Τα αποτελέσματα της διαδικασίας του Εποπτικού Ελέγχου Αξιολόγησης (SREP) παρέλαβαν από τον SSM την περασμένη εβδομάδα οι τράπεζες.

Πρόκειται για τα αποτελέσματα τα οποία καθορίζουν τα εποπτικά κεφάλαια που απαιτούνται για κάθε ένα από τα πιστωτικά ιδρύματα που μετείχαν στην άσκηση για το 2019 και τα οποία, ασφαλώς, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την πορεία των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.

Οι τράπεζες άλλωστε καλούνται να επανακαθορίσουν τους στόχους στον SSM για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων για το διάστημα 2019, 2020 και 2021, συμπεριλαμβάνοντας τις εκτιμήσεις για τα καινούργια «κόκκινα» δάνεια και κυρίως εκείνα που δεν φέρουν εγγυήσεις και τα οποία πρέπει να έχουν πλήρως διαγραφεί σε μία τριετία από την οριστική καθυστέρηση.

Το νέο αυτό στοιχείο -γνωστό και ως addendum- ίσως να διαφοροποιεί τους στόχους που οι τράπεζες έθεσαν στο προηγούμενο χρονικό διάστημα. Υπ’ αυτήν την έννοια τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αποστείλουν τους νέους τους στόχους μέχρι τις 29 Μαρτίου, οι οποίοι θα συμπεριλαμβάνουν και τις επανεκτιμημένες προβλέψεις.

Εν τω μεταξύ, είναι ιδιαίτερα πιθανόν αύριο Παρασκευή να υπάρξει νέα σύσκεψη μεταξύ τραπεζιτών και κυβερνητικών παραγόντων σε μια προσπάθεια να οριστικοποιηθεί η πρόταση για το νέο θεσμικό πλαίσιο που θα αντικαταστήσει τον νόμο Κατσέλη. Πρόθεση είναι την ερχόμενη Δευτέρα η πρόταση να είναι έτοιμη και να δοθεί στους θεσμούς.

Έτσι, λοιπόν, οι διεργασίες συνεχίζονται αφού οι τράπεζες στην παρούσα φάση μετρούν με βάση τα νέα δεδομένα σε τι ύψος διαμορφώνονται τα δάνεια που θα ενταχθούν στο καινούργιο θεσμικό πλαίσιο προστασίας.

Τα «κόκκινα» δάνεια υπό καθεστώς προστασίας διαμορφώνονται τώρα σε περίπου 17 δισ. ευρώ. Οι δύο πλευρές φαίνεται πως έχουν συμφωνήσει σε ένα σενάριο, βάσει του οποίου το κριτήριο της αντικειμενικής αξίας της πρώτης κατοικίας θα διατηρείται, αλλά θα συνδυάζεται με το ύψος του δανείου.

Συγχρόνως, στην προστασία θα εντάσσονται οι πρώτες κατοικίες που εμπίπτουν στην περίμετρο των καταναλωτικών και επιχειρηματικών δανείων ως εγγυήσεις.

Το σχετικό νομοσχέδιο θα ψηφιστεί ως το τέλος του Φεβρουαρίου και ο νόμος Κατσέλη δεν θα λάβει καινούργια παράταση.
Τα δύο κριτήρια -δανεισμός και αντικειμενική αξία- θα ισχύουν παράλληλα και συμπληρωματικά. Θα εξετάζεται πρώτα το ύψος του δανείου με όριο τα 120.000 ευρώ και κατόπιν η αντικειμενική αξία, που σύμφωνα με τα νέα δεδομένα θα φθάσει μέχρι και τα 200.000 ευρώ.

Τρέχουν οι υπολογισμοί
Στη βάση των παραπάνω οι τράπεζες «τρέχουν» τα μοντέλα τους για να προσδιορίσουν τις επιπτώσεις στα κεφάλαιά τους από την εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου.

Αυτό που οι τράπεζες αναφέρουν ως πρώτο θετικό στοιχείο είναι πως η ένταξη ή μη ενός δανειολήπτη στο θεσμικό πλαίσιο που θα αντικαταστήσει τον νόμο Κατσέλη θα κρίνεται με αντικειμενικότητα, καθώς ο τελευταίος θα εντάσσει τα στοιχεία του στην πλατφόρμα του ιδιωτικού εξωδικαστικού συμβιβασμού. Έτσι θα σταματήσει το φαινόμενο να παρέχεται προστασία σε έναν μεγάλο αριθμό δανειοληπτών που τελικώς δεν διαθέτουν τις σχετικές προϋποθέσεις. Ας σημειωθεί πως όταν εκδικάζονται οι υποθέσεις που έχουν αιτηθεί τη προστασία του νόμου Κατσέλη, το 40% δεν εντάσσεται στον νόμο.

Το νέο θεσμικό πλαίσιο θα επιμηκύνει την οφειλή για 20-25 έτη, εναλλακτικά ή και συνδυαστικά θα μειώνει το επιτόκιο, θα «κουρεύει» την οφειλή (όχι οριζόντια), θα επιδοτεί τη μηνιαία δόση με περίπου 50 εκατ. ευρώ που θα δίδονται από το κράτος στις τράπεζες για να καλυφθεί η συγκεκριμένη επιδότηση.

Σε ό,τι αφορά το οικογενειακό εισόδημα, συζητείται ένα όριο ύψους 20.000 ευρώ. Δεν είναι σαφές πώς θα υπολογίζεται το όριο αυτό στις περιπτώσεις των φορολογικών διαζυγίων, μια νέα παράμετρος που προέκυψε πρόσφατα, με τη σχετική δυνατότητα που παρέχει από φέτος η ΑΑΔΕ.

Στρατηγικοί κακοπληρωτές
Οι τράπεζες θέλουν πάση θυσία να αποκλείονται από την προστασία του νόμου οι στρατηγικοί κακοπληρωτές. Στη βάση αυτή θεωρούν ότι με το νέο θεσμικό πλαίσιο θα επιτευχθεί ο στόχος. Επίσης δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο αν το νέο θεσμικό πλαίσιο θα δίνει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να προσφύγει δικαστικά ή αν τελικώς η λύση που θα έχει στη διάθεσή του θα είναι απολύτως εξωδικαστική.

Επίσης, μελετούν τρόπους και μοντέλα για συμβιβασμούς με τους πελάτες τους οι οποίοι βρίσκονται σε οριστική καθυστέρηση, καθώς είναι εξαιρετικά πιθανόν να βελτιώσουν και οι ίδιες τις προτάσεις τους πριν ο πελάτης καταφύγει στην προστασία του νέου θεσμικού πλαισίου. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται πως οι θεσμοί θα εγκρίνουν την πρόταση η οποία θα έχει προκύψει έπειτα από διαβουλεύσεις με τράπεζες και κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση από την πλευρά της αποκλείεται να προχωρήσει σε μονομερή ενέργεια, μιας και το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο αποτελεί ένα από τα προαπαιτούμενα.