«Σιγά να μην πάω να πολεμήσω για ένα ξερονήσι στην άκρη της χώρας. Είναι κάτι που το ακούω συχνά τελευταία. Και θα έπρεπε να με βρίσκει σύμφωνο. Λέω, “θα έπρεπε”, γιατί είμαι ένας ειρηνικός σε γενικές γραμμές άνθρωπος που δεν επιζητά τους καυγάδες χωρίς καλό λόγο και απεχθάνεται τον πόλεμο, σαν όλους τους λογικούς ανθρώπους. Αλλά να που κάτι μέσα μου με κάνει να μην θέλω ή να μην μπορώ να τρέξω προς την αντίθετη κατεύθυνση όταν κάποιος έρχεται απειλητικά κατά πάνω μου. Βλέπεις, όσες διεξόδους κι αν θεωρείς πως έχεις, όταν κάτι σε κυνηγάει συνεχώς κι επίμονα, στο τέλος καταλήγεις σε μια γωνιά όπου δεν έχεις άλλες επιλογές από το να σταθείς και να παλέψεις κι αυτή την γωνιά του κόσμου την θεωρώ δική μου. Δεν μου χαρίστηκε φθηνά ούτε ήρθε εύκολα.
Τα σημερινά σύνορα της χώρας μου τα διδάχτηκα από μικρός στο μάθημα της Γεωγραφίας. Τους δρόμους και τις διαδρομές μέσα από τις οποίες καταλήξαμε σε αυτά τα έμαθα από την Ιστορία. Και δεν είναι τυχαίο που αυτά τα δύο μαθήματα πάντα πήγαιναν χέρι-χέρι.
Το ένα σμιλεύει και καθορίζει το άλλο. Τα έμαθα πρώτα εκεί κι έπειτα τα κατανόησα διαβάζοντας μικρό παιδί, συγγραφείς και ποιητές με ασυνήθιστα ονόματα, Άλκη, Διδώ, Μενέλαο, Οδυσσέα. Κι ακόμα περισσότερο τα έκανα δικά μου όταν μεγάλωσα και ταξίδεψα στα πλάτη και στα μήκη της, όταν ξάπλωσα πάνω στην άμμο της, έσκαψα στο χώμα της να θάψω τους νεκρούς μου, όταν έφαγα τους καρπούς της, κάηκα στον ήλιο της, δροσίστηκα στις θάλασσες και στις πηγές της, όταν πήρα την αλμύρα της και την επέστρεψα ιδρώτα ανεβαίνοντας τα πανέμορφα βουνά της. Μετά απ’ όλα αυτά μπορώ να την λέω αναμφισβήτητα πατρίδα μου. Κι εκεί είναι το “πρόβλημα” με τις πατρίδες. Είναι όταν πια “το χώμα δένει τόσο με την φτέρνα” που τα όρια της γίνονται αντιληπτά σαν όρια του δικού σου κορμιού. Κι έτσι μου είναι αδύνατον να φανταστώ πως μπορεί κανείς, αδιάφορα και οικειοθελώς να προσφέρει το χέρι του σε μια πανάρχαιη σκουριασμένη χατζάρα που θέλει να κόψει ένα “μικρό τοσοδούλι” υγιές κομμάτι του χωρίς να προσπαθήσει έστω να αμυνθεί.
Δεν ξέρω, σου τα λέω όπως τα αισθάνομαι. Ίσως να διαφωνείς και ίσως να εξιδανικεύω, ίσως πάλι να έχεις να μου προτείνεις κάποια άλλη καλύτερη λύση “ρεαλιστικότερου συμβιβασμού”. Μα όπως το βλέπω εγώ τώρα, αν την αφήσω να με κόψει, δεν είναι η χατζάρα που με φοβίζει τόσο όσο η γάγγραινα που κρύβει η σκουριά της. Κι όσο για διαπραγματεύσεις, αυτές δεν γίνονται πάνω σε κόκκινες γραμμές. Το χρώμα τους δεν είναι τυχαίο και δεν τις χάραξε μελάνι» τονίζει ο συμπολίτης επιχειρηματίας, κ. Χρήστος Μάρτζος.



































