Ελένη Γαληνού: «Πίσω από το μαύρο φόντο της ζωής μας, υπάρχουν αλήθειες που μπορούν να μας βγάλουν στο φως»

Η συγγραφέας μίλησε στο «Ράδιο Ένα» για το νέο της βιβλίο «Σε Μαύρο Φόντο»

Πως μέσα από το θάνατο μπορεί να βρει κανείς την αλήθεια και να οδηγηθεί στο φως; Πόσο ο έρωτας μπορεί να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη για την αλλαγή της ζωής; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα έρχεται να απαντήσει η Ελένη Γαληνού και το νέο της μυθιστόρημα «Σε Μαύρο Φόντο» από τις εκδόσεις Διόπτρα. Η συγγραφέας μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Ηλία Κουτσερή για το καινούργιο της βιβλίο, το οποίο μπορεί να γράφτηκε πριν από κάποια χρόνια, όμως η αίσθησή του και η επίγευσή του είναι του παρόντος. Ποιο είναι το μαύρο φόντο λοιπόν και τι ανατροπές συμβαίνουν στις σελίδες του;

Τι είναι αυτό που θα θέλατε να δώσετε μέσα από το «Μαύρο Φόντο»;

Το βιβλίο αυτό το έχω γράψει αρκετά χρόνια πριν. Αποφάσισα όμως να το εκδώσω αυτή την εποχή, γιατί θεώρησα ότι μέσα απ’ όλη αυτή την κατάσταση που ζούμε με τον covid και την πανδημία, όλοι νιώσαμε αυτό το χνώτο του θανάτου λίγο πιο κοντά μας. Αυτό το βιβλίο πραγματεύεται τον θάνατο. Θέλησα μέσα από αυτό να δείξω στον κόσμο ότι πίσω από το μαύρο φόντο της ζωής μας, γιατί το μαύρο φόντο που φοβόμαστε όλοι, είναι ο θάνατος, υπάρχουν κι άλλες αλήθειες που μπορούν να μας βγάλουν στο φως και να μας βοηθήσουν κι αυτό το ένιωσα σαν ανάγκη. Η ηρωίδα του βιβλίου ζωγραφίζει πορτρέτα σε μαύρο φόντο όμως σε δεύτερη ανάγνωση είναι ό,τι πραγματικά μας φοβίζει και την ηρωίδα τη φοβίζει, γιατί περνά από πολλά δύσκολα μονοπάτια για να φτάσει να βρει την αλήθεια της.

Πως εκτυλίσσεται η ιστορία στο βιβλίο σας «Σε Μαύρο Φόντο»;

Η Δάφνη Μελίτη είναι ζωγράφος, που ζωγραφίζει πορτρέτα σε μαύρο φόντο κι αποφασίζει να το κάνει για την επόμενη έκθεσή της κι ενώ τα ζωγραφίζει, μέσα από μία περίεργη ώθηση, ζωγραφίζει και μια δεύτερη εκδοχή τους και σ’ αυτά εντάσσει και τον εαυτό της. Μετά την έκθεση , ενώ όλα τα πορτρέτα τα θεωρούσε φανταστικά διαπιστώνει ότι είναι υπαρκτά πρόσωπα. Μέχρι να λύσει αυτό το πρώτο μυστήριο, έρχεται ένα δεύτερο, διαπιστώνοντας ότι αυτοί οι άνθρωποι, ο ένας μετά τον άλλο αρχίζουν να πεθαίνουν. Αυτή είναι η αρχή του βιβλίου, γιατί η Δάφνη δεν είναι η μόνη ηρωίδα, συμπεριλαμβάνονται και πολλοί άλλοι ήρωες , αλλά η Δάφνη θα κάνει μια πολύ δύσκολη διαδρομή μέχρι να φτάσει να βρει τη λύση, γιατί ζωγράφισε αυτούς τους πίνακες, τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα πρόσωπα και γιατί έχει βάλει εκεί και τον εαυτό της. Είναι μια δύσκολη διαδρομή, όμως αξίζει τον κόπο να την κάνει.
Έχει ένα έντονο μεταφυσικό κομμάτι το βιβλίο κι αυτό το συνηθίζω στα βιβλία μου και προσπαθώ να κρατήσω και μια ισορροπία ανάμεσα στο κοινωνικό και το μεταφυσικό. Το βιβλίο έχει όμως και έρωτα και ρομαντικές στιγμές, καθώς η Δάφνη ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Νικόλα και οι δυο τους νιώθουν σαν δυο ψυχές που επιτέλους συναντήθηκαν. Περνά και μια αντίστοιχη κατάσταση για να διαπιστώσει ποια είναι η πραγματική της σχέση με τον Νικόλα.

