«Ελεύθερο» άφησε η Λιβύη τον γιο του Καντάφι, Σαΐφ αλ-Ισλάμ

Ελεύθερος έχει αφεθεί ο γιος του Μοαμάρ Καντάφι, Σαΐφ αλ-Ισλάμ, μετά την ακύρωση της καταδίκης του σε θάνατο για εγκλήματα πολέμου κατά την εξέγερση του 2011, κατά -ανεπιβεβαίωτη- δήλωση του Βρετανού δικηγόρου του Καρίμ Καν.

Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι η νέα υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Λιβύης χορήγησε αμνηστία στον γιο του Καντάφι -γεγονός που δεν μπορεί να επαληθευτεί- και τώρα ζητά από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να αποσύρει τις κατηγορίες κατά του Σαΐφ αλ-Ισλάμ, κάτι που θα του επέτρεπε να ταξιδέψει στο εξωτερικό χωρίς να κινδυνεύει με σύλληψη.

Ο 44χρονος Σαΐφ αλ-Ισλάμ, θεωρούμενος ως διάδοχος του Καντάφι, καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών από δικαστήριο της Τρίπολης πέρυσι τον Ιούλιο στη διάρκεια μαζικής δίκης για πρώην αξιωματούχους του καθεστώτος.

Ο Καρίμ Καν υποστηρίζει ότι η καταδίκη ακυρώθηκε από τη νέα κυβέρνηση φέτος, και ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ βρίσκεται σήμερα σε άγνωστη τοποθεσία αφότου ήρθη ο κατ’ οίκον περιορισμός του στην ορεινή πόλη Ζιντάν όπου κρατείτο για πέντε χρόνια.

Ο ίδιος λέει ότι ο γιος του Καντάφι αφέθηκε ελεύθερος στις 12 Απριλίου. «Υπήρξε εντολή από την κεντρική κυβέρνηση, μου είπαν» αναφέρει προσθέτοντας ότι ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ «βρίσκεται στην Λιβύη, είναι ασφαλής και καλά στην υγεία του».

Ο ισχυρισμός του δικηγόρου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές, και ούτε η υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση στην Τρίπολη, ούτε οι αρχές της πόλης Ζιντάν, έχουν κάνει οποιοδήποτε σχετικό σχόλιο, ενώ πολλοί αμφισβητούν ήδη τις δηλώσεις Καν, επισημαίνει ο Guardian.

Αναλυτής του think tank «Atlantic Council» ανέφερε μέσω Twitter ότι ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ παραμένει στη Ζιντάν και δεν έχει αφεθεί ελεύθερος.

Στην πράξη, η χορήγηση αμνηστίας στον Σαΐφ αλ-Ισλάμ δεν είναι μία απόφαση την οποία η κυβέρνηση μπορεί να εφαρμόσει, δεδομένου ότι η πόλη Ζιντάν αρνείται να αποδεχθεί την εξουσία της και αναγνωρίζει αντίθετα το αντίπαλο Κοινοβούλιο που εδρεύει στο Τομπρούκ.

Στην Ζιντάν εδρεύει μία από τις ισχυρότερες πολιτοφυλακές της Λιβύης και για την αποφυλάκιση του Σαΐφ αλ-Ισλάμ θα είχαν τον τελευταίο λόγο οι ηγέτες της πόλης.

Όμως, εάν ο ισχυρισμός αποδειχθεί αληθής θα σηματοδοτεί τεράστια ανατροπή για ένα πρόσωπο μισητό για πολλούς στη Λιβύη εξαιτίας της υποστήριξης στον πατέρα του κατά τους οκτώ μήνες εμφυλίου πολέμου το 2011. Μετά το θάνατο του Καντάφι το ίδιο έτος, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ συνελήφθη στην έρημο της Σαχάρα ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στον Νίγηρα.

Στα χρόνια της εξουσίας του Καντάφι, ο Σαΐφ ζούσε σε ένα μέγαρο αξίας δέκα εκατομμυρίων λιρών στο Λονδίνο, «κρατούσε» ένα PhD από το London School of Economics, απολάμβανε μία πλούσια ζωή και είχε ισχυρές διασυνδέσεις στη βρετανική κοινωνία.

Όταν η εξέγερση ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2011, ο ίδιος επέστρεψε στη Λιβύη για να υποστηρίξει τον πατέρα του δίνοντας «πύρινες» τηλεοπτικές συνεντεύξεις στις οποίες κατακεραύνωνε τους αντάρτες.

Σε βάρος του απαγγέλθηκαν κατηγορίες από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη όταν όμως αξιωματούχοι του δικαστηρίου επισκέφθηκαν την Ζιντάν το 2012 τέθηκαν οι ίδιοι υπό κράτηση για τρεις εβδομάδες.

Στη δίκη του που έλαβε χώρα στην Τρίπολη το 2014 ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ κατέθεσε μέσω βίντεο γιατί οι τοπικές αρχές της Ζιντάν αρνήθηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο ΟΗΕ στηλίτευσαν τις διαδικασίες. Η δίκη έληξε με την καταδίκη του σε θάνατο.

Και τώρα ο Καρίμ Καν υποστηρίζει ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο πρέπει να αποσύρει τις κατηγορίες κατά του Σαΐφ αλ-Ισλάμ εξαιτίας των κανόνων που απαγορεύουν να δικαστεί ύποπτος δύο φορές για το ίδιες κατηγορίες. «Υπήρξε δίκη και καταδίκη. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Μετά υπήρξε αμνηστία» είπε ο Βρετανός δικηγόρος, προσθέτοντας ότι ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ δεν έχει σχέδια να επιστρέψει στη Βρετανία. Θέλει να παραμείνει στη Λιβύη.

Η πληροφορία περί απελευθέρωσης του Σαΐφ αλ-Ισλάμ έρχεται εν μέσω ευρύτερης αμνηστίας που χορήγησε η υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση σε αξιωματούχους του καθεστώτος Καντάφι στο πλαίσιο προσπάθειας για την προώθηση συμφιλίωσης. Η όλη απόπειρα εξελίχθηκε σε κρίση καθώς 12 πρώην κρατούμενοι δολοφονήθηκαν τον περασμένο μήνα, ακριβώς την ίδια ημέρα κατά την οποία επρόκειτο να αποφυλακιστούν.