H Συμφωνία Mercosur επικυρώνεται. Αλλά τι περιλαμβάνει για αγρότες και καταναλωτές;

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Η ανάλυση του καθηγητή Αγροτικής Οικονομίας του ΠΘ Γιώργου Βλόντζου

Η συμφωνία ανάμεσα σε Eυρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur έρχεται προς επικύρωση στην Ευρώπη και τόσο οι Ευρωπαίοι αγρότες όσο και μέλη κυβερνήσεων αντιδρούν, βλέποντας σημαντικές επιπτώσεις να έρχονται στο προσκήνιο. Τι περιλαμβάνει όμως η συμφωνία συγκεκριμένα; Αυτό αναλύει ο καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας στο Τμήμα Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιώργος Βλόντζος, που βλέπει τόσο πλεονεκτήματα όσο και πιέσεις που θα δεχθούν βασικά προϊόντα και καλλιέργειες της Ελλάδας.

Του Χρυσόστομου Τρίμμη

Σύμφωνα με τον κο Βλόντζο, η συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές προβλέπει είτε με μηδενικούς είτε με πολύ χαμηλούς δασμούς, και θα ενισχυθεί το εμπόριο μεταξύ των δύο ενώσεων. Η Mercosur είναι μια ένωση τεσσάρων κρατών της Λατινικής Αμερικής, την οποία αποτελούν Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη και όπως τονίζει έχει διαρκέσει η διαπραγμάτευση σχεδόν είκοσι χρόνια. «Ήταν μια αρκετά σκληρή διαπραγμάτευση. Ουσιαστικά αυτό το οποίο επιτάχυνε την ολοκλήρωσή της ήταν η εκλογή Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι κατά καιρούς απόπειρες του προέδρου Τραμπ να περιορίσει το εμπόριο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και άλλων χωρών, όπως είναι κυρίως η Κίνα» σημειώνει.

Ο κ. Βλόντζος αναφέρει ότι γενικά η Ευρώπη ως ήπειρος διαχρονικά αντιμετώπιζε ένα έλλειμμα αυτάρκειας βασικών αγροτικών προϊόντων και τροφίμων. Συγκεκριμένα, εξηγεί: «Ακόμα και την περίοδο πριν τον Γύρο της Ουρουγουάης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, υπήρχαν συγκεκριμένα προϊόντα, με πιο σημαντικό αυτό της σόγιας, όπου δεν υπήρχαν δασμοί μεταξύ όλης της αμερικανικής ηπείρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να στηριχθεί η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία με φθηνές ζωοτροφές. Η ευρωπαϊκή ήπειρος, εξαιτίας των διασώσεων που έχει ως προς τον πρωτογενή τομέα, δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική σε αροτραίες μεγάλες καλλιέργειες σε σχέση με την αμερικάνικη ήπειρο, εξαιτίας των πολύ μεγάλων εκτάσεων που υπάρχουν εκεί. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που ουσιαστικά ακόμα και από την εποχή του Χριστόφορου Κολόμβου προσπαθούσαν τα ευρωπαϊκά βασίλεια να βρουν νέες γαίες για να μπορέσουν να καλύψουν τις ανάγκες, τόσο της διατροφής των ανθρώπων αλλά και της ζωικής παραγωγής».

Σύμφωνα με τον κο καθηγητή, όταν μιλάμε ειδικά για την Βραζιλία και την Αργεντινή, μιλάμε για δύο υπερδυνάμεις στον χώρο της Γεωργίας και της Κτηνοτροφίας. «Έτσι λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπάθησε να ενισχύσει την αυτάρκεια της σε βασικά αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα με όσο το δυνατό μικρότερο κόστος παραγωγής. «Για πρώτη φορά μία τόσο πολύ μεγάλη γεωγραφική ζώνη αποδέχεται ένα δίκαιο το οποίο έχει παραχθεί μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δίκαιο των προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ. Πλέον δίνεται μία επταετής περίοδος προσαρμογής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να ενσωματώσουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης γι’ αυτά τα προϊόντα, αλλά και να μεταρρυθμιστούν και να προσαρμοστούν οι βιομηχανίες μεταποίησης των χωρών αυτών στο νέο καθεστώς. Εμείς μπορούμε να μιλάμε για τη φέτα που είναι η ναυαρχίδα του πρωτογενούς μας τομέα, αλλά υπάρχουν όμως εκατοντάδες προϊόντα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία θα μπορούν να τύχουν καλύτερων συνθηκών εμπορίας και αποκλειστικής παραγωγής σε μία τόσο μεγάλη γεωγραφική ζώνη απέναντι σε τόσο πολύ μεγάλες αγορές» περιγράφει μεταξύ άλλων.

