Ταμείο Ανάκαμψης: Γιατί η κυβέρνηση βάζει στη «μπάντα» την Αναπτυξιακή Τράπεζα – Τι δείχνει το «μοντέλο Πορτογαλίας»;

Με την ψήφιση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Κύρωση της Σύμβασης Χρηματοδότησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Δανειακής Σύμβασης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας και των παραρτημάτων τους» ξεκινά το μεγάλο στοίχημα για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπου βασίζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό το σχέδιο της κυβέρνησης για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Με «τραπεζοκεντρικό» χαρακτήρα, χωρίς κομβική συμμετοχή της Αναπτυξιακής Τράπεζας, το πλάνο αξιοποίησης των πόρων σχεδιάζει να οδηγήσει σε γρήγορες εκταμιεύσεις, ώστε να γίνουν εφικτοί οι φιλόδοξοι μακροοικονομικοί στόχοι της κυβέρνησης και να αποφευχθούν περιπέτειες σε σχέση με τους δημοσιονομικούς στόχους και τη βιωσιμότητα του χρέους.

«Η χώρα μας, το 2022, θα επιτύχει ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης της τάξεως του 6%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 4,5%. Παράλληλα, οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν κατά 15% – έναντι αύξησης 5%, κατά μέσο όρο, στην Ευρωζώνη – και οι εξαγωγές να ενισχυθούν κατά 8% – έναντι μηδενικής αύξησης, κατά μέσο όρο, στην Ευρωζώνη. Σημαντικός κινητήριος μοχλός είναι η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης», ανέφερε χαρακτηριστικά χτες στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας τονίζοντας ότι πλέον «για κάθε 1 ευρώ που θα αποδίδουμε στην Ευρώπη, έχουμε τη δυνατότητα να λαμβάνουμε 4,6 ευρώ, μέσω του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου και του ΤαμείουΑνάκαμψης, ενώ μέχρι σήμερα λαμβάναμε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, 2,9 ευρώ.»

«Πακτωλός» χρημάτων και ο μηχανισμός
Να σημειωθεί ότι οι συμβάσεις που πέρασαν από τη Βουλή αφορούν τη χρηματοδοτική Συνεισφορά προς τη χώρα μας.

«Η εν λόγω, μη επιστρεπτέα, χρηματοδοτική στήριξη αντιστοιχεί συνολικά σε 17,8 δισ. ευρώ άμεσων επιδοτήσεων, εκ των οποίων 13,5 δισ. ευρώ θα είναι διαθέσιμα για νομική δέσμευση μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2022. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα εκταμίευσης ποσού έως 13%, της Χρηματοδοτικής Συνεισφοράς, ως προχρηματοδότηση. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε 2,3 δισ. ευρώ επιδοτήσεων, τα οποία άμεσα θα αποδοθούν.Η δεύτερη Σύμβαση αφορά την παροχή στήριξης μεχρηματοδοτική διευκόλυνση ύψους έως 12,7 δισ. ευρώ σε δάνεια. Και με τη δανειακή σύμβαση παρέχεται η δυνατότητα εκταμίευσης ποσού έως 13% ως προχρηματοδότηση, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 1,7 δισ. ευρώ δανειακής στήριξης» ανέφερε ο κ. Σταικούρας που τόνισε ότι «το «Ελλάδα 2.0» καταρτίστηκε με στόχο τη βέλτιστη και ταχύτερη δυνατή εκταμίευση και αξιοποίηση των πόρων» σημειώνοντας ότι στο Υπουργείο Οικονομικών έχουν συσταθεί και λειτουργούν η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και οι απαραίτητοι συνοδευτικοί διοικητικοί μηχανισμοί, για τον αποτελεσματικό συντονισμό της υλοποίησης του Εθνικού Σχεδίου και την έγκαιρη απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Μάλιστα προβλέπεται η έκτακτη ενίσχυση των μηχανισμών αυτών με 100 στελέχη τα οποία θα προέλθουν από το ιδιωτικό τομέα. Όπως διευκρίνισε πριν λίγες μέρες μάλιστα ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών κ. Θόδωρος Σκυλακάκης μιλώντας χθες στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα εργαστούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή για 1 με 3 έτη. «Με μια διάταξη δημιουργούμε ομάδα εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, προσωρινά, που θα πηγαίνουν από υπηρεσία σε υπηρεσία όπου υπάρχουν αυξημένες ανάγκες προσωπικού» δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών και πρόσθεσε «Και η ίδια η υπηρεσία θα έχει ημερομηνία λήξης, το Μάρτιο του ’27», αποκλείοντας το ενδεχόμενο μονιμοποίησης τους.

Η κριτική
Πάντως μεταξύ άλλων η οργανωτικής δομής που στήνεται για να «τρέξει» το πρόγραμμα χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης και η επιλογή να γίνουν όλα σχεδόν μέσω τραπεζών δημιουργούν προβληματισμό.

«Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί και πρέπει να είναι το πρώτο καθοριστικό βήμα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και το εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας μας σε νέες βάσεις. Η κυβέρνηση το εργαλειοποιεί ερήμην και εναντίον της κοινωνίας, καθώς το αντιλαμβάνεται ως Ταμείο Αρωγής Μεγάλων Συμφερόντων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο τομεάρχης Ανάπτυξης και Επενδύσεων του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Μεσσηνίας, Αλέξης Χαρίτσης, στην ολομέλεια της Βουλής κατά την συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών.

