Μανώλης Παρασκευάς : Η ζωή του όλη

Γράφει ο Απόστολος Παντσάς , με αφορμή το βιβλίο του Δημ. Κωσταντάρα-Σταθαρά

Μου έδινε πάντα την ίδια εντύπωση κάθε φορά που τον είχα απέναντι στη δροσιά της Νέο Ιωνιώτικης νύχτας , εκεί στο πεζοδρόμιο πότε της οδού Εγγλεζονησίου, πότε της οδού Ευφραιμίδου, να πίνει αργά και με μέτρο το τσίπουρο του Δεμίρη, προσφυγική οικογένεια ναυτικών κι αυτή από το Εγγλεζονήσι, που κάποια στιγμή έκανε τέχνη τις γαστριμαργικές μνήμες της Ιωνίας.

Τσιμπολογούσε τους μεζέδες με έναν τρόπο που έμοιαζε περισσότερο με ιεροτελεστία παρά φαγητό. Για έναν λόγο παράδοξο και συνειρμικό κάθε φορά νόμιζα ότι είχα απέναντί μου ένα μπομπινόφωνο 8 track, δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνα τα όρθια, περίπλοκα μηχανήματα με τις τεράστιες μπομπίνες που σε κοίταζαν σαν δυο τεράστια μάτια που γύριζαν ασταμάτητα. Εκείνα που μπορούσαν να έχουν ταινία με ήχο και να τον αναπαράγουν ακούραστα για δεκάδες ώρες, εκείνα που οι παλιοί ραδιοφωνατζήδες τους γύρναγαν το λεβιέ στις 8 το βράδυ και τον ξανάκλειναν στις οκτώ το πρωί έτσι ώστε οι ακροατές τους να έχουν ατελείωτη μουσική και διαφημίσεις όλη νύχτα.

Κάθε φορά που βγαίναμε για τσίπουρο, η ίδια εικόνα «υποκαθιστούσε» στο μυαλό μου τον υπέργηρο Μανώλη που χωρίς ανάσα, χωρίς κενά, χωρίς διαλείψεις, περνούσε από το ένα θέμα στο άλλο, φτιάχνοντας εικόνες, φέρνοντας μνήμες, ζωντανεύοντας στιγμές. Ένας αστείρευτος διηγηματικός θησαυρός, μια κινούμενη εγκυκλοπαίδεια που ανά πάσα στιγμή αναμείγνυε αριστοτεχνικά τα προσωπικά του βιώματα με την Ιστορία του Έθνους, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη ζωή στη Νέα Ιωνία, το άγος του μεροκάματου, το πάθος για τη Νίκη, τον έρωτα για τη Μαρίτσα, τη γυναίκα της ζωής του, τα παιδιά τους, τις σπουδές τους, τα κατορθώματά τους.

Από μαθητευόμενος κρεοπώλης, στην κλωστοϋφαντουργία του «Παπαγεωργίου», στο Παντελής Μαγουλάς με τη φανέλα της Νίκης και τον σκληρό ρόλο του μπακ πάνω στο αδυσώπητο, χωμάτινο τερέν της «κλούβας». Από ναύτης στη θαλαμηγό του Βασιλιά, εργάτης στο λιμάνι, πρωτεργάτης στη δημιουργία του συλλόγου Εγγλεζονησιωτών Μαγνησίας, πρόεδρος στους λιμενεργάτες. Μια ζωή σαν παραμύθι να τη λέει και να την ξαναλέει κάθε φορά που βρισκόμαστε, πάντα πιο πλούσια, πάντα αλλιώτικη πάντα δελεαστική. Σαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία, αγαπημένη και νοσταλγική που όσες φορές και να τη δεις τη χαίρεσαι ολοένα και περισσότερο.

Γιατί τα χρόνια του Μανώλη ήταν ασπρόμαυρα όσο και αν το τσίπουρο του Δεμίρη …τα έκανε ανάλαφρες μνήμες και νοσταλγικές αναφορές. Γιατί ήταν ασπρόμαυρα χρόνια πολέμων, εμφυλίων, διχόνοιας, φτώχειας, στερήσεων, άθλια αμειβόμενης εργασίας και συνεχούς αγωνίας και αγώνος την επιβίωση.

Μέσα από τον τίτλο, σε μια φράση «όσα έζησα» εμπεριέχεται ο προφανής λαϊκός πόνος και καημός όπως τον τραγούδησε ο Καζαντζίδης στο «η ζωή μου όλη». Μέσα στις 130 σελίδες της έκδοσης του Πολιτιστικού Συλλόγου «Το Εγγλεζονήσι» ο Δημήτρης Κωνσταντάρας-Σταθαράς επιμελείται και ιχνογραφεί έναν ατόφιο Μανώλη Παρασκευά, μια σπάνια μορφή της Νέας Ιωνίας. Μια μορφή μοναδικά πλούσια θα έλεγα, λες και είναι βγαλμένη από τον κόσμο της μυθοπλασίας και όχι από το απόσταγμα των βασανισμένων ημερών που έζησε.

Ο Κωνσταντάρας-Σταθαράς με ακραίο σεβασμό μπαίνει ακροποδητί στον βιωματικό κόσμο του Μανώλη. Περιγράφει μια ατόφια, sui generis προσωπικότητα μέσα από τα ίδια του τα γραπτά, τα ασύντακτα και ανορθόγραφα. Εκείνα τα γραπτά που ποιοτικά είναι μακράν των όσων οι συνθήκες των τότε δίσεκτων χρόνων επέτρεπαν να αποτυπωθούν αφού η ακαδημαϊκή μόρφωση ήταν όνειρο άπιαστο. Μέσα από τα όμικρον που ήταν ωμέγα και τα γιώτα που ήταν ήτα ο Κωνσταντάρας αναδεικνύει το μεγαλείο της θέλησης, της επιμονής και της ψυχής του Μανώλη που στην πράξη χτυπιέται παλικαρίσια με τον Μπαμπινιώτη, την Ορθογραφία, το Συντακτικό, και βγαίνει νικητής και τροπαιοφόρος. Στην πραγματικότητα βγαίνει νικήτρια η διάφανη ψυχή του, και η αδάμαστη ορμή του να καθυποτάξει τη μοίρα του και να ζωγραφίσει την υστεροφημία του κατά πως ο ίδιος γουστάρει, κατά πως οι αρχές που πήρε από γονείς, θρησκεία, πατρίδα και ουσιαστικά από την ψυχική διαφορετικότητα και ανωτερότητά του επέβαλαν.