Τα εμφανή μειονεκτήματα

Αυτά είναι κάποια από τα πλεονεκτήματα που προβλέπονται. Τι γίνεται όμως με τα μειονεκτήματα, ειδικά σε ό,τι αφορά και την Ελλάδα;

Σύμφωνα με τον κο Βλόντζο καλλιέργειες όπως είναι το βαμβάκι, το ρύζι και το καλαμπόκι, θα βρεθούν υπό πίεση, κάτι που όπως σημειώνει το ξέραμε και ως χώρα εδώ και 20 χρόνια. Τονίζει δε ότι: «Ο πρωτογενής τομέας της Ελλάδας, έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή, είναι το αποτέλεσμα μιας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία ουσιαστικά έχει πάψει να εφαρμόζεται εδώ και τριάντα χρόνια. Απλά εμείς επιμένουμε να καλλιεργούμε προϊόντα στα οποία ποτέ μα ποτέ δεν ήμασταν ανταγωνιστικοί. Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας καλυπτόταν μέσω των πολύ πολύ ισχυρών επιδοτήσεων, τις οποίες η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έδινε στους παραγωγούς από τη δεκαετία του 80 ουσιαστικά μέχρι και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990 για πάρα πολύ συγκεκριμένους λόγους. Γιατί ήθελε να είναι αυτάρκης στο βαμβάκι, γιατί ήθελε να έχει δικά της προϊόντα, σχεδόν αδιαφορώντας για το πόσο ανταγωνιστικές είναι αυτές οι καλλιέργειες με όρους ελεύθερης αγοράς».

Πόσο ανάγκη όμως έχει ο Αργεντινός ή Βραζιλιάνος αυτή τη στιγμή την ελληνική φέτα, σε σχέση με την ανάγκη που προφανώς έχει και η Ελλάδα σε ρύζι ή σιτάρι; Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σημειώνει ότι θα πρέπει να καταλάβουμε ότι αποτελούμε μια πολύ, πολύ μικρή μερίδα του ευρωπαϊκού πληθυσμού και ότι ως χώρα δεν είμαστε σε σημαντικό βαθμό διαμορφωτές πολιτικής πολιτικής, αλλά ακολουθούμε. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα της φέτας λοιπόν, τονίζοντας: «Παραδοσιακά η εξαγωγή φέτας σε ποσότητα είναι λίγο παραπάνω από 10.000 τόνους. Είναι αμελητέα ποσότητα μπροστά στο μέγεθος του πληθυσμού, ακόμα και των χωρών αυτών. Υπάρχουν εταιρίες που εξάγουν φέτα και στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί η ελληνική φέτα βρίσκεται αντιμέτωπη πάλι με μία φέτα που παράγει μία αμερικάνικη γαλακτοβιομηχανία, η οποία χρησιμοποιεί για πρώτη ύλη αγελαδινό γάλα. Δεν είναι παράνομο εκεί. Άρα λοιπόν, αυτό δεν δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό, όταν η πρώτη ύλη αυτή τη στιγμή έχει 45-50 σεντς το λίτρο το αγελαδινό γάλα, ενώ το πρόβειο και το γίδινο κατά μέσο όρο έχουν 1,40 με 1,50 ευρώ;».

«Δεν πουλάς μόνο φέτα»

Ο Αργεντινός όμως μπορεί να μην χρειάζεται τη φέτα, ως είδος πρώτης ανάγκης η φέτα, σε σύγκριση με το ρύζι ή το βαμβάκι….

