Οι επιπτώσεις του κοροναϊού σε βρέφη και εγκύους

Η επιδημία του νέου κοροναϊού εξελίσσεται ραγδαία. Μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 2020 είχαν επιβεβαιωθεί 69.267 κρούσματα από τα οποία μόνο 298 είναι εκτός Κίνας και τα περισσότερα από αυτά έχουν διαγνωσθεί σε χώρες της Ασίας ενώ, έχουν διαπιστωθεί 1.670 θάνατοι. Οι επιστήμονες κάνουν προσπάθειες να ανακόψουν την επιδημία αλλά και να ενημερώσουν τους πολίτες ανά την υφήλιο για μέτρα πρόληψης έναντι του ιού.

Πρόσφατα ανακοινώθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA και η πρώτη σειρά βρεφών ηλικίας κάτω του ενός έτους που έχουν διαγνωσθεί ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό.

Όπως μας εξηγεί ο πρύτανης του ΕΚΠΑ και καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, Θάνος Δημόπουλος, η δημοσίευση αυτή αφορούσε όλα τα βρέφη που έχουν καταγραφεί στην Κίνα ως τις αρχές Φεβρουαρίου και ήταν θετικά στο διαγνωστικό τεστ για τον νέο κοροναϊό. Συνολικά βρέθηκαν 9 βρέφη να έχουν μολυνθεί από τον ιό, το μικρότερο σε ηλικία περίπου 2 μηνών. Σε όλες τις περιπτώσεις, στην οικογένεια των βρεφών είχε καταγραφεί τουλάχιστον ένας ασθενής από την λοίμωξη με τον νέο ιό.

Τα περισσότερα βρέφη ζουν στην περιοχή της Ουχάν ή μέλη της οικογένειάς τους είχαν επισκεφθεί πρόσφατα την περιοχή αυτή. Τα 4 από τα 9 παιδιά εμφάνισαν πυρετό, τα 2 είχαν ήπια συμπτώματα λοίμωξης ανωτέρω αναπνευστικού και τα 2 ήταν ασυμπτωματικά. Κανένα από τα 9 παιδιά δεν είχε σημαντικές επιπλοκές από τη λοίμωξη από τον κοροναϊό.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα περιστατικά αυτά καταδεικνύουν ότι ο ιός μπορεί να μολύνει ακόμη και βρέφη. Η μικρότερη ηλικία ασθενούς που είχε ανακοινωθεί ως τώρα ήταν ένα παιδί 15 ετών.

Ο αριθμός βέβαια των προσβεβλημένων βρεφών είναι μικρός αλλά πιθανώς τα βρέφη έχουν μικρότερο κίνδυνο έκθεσης στον ιό. Επίσης, η μελέτη κατέγραψε περιστατικά τα οποία νοσηλεύθηκαν και προφανώς μπορεί να υπάρχουν και άλλα ασυμπτωματικά βρέφη θετικά για τον ιό. Στην παρούσα σειρά, τα συμπτώματα από την λοίμωξη ήταν ήπια – αν υπήρχαν- και δεν εμφανίστηκαν επιπλοκές από τη λοίμωξη.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι μελέτη που ανακοινώθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet» κατά την οποία εξετάστηκαν 9 περιπτώσεις εγκύων οι οποίες διαγνώσθηκαν με λοίμωξη από τον νέο κοροναϊό στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Τα κυριότερα συμπτώματά τους ήταν πυρετός, βήχας, κακουχία και μυαλγίες, ενώ μια εγκυμονούσα ανέφερε συμπτώματα από το γαστρεντερικό.

Σύμφωνα με τη μελέτη, όλες οι γυναίκες χρειάστηκαν χορήγηση οξυγόνου και εμφάνιζαν τα τυπικά διηθήματα στον πνεύμονα στις αξονικές τομογραφίες που πραγματοποιήθηκαν. Ωστόσο καμία εξ αυτών δεν εμφάνισε σοβαρή πνευμονία έτσι ώστε να χρειαστεί μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.

Όπως αναφέρει η μελέτη, οι γυναίκες βρίσκονταν μετά την 36η εβδομάδα της κύησης και γέννησαν με καισαρική τομή, κυρίως λόγω της αβεβαιότητας για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο νέος κορωναϊός στη μητέρα και το παιδί. Ο έλεγχος που έγινε στα σωματικά υγρά των εμβρύων μετά τη γέννησή τους για τον νέο κοροναϊό με δύο διαφορετικές δοκιμασίες ήταν αρνητικός.

Τα περιστατικά αυτά δείχνουν, ότι δεν υπάρχουν δεδομένα που να καταδεικνύουν κάθετη μετάδοση του νέου κοροναϊού κατά τη διάρκεια τουλάχιστον του 3ου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Ενώ, αντίστοιχα ήταν τα συμπεράσματα και για τον παλαιότερο κοροναϊό SARS.

Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάθετη μετάδοση σε προηγούμενα τρίμηνα της κύησης όπως έχει διαπιστωθεί για άλλες ιογενείς λοιμώξεις.

Αξίζει να αναφερθεί επίσης, ότι δεν καταγράφηκε σοβαρή λοίμωξη σε έγκυο ακόμη, στοιχείο εξαιρετικά σημαντικό καθώς η εγκυμοσύνη αποτελεί κατάσταση ανοσοκαταστολής και ο πληθυσμός αυτός είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε λοιμώξεις αναπνευστικού.

Τα στοιχεία αυτά έρχονται να συμπληρώσουν προηγούμενα δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί για τα κλινικά χαρακτηριστικά της λοίμωξης και αφορούσαν κυρίως ασθενείς άνω των 50 ετών. Τα κυριότερα συμπτώματα τους ήταν πυρετός, βήχας δύσπνοια, καταβολή, μυαλγίες και διάρροιες ή έμετοι. Ενώ, εμφάνιζαν κατά τη διάγνωση της λοίμωξης χαμηλό αριθμό λεμφοκυττάρων. Να σημειωθεί ότι το ίδιο διαπιστώθηκε και στις εγκυμονούσες, όπου υπήρχε υψηλός δείκτης φλεγμονής στο αίμα και χαρακτηριστικά διηθήματα στην ακτινογραφία ή την αξονική θώρακος.

Επιπροσθέτως, περίπου το 25% των ασθενών με κλινική και ακτινολογική εικόνα πνευμονίας χρειάστηκε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Οι ασθενείς αυτοί ήταν συνήθως πιο ηλικιωμένοι, με συνοδά νοσήματα, συνήθως από το καρδιαγγειακό σύστημα ή σακχαρώδη διαβήτη και είχαν πιο επηρεασμένη κλινική εικόνα κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο.

Όπως εξηγεί ο κ. Δημόπουλος, για να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα είναι απαραίτητο να έχουμε περισσότερα δεδομένα τα οποία και θα καθορίσουν επακριβώς το βαθμό μεταδοτικότητας και την κλινική εξέλιξη της λοίμωξης από τον νέο ιό σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού.