Η Γιοβάννα σε μια εξομολόγηση ψυχής στο «Ράδιο -Ένα 102,5»

Η αγαπημένη ερμηνεύτρια μίλησε στο «Ράδιο-Ένα», για την καλλιτεχνική της πορεία αλλά και για τους ισχυρούς δεσμούς που έχει με τον Βόλο και το Πήλιο
«Ο εσωτερικός μου δρόμος για να βρω τον εαυτό μου και να τον ελευθερώσω, ήταν ο πιο δύσκολος…»

Ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που εμφανίστηκε στην ελληνική τηλεόραση το 1966 και η δεύτερη Ελληνίδα που συμμετείχε στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision το 1965, εκπροσωπώντας την Ελβετία. Επισκέφθηκε και τραγούδησε σε πολλές χώρες του κόσμου και με την υπέροχη φωνή της κατάφερε να μπει στις καρδιές όλων. Η Γιοβάννα, όπως ήταν το καλλιτεχνικό όνομα της Ιωάννας Φάσσου-Καλπαξή, έχει χαραχτεί στις μνήμες πολλών φίλων του τραγουδιού και της μουσικής, όμως η ερμηνεύτρια εδώ και χρόνια έχει αλλάξει σελίδα στο βιβλίο της ζωής της και ασχολείται πλέον με τη συγγραφή, αποτυπώνοντας στο χαρτί όλα τα μεγάλα συναισθήματά της, μετά από την ανακάλυψη του εαυτού της, που πήρε χρόνια και πολλή δουλειά για να γίνει. Η Γιοβάννα , κάνοντας μια κατάθεση ψυχής, μίλησε στο «Ράδιο ΕΝΑ» και στον Ηλία Κουτσερή για την καλλιτεχνική της πορεία, αλλά και τους δεσμούς αγάπης που τη συνδέουν με τον Βόλο και το Πήλιο. Άλλωστε η περιοχή μας αποτελεί το σκηνικό για το τελευταίο της βιβλίο ( «Η Συμφωνία της Χαράς» από τις εκδόσεις «Κέδρος»)

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την περιοχή μας; Την έχετε επισκεφθεί;

Πολλές φορές. Είναι συγκλονιστικό το τοπίο στον Βόλο. Το νέο μου μυθιστόρημα «Συμφωνία της χαράς», που αποτελεί το 23ο μου βιβλίο και κυκλοφορεί αυτή την εποχή, κινείται στην περιοχή του Βόλου, της Τσαγκαράδας και στο Πήλιο. Είναι σημαντικό για μένα αυτό το βιβλίο, καθώς έχω καταθέσει αρκετή σκέψη, ανάλυση του μέσα ανθρώπου και περιμένω τους αναγνώστες να μου πουν τη γνώμη τους. Έχω θαυμάσιες μνήμες από το Πήλιο, από τη θάλασσα και αισθάνομαι πολύ τυχερή που μπόρεσα από την παραλία του Άη Γιάννη να δω αυτή τη θάλασσα.

Πως μπήκε αλήθεια η δική μας περιοχή στη σκέψη σας;

Τα πρώτα χρόνια παντρεμένοι με τον άντρα μου, κάναμε διάφορες εκδρομές και είχε φίλο τον ιδιοκτήτη του «Αλόη» στον Αη Γιάννη και ταξιδεύαμε στο ξενοδοχείο, τραγουδούσα με την κιθάρα μου στον κήπο και με ακούγανε από τα δωμάτια!
Έχω ζήσει την περιοχή και με έχει εντυπωσιάσει, γιατί είναι αρκετά μεταφυσική και με τη θάλασσα μαζί που λέει τόσα. Μια από τις εκδρομές που κάναμε την έβαλα στο μυθιστόρημα.