«Η ελληνική κοινωνία φοβάται ότι το Ταμείο Ανάκαμψης στα χέρια της Νέας Δημοκρατίας σημαίνει “τα λεφτά θα πάνε στα λεφτά”», συνέχισε ο ίδιος, υπογραμμίζοντας: «Αυτή η αποτυχημένη συνταγή, της εσωτερικής υποτίμησης και της συρρίκνωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας μας οδήγησε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας».

Ο Αλ. Χαρίτσης κατηγόρησε μάλιστα την κυβέρνηση ότι «αντί να αξιοποιήσει την Αναπτυξιακή Τράπεζα, περνάει το σύνολο σχεδόν των δανείων μέσα από τις συστημικές τράπεζες στις οποίες σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας έχουν πρόσβαση μόνο 25.000 από τις περίπου 800.000 ελληνικές επιχειρήσεις», ενώ «μόνη σε όλη την Ευρώπη συνέδεσε το Ταμείου Ανάκαμψης με αντικοινωνικά προαπαιτούμενα, όπως στα εργασιακά». «Βγάλαμε τη σκληρή επιτροπεία από την πόρτα το 2018, μετά από τεράστια προσπάθεια και επώδυνες θυσίες του ελληνικού λαού, για να την επαναφέρετε τώρα εσείς από το παράθυρο» σχολίασε χαρακτηριστικά.

«Θα δώσουμε καθημερινή μάχη για το μετασχηματισμό του Ταμείου Ανάπτυξης σε μηχανισμό προώθησης κοινωνικών πολιτικών και αναπτυξιακών σχεδιασμών που θα αφήσουν πίσω τους τη βαριά σκουριά του παρελθόντος» τόνισε ο κ. Χαρίτσης.

Μοντέλο Πορτογαλίας
Παράλληλα σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει σε αρθογραφία του ο Παναγιώτης Κορκολής είναι Σύμβουλος του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Α. Τσίπρα για θέματα Οικονομίας και Ανάπτυξης, υπεύθυνος Ανάπτυξης του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών «ΕΝΑ» και πρώην Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ ένα βασικό κενό του όλου εγχειρήματος είναι η απουσία κεντρικού ρόλου την Αναπτυξιακή Τράπεζα που θα μπορούσε να καλύψει και τα μεγάλα κενά στην πρόσβαση των ΜμΕ στον «πακτωλό» πόρων που αναμένονται το επόμενο διάστημα.

Όπως έχει σημειώσει ο πρώην Γ.Γ. του ΥΠΑΝ η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα στην Πορτογαλία, αποφάσισε να δημιουργήσει μια ισχυρή Δημόσια Επενδυτική Τράπεζα (με συνένωση τριών υφιστάμενων δημόσιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) και να της αναθέσει τη συνολική διαχείριση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης που δικαιούται η χώρα. Μάλιστα ο κ. Κορκολής έχει αναφέρει ότι η νέα αυτή Αναπτυξιακή Τράπεζα θα παρέχει όλων των ειδών τα χρηματοδοτικά εργαλεία για να προσφέρει χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις καλύπτοντας τα κενά της αγοράς.

Ωστόσο η Ελληνική κυβέρνηση κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση με έμφαση στο ρόλο των τραπεζών αλλά και όπως αναφέρει ο κ. Κορκολής με μια νεοσύστατη υπηρεσία με δυναμικό μόλις 40 ατόμων στον Υπουργείο Οικονομικών, που για μικρό διάστημα θα ενισχυθεί από στελέχη της αγοράς. «Η κατάρτιση του «Εθνικού Σχεδίου» που παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες δεν ανατέθηκε ουσιαστικά σε αυτή την υπηρεσία καθώς δεν είχε καμία σχετική εμπειρία. (Άλλωστε το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών δεν είχε ποτέ ασχοληθεί με στρατηγικό σχεδιασμό επενδυτικών προγραμμάτων, σε αντίθεση με το Υπουργείο Ανάπτυξης που διαχειρίζεται εδώ και δεκαετίες τα «κοινοτικά κονδύλια»). Ανατέθηκε σε ιδιώτες συμβούλους με την καθοδήγηση μιας ομάδας πολιτικών στελεχών» έχει σημειώσει ο κ. Κορκολής.

Επίσης επισημαίνει ότι «η καινοτομία σε όλο τον κόσμο δεν χρηματοδοτείται με βάση τη συνήθη τραπεζική πρακτική. Με τον τρόπο που σχεδιάζει η κυβέρνηση την αξιοποίηση των δανείων αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Μια διαφορετική στρατηγική θα είχε στόχο την αύξηση της περιμέτρου των «επιλέξιμων» επιχειρήσεων με ειδικά εργαλεία μείωσης του ρίσκου των τραπεζών για τον δανεισμό αυτών των επιχειρήσεων (πχ εγγυήσεις), και ανάληψη του ρίσκου αυτού από έναν δημόσιο φορέα που δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα.»

Παράλληλα ο πρώην Γ.Γ. του ΥΠΑΝ έχει υποστηρίξει ότι «την επόμενη μέρα η όποια τεχνογνωσία έχει παραχθεί κατά την διαχείριση των πόρων αυτών, θα αφορά τους ιδιώτες συμβούλους που θα ελέγχουν την επιλεξιμότητα των ιδιωτικών επενδύσεων και πιθανόν τις εμπορικές τράπεζες. Δεν προκύπτει προστιθέμενη αξία και γνώση για το δημόσιο ούτε προφανώς η στοιχειώδης θεσμική μνήμη.»