Οι άμεσες προτεραιότητες της κυβέρνησης στην οικονομία

Στις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης στην οικονομία θα αναφερθεί σήμερα ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταικούρας, στο πλαίσιο των προγραμματικών δηλώσεων.

Όπως ήδη καταδείχθηκε από τις αναφορές του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μια εκτεταμένη αλλά συνεκτική φορολογική μεταρρύθμιση, με στόχο την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή η στρατηγική προβλέπει μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ θα ενσωματώνει και φορολογικά επενδυτικά κίνητρα.

Στην ίδια βάση η κυβέρνηση στοχεύει στην απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος για νέες επενδύσεις, στην απεμπλοκή εμβληματικών επενδύσεων, με πρώτο το Ελληνικό, και στην επιτάχυνση της υλοποίησης του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Προτεραιότητα αποτελεί και η τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, καλύτερη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και τη σημαντική μείωση των οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Στο πλαίσιο αυτό η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην αποπληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών του Δημοσίου. Η ηγεσία του υπουργείου έχει θέσει ένα χρονοδιάγραμμα με στόχο να εξοφλήσει το Δημόσιο χρέη 1,6 δισ. ευρώ προς τους ιδιώτες (από 2,1 δισ. που χρωστούσε στο τέλος Ιουνίου) μέχρι το τέλος του 2020.

Αυτό σημαίνει ότι θα καταβληθεί προσπάθεια το μεγαλύτερο μέρος οφειλών σε προμηθευτές και εργολάβους του Δημοσίου και των ΟΤΑ να εξοφληθεί σε 16 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τον Σεπτέμβριο, με ρυθμό 100 εκατ. ευρώ, πέραν των νέων οφειλών που δημιουργούνται και θα εξοφλούνται εντός 90 ημερών από την ημέρα που κόβονται τα τιμολόγια.

Τέλος, στόχος της κυβέρνησης είναι να εξαλείψει τις πλασματικές οροφές δαπανών που οδηγούν σε συστηματική υποεκτέλεση του προϋπολογισμού και οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί επιζήμιες από τους θεσμούς. Ενδεικτικά, μόνο στον τακτικό προϋπολογισμό του 2018 είχαμε υποεκτέλεση που προσέγγισε το 1 δισ. ευρώ, κάτι που συνέβαλε στον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης της περυσινής χρονιάς.