Θελήσατε να δώσετε στην ηρωίδα σας και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά;

Το μυθιστόρημα αρχικά είναι σύγχρονο. Ο κύριος όγκος της ιστορίας διαδραματίζεται στο 2000-2004 και κάνει τον επίλογό της το 2020. Η ηρωίδα είναι μια απλή γυναίκα , μια ταλαντούχα γυναίκα, όμορφη, δραστήρια, κοινωνική ως καλλιτέχνης όμως είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και μοναχική και περνάει πολλά στάδια όταν θα αρχίσει να βιώνει φόβο και τρόμο από τα πορτρέτα που πεθαίνουν, απ’ όσα της συμβαίνουν με τον Νικόλα, απ΄όσα συμβαίνουν στη ζωή της, αρχίζει να κάνει μία εσωτερική πορεία. Ταξιδεύει στο εξωτερικό, περνά από πολλές πόλεις, Κάιρο, Πράγα, Παρίσι, καταλήγει στην Αμοργό κι εκεί λύνεται το μυστήριό της, αλλά η Δάφνη κάνει μια εσωτερική διαδρομή και βρίσκει και πολλά πράγματα που αφορούν στον ίδιο της τον εαυτό και που αφορούν και πολλούς απ’ όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο εκείνη ως ηρωίδα. Νομίζω πως όλοι έχουμε αναρωτηθεί για τον Θεό, για τη μοίρα, για το πεπρωμένο μας, για τα σημάδια της μοίρας , το σύμπαν, τον θάνατο.

Πέρα από την απόλαυση της ανάγνωσης, υπάρχει υλικό για σκέψη;

Νομίζω πως το έχω δώσει το βιβλίο με έναν τρόπο διπλής ανάγνωσης. Επειδή πραγματικά καταλαβαίνω τους αναγνώστες, που θέλουν να πάρουν ένα βιβλίο, να καθίσουν σε μία καρέκλα και να απολαύσουν κάτι χωρίς να νιώσουν βάρος ή πίεση ή να είναι υποχρεωμένοι να σκεφτούν , μπορούν να διαβάσουν το μυθιστόρημα σαν μια περιπέτεια, σαν ένα θρίλερ με πολλές ανατροπές, με έρωτα, με κοινωνικά σημεία και να μείνουν ως εκεί. Υπάρχουν όμως σίγουρα δεύτερες αναγνώσεις για όποιον θέλει να τις δει και μακάρι να τις δει , γιατί αξίζει τον κόπο. Το βιβλίο αυτό δίνει ένα καλό υλικό, ήταν σκοπός μου να τον δώσω και μακάρι κάποιους ανθρώπους να τους δώσω λίγη τροφή για σκέψη και να τους κάνω να σκεφτούν κάποια πράγματα ιδίως την περίοδο που ζούμε, καθώς όλοι λίγο έως πολλοί μπήκαμε σε δεύτερες σκέψεις. Μας τρομοκράτησε και μας τρομοκρατεί ακόμη ο Covid, γιατί έχει θάνατο και τον θάνατο καλό είναι να τον κοιτάς στα μάτια και να τον πετάς από πάνω σου. Στο βιβλίο υπάρχει αυτή η «ανάσα». Σε κάνει να νιώσεις ότι υπάρχει και μια δεύτερη αλήθεια πίσω από αυτή που αξίζει τον κόπο να τη δεις, να νιώσεις ότι αυτό το μαύρο φόντο φεύγει πίσω κι έρχεται κάτι καλύτερο.

Πως πέρασε το διάστημα της καραντίνας; Ήταν εποικοδομητικό για σας ή σας επηρέασε αρνητικά;

Εμείς ως συγγραφείς κι εγώ προσωπικά, περνάω κάθε χρόνο μια προσωπική καραντίνα γιατί εάν δεν κλειστείς δεν μπορείς να γράψεις. Δεν μπορείς να «σπαταλιέσαι» δεξιά κι αριστερά, πρέπει να αφοσιωθείς, να κάνεις την έρευνά του, να συγκεντρώσεις τα στοιχεία σου, να αρχίσεις να γράφεις την ιστορία σου, να μπεις στο πετσί των ηρώων σου και να τους νιώσεις. Επειδή είμαι ένας άνθρωπος αρκετά θετικός, προσπάθησα να δω τι έχω και όχι τι δεν έχω. Επομένως κατάλαβα ότι έχω πολύ χρόνο, αφού δεν μπορούσα να βγω έξω και να κάνω άλλα πράγματα κι έτσι το εκμεταλλεύτηκα θετικά και ήμουν ιδιαίτερα δημιουργική την περίοδο της καραντίνας, έγραψα σχεδόν τα διπλάσια από άλλες φορές, ένιωσα δημιουργική και έβγαλα θετικά πράγματα. Ήταν δύσκολο γιατί στερηθήκαμε την επαφή με τους ανθρώπους κι αυτό νομίζω ότι είναι το χειρότερο που βιώσαμε. Ένιωσα λίγο περισσότερα πράγματα μέσα από τους ήρωές μου, καρτερώ όμως με μεγάλη επιθυμία να συναντήσω από κοντά τους φίλους μου ακόμη και τους αναγνώστες μου , να βγω έξω, να ζήσουμε ξανά σαν άνθρωποι.