Τη μερίδα του λέοντος απολαμβάνουν οι μεσάζοντες εκτοξεύοντας προς τα πάνω τις τιμές για τους καταναλωτές και συμπιέζοντας το κέρδος των παραγωγών, χωρίς μέχρι στιγμής η πολιτεία να προχωρεί στη λήψη μέτρων για τον περιορισμό της ασυδοσίας, ή άλλες φορές στην επιβολή προστίμων που είναι πασατέμπος σε σχέση με τα υπέρογκα κέρδη τους. Παράλληλα βιομηχανία και έμποροι εξακολουθούν να αρμέγουν την αγελάδα, με κτηνοτρόφους και αγρότες να παίρνουν ό,τι μένει και τους καταναλωτές να πληρώνουν συνεχώς τη νύφη λόγω της ακρίβειας.
Ο αγροτοσυνδικαλιστής από τον Αλμυρό Χρήστος Πάντζιος μιλώντας στη «Μαγνησία» ζητεί από την κυβέρνηση να βάλει χαλινάρι στις υπερβολικές ορέξεις των μεσαζόντων, των βιομηχανιών και εμπόρων οι οποίοι κερδοσκοπούν εις βάρος όλων των υπόλοιπων. Όπως τονίζει το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι τιμές σε σιτηρά, καλαμπόκια και βαμβάκι, πλέον δεν πέφτουν, παρά το γεγονός ότι είχαν ανέβει πριν δύο χρόνια λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Κάτι η ακρίβεια στα λιπάσματα, κάτι η εκτόξευση του κόστους στα καύσιμα και στο φυσικό αέριο, οδήγησαν στο ζενίθ τον δείκτη της ακρίβειας. Το γεγονός αυτό δεν ισχύει πλέον καθώς οι τιμές έχουν αποκλιμακωθεί τόσο στο φυσικό αέριο, όσο και στα καύσιμα, αλλά δεν έχουν μειωθεί αντίστοιχα και στο ράφι. Μέχρι το 2022 το σιτάρι πωλούνταν προς 50 λεπτά το κιλό, το καλαμπόκι προς 30 και το βαμβάκι προς 1 ευρώ, ενώ πλέον η τιμή του σιταριού βρίσκεται στα 25 λεπτά, του καλαμποκιού στα 21 λεπτά και του βαμβακιού στα 50 λεπτά, αλλά δεν υπήρξε και η ανάλογη μείωση για τους καταναλωτές, οι οποίοι συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά, όπως και για τους παραγωγούς που πουλάνε και αυτοί στους μεσάζοντες φθηνότερα. Η κατάσταση είναι πλέον δυσχερής για τους αγρότες, καθώς βρίσκονται αντιμέτωποι με αναλώσιμα που είναι ακριβά και έχει τριπλασιαστεί το κόστος τους σε σχέση με παλαιότερα, τα καύσιμα που αν και κάπως φθηνότερα δεν παύουν οι τιμές τους να είναι τσουχτερές. Σημαντική επιβάρυνση προκύπτει και από την άνοδο στους μισθούς των εργατών γης, που πλέον φτάνουν τα 60 ευρώ την ημέρα, ενώ μέχρι πρότινος ήταν στα 30, ενώ και το εργατικό δυναμικό πλέον είναι δυσεύρετο, γιατί πολλοί κυρίως αλλοδαποί εργάτες έφυγαν στο εξωτερικό βρίσκοντας καλύτερα μεροκάματα. «Αυτός που την πληρώνει είναι ο παραγωγός ο οποίος βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδο, και θέλω να θέσω το ερώτημα, γιατί εφόσον η τιμή στα σιτηρά καταγράφει πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια, γιατί δεν αγοράζουμε όλοι μας το ψωμί στον φούρνο φθηνότερα; Άρα κάποιος κερδοσκοπεί σε βάρος των καταναλωτών και των παραγωγών. Έμποροι και βιομηχανία κερδίζουν εκατομμύρια» επισημαίνει με νόημα ο κ. Πάντζιος ζητώντας από την κυβέρνηση να προχωρήσει στη λήψη ουσιαστικών μέτρων για την πάταξη της αισχροκέρδειας, ώστε τα αγροτικά προϊόντα να μην γίνονται αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης προς όφελος ορισμένων. Επιπλέον ο Αλμυριώτης αγροτοσυνδικαλιστής έθεσε και το ζήτημα των παράνομων ελληνοποιήσεων σε αγροτικά προϊόντα, όπως η τομάτα, όπου επιτήδειοι μεσάζοντες εισάγουν μεγάλες ποσότητες από την Τουρκία, αγοράζοντας τις φθηνά, τις βαφτίζουν εν μια νυκτί ελληνικές και τις πουλάνε ακριβά, ωστόσο, οι ντομάτες αυτές είναι άγνωστο το πώς έχουν παραχθεί, γιατί χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα τα οποία είναι απαγορευμένα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι στην Τουρκία, θέτοντας σε κίνδυνο το καταναλωτικό κοινό. Έτσι και εδώ επιβάλλεται παρέμβαση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, ώστε να εντοπίζονται τέτοιες προσπάθειες και να τιμωρούνται οι εισαγωγείς αυστηρά.
