκνωσης τόσο σε καταστήματα όσο και σε προσωπικό. Ενώ έχουμε τελειώσει με τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από τα μνημόνια και από τα πλάνα αναδιάρθρωσης των τραπεζών συνεχίζεται η ίδια πολιτική», δήλωσε χαρακτηριστικά. Μάλιστα, είπε πως σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχουμε πολύ μικρότερη παρουσία καταστημάτων και τραπεζοϋπαλλήλων . «Δεν ενδιαφέρονται για το αν μπορεί να εξυπηρετηθεί η κοινωνία και ειδικά κοινωνίες στις νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες και καταστήματα. Μάλιστα, έχουμε εθνικές περιοχές που είναι επικίνδυνο το να μην έχεις τραπεζικό κλάδο», τόνισε.
Ο κ. Αρβανίτης εξήγησε ότι οι τράπεζες και όλος ο τραπεζικός κλάδος, «σώθηκε» από τα χρήματα του προϋπολογισμού γιατί θεωρήθηκε ως κέντρο βάρους της οικονομίας που χρήζει άμεση ενίσχυση και ως ο κλάδος που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της χώρας. «Όταν όμως ο κλάδος απομακρύνεται από την τοπική κοινωνία, τότε πάμε σε αντίθετα μονοπάτια. Όπως έγινε στην Σκύδρα ή στα Ανώγια στην Κρήτη», σημείωσε.

Με αφορμή τη Ζαγορά: «Κοιτάζουν συνεχώς τη μείωση
των δαπανών αντί να αυξήσουν τα έσοδα»

Αναφέροντας το παράδειγμα των καταστημάτων που έκλεισαν, αλλά τοποθετώντας το πρόβλημα σε πιο τοπικό επίπεδο, ήρθε στην επιφάνεια το θέμα που δημιουργήθηκε στη Ζαγορά, ένα από τα μεγάλα χωριά του Πηλίου, με πολλές συναλλαγές αλλά και έντονη κινητικότητα. Ο κ. Αρβανίτης θεωρεί ότι το πρόβλημα έγκειται στη συνεχόμενη μείωση των δαπανών, μία πολιτική που δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα της ανάπτυξης, σύμφωνα με την προσωπική του άποψη.
Πιστεύει ότι πρέπει να αυξηθούν τα έσοδα και ο συντελεστής εσόδων με την κατάλληλη διαχείριση των επιδοτήσεων, ώστε αυτά τα λεφτά να περάσουν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έχοντας μία αναπτυξιακή άνοδο και τοπικά αλλά και στη χώρα γενικότερα. Αντίθετα, «βλέπουν διαρκώς την μείωση των δαπανών, δηλαδή τη μείωση του προσωπικού, της μισθοδοσίας και των καταστημάτων χωρίς ναλαμβάνουν υπόψη εθνικούς κινδύνους , κινδύνους σε νησιά αλλά και σε ορεινές περιοχές», συμπλήρωσε. Επιπρόσθετα, σημείωσε ότι είμαστε μία από τις χειρότερες χώρες στη χρήση του διαδικτύου, με τη Σουηδία και τη Δανία να έχουν την πρωτιά στη χρήση του ίντερνετ και των ηλεκτρονικών συνδιαλλαγών και μάλιστα με τη διαφορά ότι οι χώρες αυτές έχουν περισσότερα καταστήματα, απ’ ότι έχουμε στην Ελλάδα. «Η συνεχής προσήλωση στη μείωση των δαπανών στοιχίζει στην τοπική κοινωνία, στοιχίζει στην τοπική ανάπτυξη, και στην ουσία όταν μιλάμε για 65 καταστήματα η μία τράπεζα, 25 η άλλη και 10 η άλλη, η περιφέρεια της χώρας αποδομείται καθώς υπάρχει μία αποεπένδυση».