Μέσα από το βιβλίο σας , νομίζω ότι θέλετε παράλληλα, να δώσετε και ένα ισχυρό μήνυμα ζωής…

Ναι, το βιβλίο, μιλά για το κυνήγι της ελευθερίας. Μιλά για τη γυναίκα, η οποία είναι σκλαβωμένη και από τους γύρω αλλά και από τον εαυτό της, είπε «φτάνει πια» και ξεκίνησε να βρει τη ζωή της, τι είναι ακριβώς και τι έχουμε χρέος να στερεώσουμε στη ζωή μας. Αυτή την ελευθερία, η οποία πάντα σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, αλλά η προσωπική μας ελευθερία, αυτή που μας κάνει να ανασαίνουμε και να χαιρόμαστε τα αρώματα, τη φύση, τους ανθρώπους, τα ερεθίσματα που μας στέλνει κάθε μέρα η ανάσα του Θεού. Αυτά είναι πολύ βαθιά πράγματα, τα οποία μπορώ και τα βλέπω τώρα, που έχω φτάσει σε μια ορισμένη ηλικία και πλέον δεν μπορώ να μην σκεφτώ με αυτό τον τρόπο πια.

Η συγγραφή ήταν ένα παράλληλο «μικρόβιο» με το τραγούδι ή προϋπήρχε;

Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο έγραφα σατιρικά κείμενα για τις εκδρομές, μου ερχόντουσαν εύκολα στο μυαλό διάφοροι στίχοι, τους οποίους έγραφα, αλλά τίποτα παραπέρα εκτός από αυτό. Όταν υπερίσχυσε το τραγούδι και άρχισε το κυνήγι πάνω σ’ αυτό, το γράψιμο το είχα στην άκρη, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Όταν κλείστηκα μετά από ένα ορισμένο σημείο της ζωής μου, είπα πως πρέπει να βρω μια διαφυγή και άρχισα να γράφω. Εκείνη την εποχή γνώρισα μέσω του Σπήλιου Μεντή, του συνθέτη που μου έγραφε τραγούδια, τον Γιάννη Ρίτσο, έγινε ο δάσκαλός μου και μου άνοιξε τις πόρτες του λόγου και μπόρεσα και κατάφερα, κοινώνησα αυτό που λέγεται λόγος. Είναι εξαιρετικά βαρύ όλο αυτό που κουβαλάει ο λόγος κι εγώ το έβλεπα πάντα με δέος και πάνω σ’ αυτό πάλεψα όλα αυτά τα χρόνια.

Εξήντα ένα και πλέον χρόνια καλλιτεχνικής πορείας είναι μεγάλη υπόθεση… Πως την έχετε αξιολογήσει;

Γυρίζω την κοιτάζω, προσπαθώ να την αξιολογήσω. Την αξιολογώ τώρα κάνοντας την αναδρομή, η οποία είναι αναπόφευκτη στον κάθε άνθρωπο και προσπαθώ να δω εάν έχω βάλει κάτι στη βαλίτσα μου. Να μπορέσω να πω στον εαυτό μου ότι δούλεψες, πάλεψες, κατάφερες αυτό, το άλλο, να πω ευχαριστώ στο Θεό για τα δώρα Του, για το μυαλό μου, για την ευαισθησία μου, την οποία κληρονόμησα από τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν ζωγράφος. Είναι πράγματα που σιγά σιγά, περνώντας τα χρόνια, έρχονται και σου θυμίζουν τα βήματά σου.

Η γεύση που σας μένει ποια είναι;

Η πάλη και ο δρόμος για την Ιθάκη έχει και Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Νομίζω ότι ο εσωτερικός μου δρόμος, γιατί αυτός ήταν που είχε τη μεγαλύτερη σημασία, για να ανακαλύψω ποια είμαι και να βρω τον εαυτό μου , να τον ελευθερώσω, ήταν ο πιο δύσκολος. Ο εσωτερικός πόλεμος, η εσωτερική διαδρομή είναι η πιο δύσκολη. Να μπορέσεις να καταλάβεις και να αρχίζεις να επεξεργάζεσαι μέσα σου, όλα εκείνα τα οποία παίρνεις από τη ζωή πως τα μετουσιώνεις, που τα αποδίδεις, σε ποιον τα χρεώνεις… Πόσα στον εαυτό σου, πόσα στις συγκυρίες, πόσα στις κινήσεις των άλλων, είναι πράγματα που είναι πολύ βαριά, αλλά εγώ λόγω χαρακτήρα και λόγω θυσίας κληρονομημένης, όλα αυτά δεν τα πέρασα αβασάνιστα.

