Σε δήλωση προχώρησε ο πρόεδρος της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής Διαχείρισης και Ελέγχου της ευλογιάς, Καθηγητής Κτηνιατρικής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Χαράλαμπος Μπιλλίνης, λέγοντας για ακόμη μία φορά ότι δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εμβόλια στην ΕΕ για τη ζωονόσο, την ώρα που επιστημονικοί φορείς αλλά και κτηνοτρόφοι ζητούν άμεσα τον εμβολιασμό των ζώων, για να μην εκλείψει πλήρως το ζωικό κεφάλαιο στη χώρα.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής τοποθετείται στο θέμα με αφορμή την πρόσφατη έκθεση της EFSA για την ευλογιά αιγοπροβάτων (Sheep and Goat Pox – SGP). Ωστόσο, η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή για τη Διαχείριση και τον Έλεγχο της Ευλογιάς των αιγοπροβάτων επισημαίνει, σύμφωνα με τον κ. Μπιλλίνη, ότι τα συμπεράσματα της έκθεσης δεν μπορούν να μεταφερθούν άκριτα στις πραγματικές συνθήκες της Ελλάδας, χωρίς σοβαρούς κινδύνους για την επιτήρηση, την εκρίζωση της νόσου και τη ζωική παραγωγή.
Πρώτον, όπως σημειώνεται στη δήλωση, δεν υπάρχουν σήμερα εγκεκριμένα εμβόλια SGP στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε εμβόλια που να επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ μολυσμένων και εμβολιασμένων ζώων (DIVA). Αυτό σημαίνει ότι ένας μαζικός εμβολιασμός θα δυσχέραινε σημαντικά την επιδημιολογική επιτήρηση και θα περιέπλεκε την ανάκτηση καθεστώτος απαλλαγής από τη νόσο, με σοβαρές επιπτώσεις και στο εμπόριο.
Δεύτερον, σύμφωνα με τον κ. Μπιλλίνη, η ίδια η EFSA αναγνωρίζει ότι τα μαθηματικά μοντέλα τύπου «kernel», τα οποία χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση εμβολιαστικών σεναρίων, δεν αποτυπώνουν επαρκώς την επιδημιολογική πραγματικότητα της Ελλάδας. Η χώρα χαρακτηρίζεται από έντονη γεωγραφική πολυπλοκότητα (ορεινοί όγκοι, νησιά) και από πολλαπλές, απομακρυσμένες μεταξύ τους συρροές κρουσμάτων, γεγονός που συνδέεται κυρίως με μετακινήσεις ζώων και όχι με απλή τοπική μετάδοση. Για τον λόγο αυτό, η ελληνική πλευρά έχει αναπτύξει εναλλακτική επιστημονική προσέγγιση με στατιστική μοντελοποίηση δύο σταδίων, που διαχωρίζει τον κίνδυνο εισαγωγής της νόσου από τη σοβαρότητα της επιζωοτίας, προσφέροντας πιο ρεαλιστική βάση για τη λήψη αποφάσεων.
Τρίτον, τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων προέρχονται κυρίως από τρίτες χώρες και από αυτόχθονες φυλές, όχι από ευρωπαϊκές ή ελληνικές φυλές προβάτων. Στην Ελλάδα, η επιζωοτία αφορά σχεδόν αποκλειστικά πρόβατα, ενώ οι αίγες εμφανίζουν φυσικά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Επομένως, τα ευνοϊκά αποτελέσματα που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία, κυρίως για αίγες, δεν είναι βέβαιο ότι ισχύουν υπό ελληνικές συνθήκες. Επιπλέον, έχει τεκμηριωθεί ότι τα ζώντα εξασθενημένα εμβόλια συνοδεύονται από απέκκριση εμβολιακού ιού, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο σε περιβάλλον εκρίζωσης.
Τέλος, η εφαρμογή εμβολιαστικών στρατηγικών προϋποθέτει αυστηρούς περιορισμούς μετακίνησης των ζώων για εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό, κάτι που στην ελληνική κτηνοτροφική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί με συνέπεια και ενδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένη συμμόρφωση και προβλήματα ευζωίας.
Συμπερασματικά, τονίζει ο πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής ότι η ελληνική επιστημονική θέση υπογραμμίζει ότι, με τα σημερινά δεδομένα, ο εμβολιασμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής ή επαρκώς τεκμηριωμένη λύση. Απαιτείται προσεκτική, σταδιακή προσέγγιση, με πιλοτικές εφαρμογές, ισχυρή επιτήρηση και προσαρμογή στα ιδιαίτερα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της χώρας, πριν ληφθούν αποφάσεις με τόσο κρίσιμες συνέπειες.































