«Σεισμό» στο πολιτικό σκηνικό αναμένεται να επιφέρει η αλλαγή του εκλογικού νόμου που εξετάζεται, με ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των βουλευτών και ως εκ τούτου των εδρών που βγάζει το κάθε κόμμα. Στη Μαγνησία εκτιμάται ότι εάν προωθηθεί η συγκεκριμένη λύση θα βγαίνουν δύο ή τρεις λιγότεροι βουλευτές που θα χωρίζονται σε Βόλο και το υπόλοιπο του Νομού.
Ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κρήτης, Παναγιώτης Κουστένης μέσα από τη συχνότητα του Ράδιο ΕΝΑ και τον Δημήτρη Καρεκλίδη, ανέφερε πως η πρόταση του νέου εκλογικού συστήματος που μελετάται από την κυβέρνηση και βασίζεται στο γερμανικό μοντέλο, μπορεί να εφαρμοστεί στις εκλογές που θα γίνουν μετά το 2027. Παράλληλα εκτίμησε πως το πιθανότερο σενάριο είναι να πάμε σε επαναληπτικές εκλογές, λόγω μη συνεργασιών των κομμάτων μεταξύ τους. Όπως είπε το γερμανικό εκλογικό σύστημα έχει κοινό στοιχείο με το ελληνικό σύστημα και συγκεκριμένα από το 2007 και μετά, η συνολική κατανομή των εδρών υπολογίζονται ευθύς εξαρχής με βάση το ποσοστό του. Δηλαδή γνωρίζοντας τι ποσοστά έχουν λάβει στην επικράτεια κατευθείαν γίνεται και ο υπολογισμός πόσες έδρες θα πρέπει να έχει το καθένα. Μέχρι και το 2004 συνέβαινε το αντίθετο και συγκεκριμένα άρχιζε η κατανομή σε κάθε Περιφέρεια και στο τέλος οι έδρες που έβγαζαν τα κόμματα στις διάφορες περιφέρειες αθροίζονταν και έτσι έβγαινε το σύνολό τους. Αυτό που αλλάζει είναι ότι παύουν οι εκλογικές περιφέρειες όπως τις γνωρίζαμε, βάση νομού δηλαδή και θα είναι πολύ μεγαλύτερες και θα ταυτίζονται με τις λεγόμενες αποκεντρωμένες διοικήσεις.
Ουσιαστικά πρόκειται για συγχωνεύσεις των σημερινών διοικητικών περιφερειών και έτσι αν ένα κόμμα έχει να πάρει 20 έδρες συνολικά θα γνωρίζουμε πως πέντε από αυτές θα τις πάρει στην Αττική και τέσσερις στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα και τρεις στη Μακεδονία – Θράκη. Από εκεί και έπειτα η κάθε μια από αυτές τις μεγάλες Περιφέρειες θα έχει έναν αριθμό εδρών, όπου μάλιστα το σύνολο των εδρών παύει να είναι ακριβώς 300 όπως είναι σήμερα. Μελετάται το σενάριο οι έδρες της Βουλής είτε να μειωθούν σε 200 είτε σε 250 και αυτές θα μοιράζονται στις 7 μεγάλες περιφέρειες.
«Εάν Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα έχει να δώσει 40 έδρες, αυτές δεν θα δίνονται από μια λίστα υποψηφίων από όλη τη Θεσσαλία, αλλά οι 20 θα δίνονται σε μονοεδρικές τοπικές περιφέρειες και οι υπόλοιπες θα δίνονται σε μια συνολική λίστα για τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, ενώ αποτελεί ερώτημα το πώς θα χωριστούν οι μονοεδρικές. Το ζήτημα είναι εάν ένα κόμμα με βάση τα ποσοστά του έχει να πάρει 20 έδρες σε όλη την Ελλάδα και οι 4 από αυτές είναι στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, πόσες από τις μονοεδρικές κερδίζει το συγκεκριμένο κόμμα. Σημειώνεται ότι η ψηφοφορία στις μονοεδρικές θα είναι με το πλειοψηφικό που θα διαρκεί έναν γύρο και όποιο κόμμα έρθει πρώτο παίρνει και τη μονοεδρική. Εάν ένα κόμμα που παίρνει 4 σε όλη την Περιφέρεια κερδίσει μία μονοεδρική τότε στις υπόλοιπες 3 που απομένουν θα τις πάρει από τη γενική λίστα όλης της Περιφέρειας. Κατά κανόνα το προβάδισμα στις μονοεδρικές το έχουν τα ισχυρότερα κόμματα και για παράδειγμα στη Γερμανία το SPD και το CDU το μεγαλύτερο μέρος των εδρών τους τις παίρνουν από τις μονοεδρικές περιφέρειες, ενώ από τις υπόλοιπες έδρες της λίστας παίρνουν πάρα πολύ λίγες. Αντίθετα τα μικρά κόμματα δεν παίρνουν σχεδόν καμία μονοεδρική και λαμβάνουν όλες τους τις έδρες από τη λίστα» ανέφερε ο κ. Κουστένης.