Υπήρξαν σκέψεις και για πράγματα που δεν έγιναν, που δεν κάνατε;

Ήθελα να είχα τον εαυτό μου από την εποχή που την έχουν τα παιδιά σήμερα. Τα παιδιά σήμερα έχουν τον εαυτό τους από πολύ νωρίς , ξέρουν ακριβώς τι θέλουν, ξέρουν ότι υπάρχουν. Λέω βαριές κουβέντες, αλλά εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχω και δεν είχα «εγώ», το εγώ μου δεν υπήρχε, υπήρχε των άλλων κι αυτό έκανα μεγάλη πάλη για να το διώξω και να φτάσω σε ένα σημείο τώρα που βλέπω το δικό μου εγώ, όχι εκείνο το άδικο που καταστρέφει, αλλά εκείνο το απαραίτητο «εγώ», για τον κάθε άνθρωπο. Αυτό δεν το είχα εγώ, το είχαν οι άλλοι κι αυτό ήταν που μου στέρησε πολλά πράγματα.

Πόσο επηρέασε η διεθνής καριέρα που κάνατε τη ζωή σας;

Όλα αυτά που έκανα και η συνεργασία μου με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Γενεύης, τα ταξίδια μου μέχρι τη Ν. Αμερική, όλα αυτά αφήνουν μέσα είτε πολύ φως, είτε παραγνωρισμένα σημεία και πράγματα που θα έπρεπε να αξιολογηθούν αλλιώς. Μένω στο θέμα ότι πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχουμε, να ξέρουμε το χρέος που έχουμε απέναντι στους άλλους, το χρέος που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας και να προσπαθούμε διαρκώς να ανεβάζουμε αυτό που λέμε σκέψη, οπτική, να την ελευθερώνουμε.

Το τραγούδι «Έλα κόρη μου, έλα μάτια μου» είναι το τελευταίο που έχετε ερμηνεύσει και νομίζω ότι το έχετε γράψει εσείς;

Ναι. Κι αυτό το τραγούδι, επειδή έχασα τρεις εγκυμοσύνες και δεν έχω παιδιά, το έγραψα για την κόρη που δεν γέννησα. Είναι του Γιώργου Καγιαλίκου η μουσική, ο οποίος είναι συνθέτης, ποιητής και ερμηνευτής. Είναι φίλος μου και τον ευχαριστώ που έντυσε αυτούς τους στίχους τόσο ωραία.



Η Γιοβάννα (σύντομο βιογραφικό)