Αλλά ο κ. Βλόντζος ανταπαντά: «Η φέτα δεν πάει ποτέ μόνη της. Έχει αποδειχθεί με πάρα πολλές έρευνες ότι σε κάθε περιοχή της Γης υπάρχει μία συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού, η οποία θέλει να τρέφεται με ποιοτικά προϊόντα και είναι διατεθειμένη να πληρώσει για αυτά. Ποτέ δεν είπαμε ότι τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα είναι φθηνά. Ποτέ δεν μπορούσαμε να είμαστε φθηνοί. Είμαστε όμως ποιοτικοί και έχουμε ένα αφήγημα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτικών προϊόντων που παραδοσιακά παράγονται στη χώρα είναι αναπόσπαστο μέρος της μεσογειακής διατροφής. Δεν πουλάς ποτέ φέτα σκέτη, πουλάς χωριάτικη σαλάτα. Πουλάς φέτα με ελαιόλαδο και ελληνική ρίγανη και έχεις ένα αφήγημα. Μιλάμε για την εκτόξευση του τουρισμού κτλ. Δεν υπάρχει μία πολύ καλή και στενή εντατική συνεργασία μεταξύ του παραγωγικού ιστού, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας της χώρας με τα τουριστικά ρεύματα. Δεν μπορούν αυτοί οι άνθρωποι εύκολα, όταν θα γυρίσουν στο σπίτι τους, να βρουν τα προϊόντα αυτά τα οποία γεύονται στην Ελλάδα. Ούτε και υπάρχουν και πολύ ισχυρές δικλείδες ασφαλείας ότι ακόμα και όταν είναι στην Ελλάδα καταναλώνουν ελληνικά τρόφιμα».

«Μηδενική ανοχή της ΕΕ στα υπολείμματα φαρμάκων»

Μιας και όμως στεκόμαστε στο θέμα της ποιότητας, ένα βασικό επιχείρημα και των αγροτών που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις είναι ότι τα πρότυπα καλλιέργειας και παραγωγής δεν είναι τα ίδια στις χώρες της Mercosur με αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι γίνεται με αυτή την υπόθεση λοιπόν;

Γίνονται για παράδειγμα αναφορές σε ορμόνες στο βόειο κρέας της Βραζιλίας. «Η ίδια ορμόνη όμως χρησιμοποιείται στην ευρωπαϊκή χοιροτροφία» σχολιάζει ο κ. Βλόντζος και συμπληρώνει: «Όσον αφορά τα φάρμακα και τις δραστικές ουσίες, δεν υπάρχει ενιαίο πλαίσιο ακόμα και μέσα στην Ευρωπαική Ένωση, δηλαδή το τί δραστικές είναι επιλέξιμες στην Ελλάδα είναι διαφορετικό σε σχέση πχ με τη Βουλγαρία ή τη Γαλλία. Άρα λοιπόν και αυτό είναι αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης».

Ο καθηγητής Αγροτικής Οικονομίας τονίζει ότι η ΕΕ δείχνει μηδενική ανεκτικότητα στα υπολείμματα γεωργικών φαρμάκων και οτιδήποτε η εισαγωγή γίνεται ή αντίστοιχα εξαγωγή από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις χώρες αυτές ελέγχεται όχι δειγματοληπτικά, αλλά οριζόντια για την ύπαρξη για την ύπαρξη υπολειμμάτων. Για τον ίδιο το πρόβλημα με την ευρωπαϊκή γεωργία είναι περισσότερο το να περιοριστεί η παράνομη επωνυμοποίηση εισαγόμενων προϊόντων. «Να μην έχουμε ελληνοποιήσεις δηλαδή. Δεν μπορεί τώρα όλη η Ελλάδα 12 μήνες τον χρόνο να τρώει πατάτα Νευροκοπίου ή Νάξου. Δεν υπάρχει πουθενά σε επίπεδο οπωροπωλείου ή λαϊκής, μια ταμπελίτσα που να λέει πατάτες Γαλλίας. Πιστεύω ότι αν δοθεί εκεί περισσότερη βαρύτητα, θα πρέπει να καταλάβει το κοινό ότι δεν αγοράζουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια τρόφιμα» σημειώνει.