Πολιτικές συρρίκνωσης, με ένα πολιτικό
σύστημα που μιλά για επενδύσεις

Ο κ. Αρβανίτης κάνει λόγο για «φιλολογία επενδύσεων» από το πολιτικό σύστημα αλλά με μία συνεχιζόμενη συρρίκνωση των τραπεζών και των εργαζομένων. Ο τραπεζικός κλάδος , όπως ανέφερε, παρακολουθεί τη σύγχρονη πληροφορική -τραπεζική και μπορεί να έχει εξειδικευμένα στελέχη για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που έρχονται , που δημιουργούνται και έρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προϊόντα τα οποία, όπως σημειώνει, πρέπει να εξηγηθούν και να απλοποιηθούν στον αγρότη και στον μικρομεσαίο. Αντίθετα, «όλη η τοπική αυτοδιοίκηση, είτε περιφέρειες, είτε δήμοι, είτε τοπικοί βουλευτές είναι απέναντι σε μία συνεχιζόμενη πολιτική συρρίκνωσης καταστημάτων και προσωπικού των τραπεζών», δηλώνει.
Οι πολιτικές συρρίκνωσης όμως, δημιουργούν πρόβλημα εκτός από τον τραπεζικό κλάδο και στις ίδιες τις οικογένειες των εργαζομένων και στα οικογενειακά εισοδήματα, ειδικά μετά από μια δεκαετή σχεδόν κρίση και ενάμιση χρόνο πανδημίας. «Ήμασταν 62.000 προσωπικό το 2009, ενώ τώρα είμαστε κάτω από 31.000».

«Η κοινωνική πίεση και η αντίδραση του πολιτικού
συστήματος θα τους κάνει να αναθεωρήσουν»

Για την αλλαγή του υπάρχοντος σκηνικού και την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν, ο κ. Αρβανίτης είπε πως ήρθαν σε επαφή με το Ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας καθώς είναι αυτό που έχει και την ευθύνη για τον τραπεζικό κλάδο. «Πιστεύω ότι η κοινωνική πίεση, η αντίδραση στο πολιτικό σύστημα που την βλέπουμε τώρα παντού , θα τους κάνει να αναθεωρήσουν και να μπει μία ισορροπία ανάμεσα στις τοπικές ανάγκες και στη μείωση των δαπανών. Ήδη τα κόμματα έχουν κάνει ερωτήσεις στη Βουλή, οπότε πρέπει επιτέλους να υπάρξει συνειδητοποίηση ότι η χώρα χρειάζεται επενδύσεις και χρειάζεται θέσεις εργασίας, και όχι το αντίθετο».

Ειδική κλαδική συλλογική σύμβαση

Τέλος, ο κ. Αρβανίτης αναφέρθηκε και στην ειδική κλαδική συλλογική σύμβαση σε ό,τι έχει να κάνει με τους εργαζόμενους σχετικά με την τηλεργασία, η οποία είναι υπό συζήτηση και για την οποία έχουν ήδη γίνει οι πρώτες συναντήσεις, όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας. «Για την α’ ομοσπονδιακή κλαδική συμφωνία που θέλουμε να υπογράψουμε κάναμε την πρώτη συνάντηση και θα την επαναλάβουμε πάλι μετά τις διακοπές του Αυγούστου για να μπορέσουμε να ρυθμίσουμε ένα περιβάλλον πρωτόγνωρο. Χρειάζεται σίγουρα μια προσεκτική ρύθμιση η οποία θα προκύψει μέσα από τη συμφωνία των διοικήσεων των τραπεζών με την ομοσπονδία των τραπεζοϋπαλλήλων. Θα είναι πολύ θετικό να μπορέσουμε να προχωρήσουμε και να κλείσουμε την ειδική κλασική σύμβαση. Υπάρχει τέτοια διάθεση από τις τράπεζες και μετά θα δούμε τα επιμέρους συστήματα», δήλωσε.
«Για τον παράγοντα εργασία, όσο πιο ρυθμισμένος είναι ο εργασιακός χώρος και οι εργασιακές συνθήκες , τόσο καλύτερα θα είναι για όλος. Θα είναι ίδιες οι συνθήκες σε όλες τις τράπεζες για να μπορούμε να έχουμε τους εργαζόμενους με ένα καθεστώς που το γνωρίζουν, και όλες οι τράπεζες να παίζουν με το ίδιο εργασιακό καθεστώς».