Η Γιοβάννα [Ιωάννα Φάσσου-Καλπαξή] γεννήθηκε στην Αμαλιάδα με καταγωγή από την Αροανία Καλαβρύτων.
Σπούδασε όπερα στο Ωδείο Αθηνών, από όπου πήρε το δίπλωμά της με άριστα και βραβείο. Παράλληλα, μαθήτρια γυμνασίου ακόμα, και ύστερα από εξετάσεις, άρχισε με τη μεγάλη ορχήστρα της Ελληνικής Pαδιοφωνίας εκπομπές ελαφρού τραγουδιού, το οποίο τελικά και την κέρδισε.
Έλαβε μέρος σε πολλά φεστιβάλ του είδους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό – βραβευμένη κάθε φορά –, όπως στο διεθνές φεστιβάλ Πολωνίας, στο οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο. Αμέσως μετά, και επί τρία συνεχόμενα χρόνια, κλήθηκε για κονσέρτα με ορχήστρα τριάντα πέντε οργάνων στην τότε Σοβιετική Ένωση, όπου και έγινε είδωλο. Τα κονσέρτα αυτά, από την Πετρούπολη μέχρι τον Καύκασο, ανήλθαν στα εκατόν πενήντα. Για δύο χρόνια επίσης συνεργάστηκε με τον ραδιοφωνικό σταθμό της Γενεύης, τον οποίο και εκπροσώπησε στις συναυλίες Musique aux Champs-Élysées σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη, ύστερα από εξετάσεις και αυτή τη φορά, εκπροσώπησε την Ελβετία στη Eurovision, αποσπώντας τις περισσότερες ψήφους στα γαλλόφωνα κράτη. Δίσκους ηχογράφησε στην Ελλάδα, στη Γερμανία – όπου και απέκτησε fan club –, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Σοβιετική Ένωση, στην οποία οι πωλήσεις τους ανήλθαν σε εκατομμύρια.
Και κάποτε η σελίδα της ζωής της γύρισε. Παντρεύτηκε τον δικηγόρο Δημήτρη Καλπαξή και έκτοτε τραγουδούσε μόνο επιλεκτικά.
Απέχοντας σιγά σιγά από το τραγούδι, άρχισε να γράφει. Μαθήτρια του Γιάννη Ρίτσου, εξέδωσε με δική του έγκριση τρεις ποιητικές συλλογές – Να προλάβω, Θα σου μιλήσω και Ψηλαφίζοντας – που έτυχαν πολύ θερμής υποδοχής. Ύστερα μεταπήδησε στον πεζό λόγο. Έχει γράψει δώδεκα μυθιστορήματα – όλα best sellers. Το πρώτο της, Άντε γεια, πήρε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό των εκδόσεων Bell, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και στο θέατρο από τον Θανάση Παπαγεωργίου, με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το τρίτο της μυθιστόρημα, Βαμμένος ήλιος, έγινε σίριαλ στην τηλεόραση, με την Πέμυ Ζούνη, τον Γιάννη Φέρτη και την Μπέτυ Λιβανού στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Προσπάθησε και στον χώρο του θεάτρου με δύο θεατρικά – από τα οποία το ένα, Ο προθάλαμος, απέσπασε το τρίτο κρατικό βραβείο, εγκεκριμένο από τους θεατρολόγους του Εθνικού Θεάτρου –, διηγήματα και δύο μονολόγους με θεατρική δομή. Ο πρώτος μονόλογος, Γενέθλια, παίχτηκε στο θέατρο από την ηθοποιό Άντα Χριστίδου.
Στις 9 Οκτωβρίου 2011 ο δήμαρχος της Τυφλίδας στη Γεωργία, στο πλαίσιο επίσημης τελετής, την αναγόρευσε Επίτιμη Πολίτιδα της Πρωτεύουσας, ορμώμενος από τους δεσμούς αγάπης που αναπτύχθηκαν μεταξύ του γεωργιανού λαού και της Γιοβάννας. Δεσμοί ψυχής από την εποχή των κονσέρτων της στην άλλοτε Σοβιετία που μεταδόθηκαν και στις επόμενες γενιές.

Τα βιβλία της Γιοβάννας στις Εκδόσεις Κέδρος:

Tο παράθυρο στον άλλο τοίχο, μυθιστόρημα, 2001, 2010

Bαμμένος ήλιος, μυθιστόρημα, 1999

Aτμός με λέξεις, διηγήματα, 1997, 2000

O δρόμος για το νότο, μυθιστόρημα, 1998, 2005

O Mεγάλος Ωκεανός, άπαντα ποιημάτων της, 1999

Mάγδα, μυθιστόρημα, 2000, 2001

Eξ αδιαιρέτου, μυθιστόρημα, 2003, 2004

Φεύγω, αγάπησα, μυθιστόρημα, 2007, 2007

Kατάσαρκα, ποίηση, με πίνακες του Δημήτρη Mυταρά, 2008

Ένα καράβι στο μπαλκόνι μας, μυθιστόρημα, 2011

Άχρονος καιρός, ποιήματα, 2015

Η συμφωνία της χαράς, μυθιστόρημα, 2020