«Στον τόπο του εγκλήματος» στην περιοχή, όπου διαδραματίζεται η ιστορία του νέου του πονήματος, το Τρίκερι, θα βρεθεί στις 17 Αυγούστου ο συγγραφέας των επιτυχιών, Σπύρος Πετρουλάκης, για την παρουσίαση του βιβλίου του, με τίτλο «Αυγή: Το θαμμένο τετράδιο» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μίνωας.
Μέχρι τώρα, έγιναν παρουσιάσεις σε πάρα πολλά σημεία της Ελλάδας, αποτελώντας παράλληλα, μια έμμεση διαφήμιση για τον τόπο μας, το ιστορικό νησάκι των Τρικέρων, το Τρίκερι και τη Μαγνησία γενικότερα.
Το έργο έχει ως πεδίο δράσης τη Μαγνησία, τον Βόλο, το Τρίκερι, τον Άγιο Λαυρέντιο σε μια δύσκολη χρονικά περίοδο της ιστορίας, όπως αυτή από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 μέχρι και του ’50, καθώς ένα παλιό τετράδιο αποκαλύπτει μεγάλες αλήθειες, καλά κρυμμένες μέσα στον χρόνο.
Από κει και πέρα, ο αναγνώστης μένει να τις ανακαλύψει, σύμφωνα με τον αγαπημένο συγγραφέα Σπύρο Πετρουλάκη, ο οποίος αναφερόμενος στην «Αυγή» σε μια πρόσφατη ομιλία του, τη χαρακτήρισε ως τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού κράτους, ένα κομμάτι το οποίο έχουμε συνηθίσει να το χώνουμε κάτω από το χαλάκι.
Το μυθιστόρημα αναφέρεται στο στρατόπεδο του Τρικερίου, όπου κρατούνταν εξόριστες γυναίκες, στον Εμφύλιο και γενικότερα στα αδελφοκτόνα χρόνια που κόστισαν πολύ στην Ελλάδα, αφού «αντί να αναπτυχθούμε, μείναμε στάσιμοι, κυκλωμένοι από τις ανασφάλειες και τους φόβους μας» τόνισε ο δημιουργός, εκφράζοντας την ευχή να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος και στο μέλλον.
Ένα τέτοιο θαμμένο τετράδιο, που αποτελεί κινητήριο μοχλό της ιστορίας μας, βρίσκει και η μικρή μας πρωταγωνίστρια, η Αναστασία, κατά τη διάρκεια των διακοπών της με τη μητέρα της, τη Μαριλένα και τον δημοσιογράφο πατέρα της, τον Ηλία, στο Τρίκερι.
Οι διακοπές της Αναστασίας στο μικρό και ερημικό Τρίκερι εξελίσσονται χωρίς ενδιαφέρον μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει, μέσα στην κουφάλα ενός δέντρου, ένα θαμμένο τετράδιο μέσα σε προβιά ζώου. Η Αναστασία ανοίγει το φθαρμένο από τον καιρό τετράδιο και προσπαθεί να το διαβάσει. Αμέσως διαπιστώνει ότι κάτοχος του τετραδίου είναι μια κοπέλα, η Αυγή.
«Το όνομά μου είναι Αυγή. Αυγή, σκέτο. Γεννήθηκα στις 25 Νοέμβρη του 1931 στα περίχωρα της Λαμίας, βρίσκομαι σε τούτο το νησί περίπου έναν χρόνο. Με έφεραν εδώ τον Ιούνιο του 1949 μαζί με άλλες αγωνίστριες. Το Παλαιό Τρίκερι όμως δεν είναι τόπος εξορίας, είναι τόπος κολάσεως. Είναι η ίδια η κόλαση πάνω στη γη. Όχι το νησί ασφαλώς, αλλά οι άνθρωποι που κρατάνε τις τύχες μας στα χέρια τους. Οι δεσμοφύλακές μας. Αυτοί είναι η κόλασή μας».
Η Αναστασία φεύγει, αφήνοντας το τετράδιο στη θέση του. Η οικογένεια επιστρέφει στον Βόλο. Η Αναστασία, αδυνατώντας να βγάλει από το μυαλό της το θαμμένο τετράδιο, αποφασίζει να μιλήσει στους γονείς της γι’ αυτό, για το ημερολόγιο της Αυγής. Συγχρόνως, εκφράζει τις απορίες της, τις οποίες ο πατέρας της προσπαθεί να τις απαντήσει, δίνοντάς της το πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε το ημερολόγιο, όταν το μικρό και ήσυχο Τρίκερι ήταν τόπος εξορίας, δηλαδή κόλαση «επί γης», 5.000 γυναικών.
