«Τα δάση σε αυτόν τον τόπο καίγονται πριν πάρουν φωτιά. Έχουν καεί πριν τους καύσωνες, τις υψηλές θερμοκρασίες, τους ισχυρούς ανέμους. Έχουν καεί στα άρθρα των νόμων που αριθμό τον αριθμό και παράγραφο την παράγραφο επιτρέπουν την κάθε χρήση, την δόμηση, την επένδυση για λόγους δημόσιους συμφέροντος (sic!). Έχουν αποψιλωθεί με την αποψίλωση της δασικής υπηρεσίας από ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους -ανθρώπους που γνώριζαν τα δάση, τα περπατούσαν, επέβλεπαν, έλεγχαν. Έχουν καεί εδώ και είκοσι χρόνια όταν η δασοπυρόσβεση έφυγε από τη δασική υπηρεσία -που είχε εμπειρία και γνώση, καθάριζε μονοπάτια, φρόντιζε για τις αντιπυρικές ζώνες- και πέρασε σε αυτή τη δόλια την πυροσβεστική (πώς να γνωρίζει αυτός ο έρμος ο πυροσβέστης που θέλει να σβήσει τη φωτιά, πού να πατήσει, πού να στρίψει, τι δάσος είναι αυτό που καίγεται;).
Έχουν καεί στην επικάλυψη αρμοδιοτήτων των πάντων -υπουργείων, τοπικής αυτοδιοίκησης, περιφερειών, υπηρεσιών. Έχουν καεί στη σιωπή αιρετών που κάνουν αβαβά για τις ακαθάριστες ιδιοκτησίες, αυλές, σπίτια, επιχειρήσεις, για τις αυθαίρετες δομήσεις, για τις κλειστές διόδους. Έχουν καεί από τις κυβερνήσεις διαχρονικά που παραλαμβάνουν από τις προηγούμενες «καμμένη γη». Κάθε δάσος που καίγεται είναι μια ακόμα πληγή στο σώμα του πλανήτη. Είναι ακόμα μια πληγή στο σώμα το δικό μας. Το έγκλημα είναι προδιαγεγραμμένο. Παρακαλώ, υπουργοί μου, μην κλαίτε. Και κυρίως μη μιλάτε» το καυστικό σχόλιο της κ. Ηρώς Διώτη.



