Δύο με τρεις έδρες η Μαγνησία
Πρόσθεσε πως το 2010 όταν και είχε προωθηθεί η συγκεκριμένη εκλογική μεταρρύθμιση ο λόγος που είχε γίνει η πρόταση ήταν για να καταπολεμηθούν οι διαδρομές του πολιτικού χρήματος, με βάση τις ανάγκες της προεκλογικής εκστρατείας, και είχε θεωρηθεί ότι οι μικρότερες περιφέρειες θα έκαναν πιο φθηνό τον προεκλογικό αγώνα και όχι τόσο μεγάλη την ανάγκη εύρεσης πολιτικού χρήματος. Από την άλλη όταν μικραίνει το μέγεθος μιας εκλογικής περιφέρειας, όπως για παράδειγμα η Μαγνησία που από πέντε έδρες θα αναλογούν είτε δύο είτε τρεις έδρες που από αυτές τις τρεις, δύο θα είναι οι μονοεδρικές που θα δημιουργηθούν και έτσι οι πολίτες θα ψηφίζουν για τον βουλευτή του Βόλου και τον βουλευτής του υπόλοιπου νομού. Επίσης θα υπάρχει άλλη μια έδρα που αριθμητικά θα αντιστοιχεί στη Μαγνησία που θα βγαίνει από τη γενική λίστα των υποψηφίων της Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας.
«Λογικά τα κόμματα θα βάζουνε κάποιους υποψήφιους από κάποιες συγκεκριμένες περιφέρειες σε μια καλύτερη θέση, για να υπάρχει η τοπικότητα στον χαρακτήρα της ψήφου. Ναι μεν γίνεται φθηνότερη η προεκλογική εκστρατεία, ωστόσο, όταν πρόκειται να ψηφίσεις για βουλευτή του Βόλου θα μοιάζει σαν να ψηφίζεις δήμαρχο, γιατί με αυτόν τον τρόπο όταν υπάρχει κοντινότερη απόσταση του ψηφοφόρου με τον υποψήφιο εκεί ενδεχομένως το ρουσφέτι να έχει μεγαλύτερη επίδραση απ’ ό,τι θα συνέβαινε στην Περιφέρεια στη Μαγνησία. Πέρα από το ρουσφέτι το προσωπικό κριτήριο θα είναι πιο ισχυρό από το πολιτικό. Ασχέτως κόμματος στη μονοεδρική θα ψηφίζουν αυτόν που γνωρίζουν και υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης του περιεχομένου της ψήφου, διότι θα γίνει περισσότερο προσωπική και άρα πολιτική ή κομματική.
Μόνο ένας υποψήφιος από κάθε κόμμα
Στο εκλογικό σύστημα της Γερμανίας υπάρχει ο μηχανισμός της λεγόμενης διπλής ψήφου, δηλαδή ο ψηφοφόρος πάει στην κάλπη και ψηφίζει αυτόν που θέλει για τη μονοεδρική της περιοχής του και στη συνέχεια σε μια δεύτερη κάλπη επιλέγει το κόμμα. Οι ψήφοι των μεγάλων περιφερειών και κατόπιν οι εθνικές ψήφοι που γίνεται ο τελικός υπολογισμός των εδρών υπολογίζονται με βάση την κομματική ψήφο, όχι με βάση την ψήφο της μονοεδρικής. Ωστόσο στην Ελλάδα για να μην υπάρχει μπέρδεμα η ψήφος θα είναι ενιαία δηλαδή ο βουλευτής που θα ψηφίζει στις μονοεδρικές ανάλογα με το ποιο κόμμα ανήκει, το κόμμα αυτό θα θεωρείται ότι έχει ψηφιστεί και για την περιφέρεια. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το προσωπικό κριτήριο σαφώς θα υπερισχύει του πολιτικού ή του κομματικού» υποστήριξε ο κ. Κουστένης. Καταλήγοντας είπε πως ο εκλογικός ανταγωνισμός μπορεί να σχετίζεται με το ρουσφέτι και φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς αποτελώντας ένα αντικειμενικό πρόβλημα, το οποίο δεν θα λυθεί με τον νέο εκλογικό νόμο. Αυτός μειώνει την απόσταση ψηφοφόρου και υποψήφιου, μειώνει τις ανάγκες χρηματοδότησης μιας μεγάλης προεκλογικής εκστρατείας και εξαφανίζει τον ανταγωνισμό των υποψηφίων μεταξύ του ίδιου κόμματος και δεν θα υπάρχουν δύο ή τρεις υποψήφιοι από το ίδιο κόμμα στη Μαγνησία να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αλλά ένας από το κάθε κόμμα που θα κατέρχεται μαζί με έναν αναπληρωτή και θα καταργηθεί ο σταυρός προτίμησης.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης: Γιώργος Στεργίου






























