Ο συμπολίτης Ν. Βαραλής έγραψε ένα ποίημα για τον Δημ. Παπαχρήστο που σκοτώθηκε, όταν παρασύρθηκε από αυτοκίνητο.
ΟΛΟΓΥΡΑ Η ΠΟΛΗ
Στον γείτονα Δημήτρη Παπαχρήστο
που σκότωσαν πέφτοντας πάνω του
ενώ αυτός πήγαινε
βόλτα με το ποδήλατο του, τον έσυραν
και τον παράτησαν στη μέση του δρόμου
σαν σκύλο.
Στο Δημήτρη που δεν θα δούμε ποτέ πια
την ευγένεια και το χαμόγελο του
Ολόγυρα η πόλη.
μικρά προσαρμοσμένα χαμόγελα
σε μια σιωπή πνιχτή από ανία.
που διασπάτε ενίοτε από μια δήθεν αντίδραση
εκείνο δηλαδή που λέει “όχι” σε όλα.
και ούτε καν στην ζωή μπορεί να κατανεύσει.
Ολόγυρα η πόλη
μικρά θλιμμένα ερείπια
παλιοί θησαυροί, φθαρμένοι
γεμάτες συναλλαγές και αίμα.
Με βράδια, που γεμίζουν με νιφάδες
ακόμα και τα όνειρα εδώ παγώνουν μες στο θέρος
Ολόγυρα η πόλη
τρέχει με ασύλληπτες ταχύτητες
σκοτώνοντας κάθε ζωντανό
μετά σκουπίζει τα αίματα
και πηγαίνει στο συνεργείο να επισκευάσει την φθορά
Κι οι πεθαμένοι περιμένουν υπομονετικά
στους δρόμους, στις πλατείες, στα πόδια του βουνού
κάθονται έντρομοι στα καφενεία
κανείς δεν τους παίρνει σοβαρά.
Ολόγυρα η πόλη
φαντασιώνεται μια θρησκεία
αλλά κατά βάθος ο καθένας
κάνει τον καθρέφτη του είδωλο
και μέσα εκεί μεγαλώνει την οργή του
γιατί οι άλλοι δεν του μοιάζουνε .
Ολόγυρα η πόλη
αυτή που σκοτώνει τα παιδιά της
λιθοβολεί τους ποιητές και σταυρώνει
ότι ζωντανό μπορέσει να φυτρώσει.
Αυτή που ταξιδεύει στην σιωπή της φαντασίωσης
εκεί στις όχθες του ποταμού της Βαβυλώνας
εκεί μαζευόμαστε ελάχιστοι
μες στη σιωπή και κλαίμε
Μπορεί με αυτά τα δάκρυα, κάποια φορά
ένας πελεκάνος να μιλήσει με ειλικρίνεια
Τα παιδιά της ζωής τότε μπορεί να ξυπνήσουνε
θα δούνε στην αρχή έναν θαμπό ήλιο
θα αρχίσουνε όμως να λένε πως θα ξημερώσει.
Δέξου μας Κύριε
ως ανόητα μωρά
Δέξου μας ως χαρταετούς
που ψάχνουν
ένα αεράκι αύρας λεπτής
για να πετάξουν.
Ν.Β.






