«Υπάρχει κόσμος που έχει ανάγκη φθηνότερα τρόφιμα»

Βασικό σχόλιο που κάνει ο κ. Βλόντζος; «Δεν είναι όλοι οι καταναλωτές με το ίδιο καταναλωτικό προφίλ. Όταν λοιπόν ο καταναλωτής χτίζει μια σχέση εμπιστοσύνης με ένα συγκεκριμένο προϊόν, και θα πληρώσει κάτι παραπάνω για να το πάρει και ο παραγωγός θα αμειφθεί γι’ αυτό το προϊόν, για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, για τα πιστοποιητικά ασφάλειας τα οποία έχει, ακόμα και την ταυτότητά του. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι πάρα πάρα πολλά αυτά τα οποία πρέπει να γίνουν, γιατί δεν έχουμε διάφανα κανάλια εμπορίας αγροτικών προϊόντων. Δεν μπορούμε να λέμε όχι σε όλα, γιατί υπάρχει και αυτή τη στιγμή σημαντικό μερίδιο. του πληθυσμού και του ελληνικού που δεν μπορεί πλέον ν’ αγοράσει τα ελληνικά προϊόντα, γιατί τα ελληνικά προϊόντα παραδοσιακά ήταν ακριβά. Δεν μπορεί μια οικογένεια η οποία έχει δυο βασικούς μισθούς να παίρνει 1 κιλό φέτα την εβδομάδα, ή να παίρνει ας πούμε 2 κιλά μοσχάρι και να δίνει πάνω από 30 ευρώ σε ένα συνοικιακό κρεοπωλείο για να μπορέσει να φάει μια οικογένεια» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Είναι επίσης χαρακτηριστική η ατάκα του, καθώς τονίζει ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχει μερίδα πληθυσμού που έχουν ανάγκη μια φθηνότερη τροφή, όχι όμως επικίνδυνη, σε καμία περίπτωση. «Το γεγονός ότι θα έρθει κάτι φθηνότερο δεν μπορούμε να το ταυτίσουμε ότι θα είναι και επικίνδυνο. Τα προϊόντα αυτά τα καταναλώνουν εκατομμύρια άνθρωποι και δεν παθαίνουν κάτι, και δεν μπορούμε να πούμε και από την άλλη μεριά ότι όλα τα ελληνικά προϊόντα είναι απολύτως ασφαλή. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση και θα πρέπει με τη δέουσα σοβαρότητα να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτό το οποίο συμβαίνει, γιατί συμβαίνει και να κοιτάξουμε να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που υπάρχουν σε ένα πολύ πιο προστατευμένο περιβάλλον, σε μία αγορά στην οποία μέχρι τώρα δεν είχαμε σοβαρή πρόσβαση».

«Μεγαλύτερη πίεση στο βαμβάκι…»

Τέλος, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το προϊόν το οποίο έρχεται σε αρκετά δυσχερέστερη θέση στη Ελλάδα, είναι το βαμβάκι, εξαιτίας της πολύ μεγάλης επέκτασης που έχει η καλλιέργεια στη Βραζιλία. «Ποτέ με όρους αγοράς η Ελλάδα δεν ήταν ανταγωνιστική στο βαμβάκι. Το βαμβάκι ήρθε στην Ελλάδα όταν ακόμα υπήρχε η Δυτική και Ανατολική Ευρώπη και υπήρχε μία επιθυμία της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να έχει μία στοιχειώδη αυτάρκεια σε πρώτη ύλη για την ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία. Aλλά τότε τον κύριο λόγο ανάπτυξης, στήριξης της καλλιέργειας την είχε το κράτος. Γι’ αυτό και τότε υπήρχαν οργανισμοί βάμβακος, και ούτω καθεξής και πάρα πολύ δυνατές επιδοτήσεις» καταλήγει…

 

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.