Η Αναστασία επηρεασμένη από τα ιστορικά γεγονότα που πληροφορείται από τον πατέρα της επιθυμεί να πάει στο Τρίκερι και να φέρει το τετράδιο της Αυγής στο Βόλο. Πατέρας και κόρη, επιστρέφοντας, πιστεύουν ότι έκαναν το σωστό, νιώθοντας ήδη μια παράξενη έλξη και ένα ανεξήγητο δέσιμο με την Αυγή και την ιστορία της.
Η ανάγνωση της ιστορίας της Αυγής, της αντάρτισσας, κατά τη διάρκεια της εξορίας της, αρχίζει. Συγχρόνως, ξετυλίγονται και οι ζωές και άλλων εξόριστων στο νησί, των κοριτσιών που έμεναν στη σκηνή μαζί με την Αυγή, της Μαρίας, της «προληπτικής», όπως έλεγαν τις γυναίκες που εξορίζονταν χωρίς να έχουν άμεση εμπλοκή, μόνο και μόνο γιατί είχαν συγγενείς που ήταν αντάρτες, της Αντιγόνης, της αγγελιαφόρου, της Δήμητρας, της Γιωργίτσας, της Σμαρούλας. Ταυτόχρονα, παρουσιάζονται και τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν οι εξόριστες στο Τρίκερι, όπως όλοι οι εξόριστοι σε όλα τα κολαστήρια της Ελλάδας, στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στη Χίο, στη Λέρο…
Η Αυγή είναι ερωτευμένη με τον Αιμίλιο με τον οποίο γνωρίστηκαν στο βουνό, το 1946. Η μοίρα τους χώρισε, αλλά θα τους φέρει ξανά, για λίγο, στο Τρίκερι, όπου εκτός από γυναίκες ήταν εξόριστοι και άνδρες, 1.500 περίπου. Μετά θα χαθούνε και πάλι. Η ιστορία της Αυγής θα συγκινήσει την Αναστασία, η οποία θέλει να μάθει περισσότερα για την ηρωίδα και τη ζωή της.
Σε αυτό το παιχνίδι αναζήτησης θα επιστρατευθεί ο παππούς Γιώργος, ιστορικός, θείος του Ηλία και η Βιβή, δημοσιογράφος από τα Τρίκαλα. Το ένα στοιχείο οδηγεί στο άλλο και το κουβάρι του νήματος όλο και ξετυλίγεται και καθώς ξετυλίγεται αυτό το κουβάρι, όλο και περισσότερο η μοίρα της Αυγής συνδέεται με τη μοίρα της οικογένειας της Αναστασίας.
Ποια η σχέση του διοικητή του κέντρου εξόριστων στο Παλαιό Τρίκερι Θεογιάννη με τον Ηλία και την Αναστασία; Ποια η μοίρα της Αυγής και του Αιμίλιου; Επέζησαν; Και αν επέζησαν, μετά την εξορία, κατάφεραν να συναντηθούνε; Και αν ζούνε, που βρίσκονται σήμερα; Ποια η τύχη του διοικητή του νησιού Θεογιάννη και ποια η μοίρα του βασανιστή της Αυγής που έσβηνε τσιγάρα πάνω της, του Ξενοφώντα Ακριβού από το Γαρδίκι Τρικάλων; Ποια η μοίρα των άλλων κοριτσιών που μοιράζονταν τη σκηνή με την Αυγή;
Αυτά και άλλα ερωτήματα θα απαντηθούνε όσο η πλοκή εξελίσσεται. Η αγωνία όλο και κορυφώνεται, κρατώντας τους αναγνώστες του βιβλίου «όμηρους» μέχρι και την τελευταία σελίδα, όπου γίνονται νέες αποκαλύψεις. Έρχεται η κάθαρση, οι υπαίτιοι πληρώνουν για τα κρίματά τους, η αδικία αποκαθίσταται ή δεν υπάρχει δικαίωση;
Το παιδί της Αυγής θα ζήσει ή θα πεθάνει; Και τελικά ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της, ο άντρας που αγάπησε και του αφιέρωσε τη ζωή της ή ο βιαστής της στο Τρίκερι;




