Συσπείρωση αγροτών – καταναλωτών
Από την πλευρά του ο Σταύρος Γλιάτης, αγρότης από τον Αλμυρό, τονίζει ότι η ακρίβεια οφείλεται στους μεσάζοντες οι οποίοι παίρνουν φθηνά όλα τα αγροτικά προϊόντα και κυρίως κάτω του κόστους, φτάνοντας στον καταναλωτή πανάκριβα. Μάλιστα οι αγρότες πούλησαν φέτος το σκληρό σιτάρι 30 λεπτά το κιλό, τιμή που δεν τους ικανοποιεί, μιας και δεν επαρκεί να καλύψουν τα έξοδά τους. Παράλληλα οι έμποροι λαμβάνουν προϊόν χωρίς φύρα, καθώς οτιδήποτε έχει να κάνει με απώλεια την επωμίζεται ο παραγωγός. Για να λυθεί το πρόβλημα εκτιμά ότι θα πρέπει οι αγρότες να συσπειρωθούν μεταξύ τους διεκδικώντας καλύτερες τιμές και παράλληλη μείωση του κόστους παραγωγής, ενώ οι καταναλωτές από την πλευρά τους να διεκδικήσουν κατάργηση στο ΦΠΑ σε ευρεία γκάμα ειδών λαϊκής κατανάλωσης, προκειμένου οι τιμές να πέσουν και να πάρει ανάσα ο κόσμος.
Κτηνοτρόφοι: Μέχρι 10 ευρώ θα έπρεπε να κοστίζει η φέτα
Θησαυρίζουν εις βάρος των παραγωγών και των καταναλωτών οι μεσίτες και οι μεγαλέμποροι οι οποίοι αυξάνουν την τιμή των προϊόντων που θα τοποθετηθούν στα ράφια των μάρκετ, καθιστώντας ακριβά αρνιά και κατσίκια, όπως επίσης όλα τα γαλακτοκομικά, όπως τη φέτα, προϊόν που βρίσκεται σε κάθε ελληνικό σπίτι.Όπως αναφέρουν κτηνοτρόφοι η λογική τιμή που θα έπρεπε να αγοράζεται από όλους η φέτα θα έπρεπε να κινείται γύρω στα 10 ευρώ το κιλό, ωστόσο, πολλές από αυτές στα σούπερ μάρκετ κοστίζουν 15 ευρώ, ποσό που θεωρείται το λιγότερο ως υπερβολικό. Μιλώντας στη «Μαγνησία» ο πρόεδρος του τοπικού συλλόγου κτηνοτρόφων Γιώργος Τερζάκης, έκανε λόγο για πολύ χαμηλές τιμές που προσφέρουν οι μεγαλέμποροι και οι μεσίτες, καθώς ο κτηνοτρόφος φτάνει να πουλάει το αρνί και το κατσίκι στα 8 με 8,5 ευρώ το κιλό, χωρίς να έχει κάποιο κέρδος από την όλη διαδικασία. Ωστόσο, οι καταναλωτές αγοράζουν 14 και 15 ευρώ το κιλό. Από τα 8,5 ευρώ είναι ένα 2% φύρα που την επωμίζεται ο παραγωγός, ενώ και ο κρεοπώλης πετάει συνήθως το κεφάλι του ζώου το οποίο ζυγίζει περίπου 800 γραμμάρια. Όπως τονίζει ο παραγωγός δεν βγάζει κάποιο κέρδος, καθώς το ζώο για να μεγαλώσει και να φτάσει σε μέγεθος τα 10 κιλά χρειάζεται καθημερινά ενάμισι κιλό γάλα γίδινο και 1,58 πρόβειο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι παραγωγοί να τα δίνουν πολύ φθηνά χωρίς να βγάζουν ουσιαστικά τα έξοδά τους. Καλύτερη, ωστόσο, είναι η κατάσταση στο μέτωπο του τυριού, γιατί μια καλή τιμή για τον παραγωγό θεωρείται 1,1 ευρώ το κιλό στο γίδινο και 1,6 στο πρόβειο. Με όλα τα έξοδα το συνολικό κόστος για την παρασκευή της φέτας αγγίζει τα 4,5 ευρώ, οπότε μαζί με το κέρδος που θα αποκόμιζαν οι μεσάζοντες, μια λογική τιμή, όπου θα έπρεπε να πωλείται στα ράφια των μάρκετ, θα ήταν τα 10 ευρώ. Παρόλα αυτά βλέπουμε αριθμούς που φτάνουν τα 15, ίσως και τα 16 ευρώ το κιλό, πράγματα που δείχνει πως οι μεσάζοντες και λιανοπωλητές κάνουν πάρτι σε βάρος των καταναλωτών. Ως μοναδική λύση στο παραπάνω πρόβλημα είναι θα ήταν μια κυβερνητική παρέμβαση ώστε να μειωθεί το κέρδος τους, για να βγουν ωφελημένοι κυρίως οι καταναλωτές. «Η μεγάλη διαφορά στην τιμή που φεύγει από εμάς και φτάνει στον πολίτη, οφείλεται στους μεσάζοντες οι οποίοι τη φουσκώνουν, τη στιγμή που οι κτηνοτρόφοι είναι στις επάλξεις δουλεύοντας 365 ημέρες τον χρόνο, από τις 6 τα χαράματα έως και τις 12 τα μεσάνυχτα» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Τερζάκης.
Πηγή: Ειδική έκδοση του Ομίλου Καρεκλίδη “Restart στη Μαγνησία”































