«Με όλους αυτούς λοιπόν τους κυρίους με τις περίεργες ρόμπες δίνουμε ραντεβού στα Δικαστήρια.» Μετά την παλαιότερη αυθόρμητη αγανάκτησή του για την προοπτική του Βόλου «να μετατραπεί σε Πανεπιστημιούπολη», ο Δήμαρχος του Βόλου έδειξε χθες ξανά την αταβιστική αποστροφή του προς το Πανεπιστήμιο.
Για να μπαλώσει την μνημειώδη γκάφα που έκανε παραχωρώντας για ανέγερση δικαστηρίου οικόπεδο που ανήκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ξεκίνησε τις προσφιλείς πολεμοχαρείς τοποθετήσεις του με κατάληξη αυτήν την γυμνασιακού επιπέδου απρέπεια. Με αφορμή την εν λόγω φράση, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τον μόνιμα απαξιωτικό και τοξικό λόγο που υιοθετεί απέναντι σε κάθε διαφορά αλλά και για τη μακιαβελική προτίμησή του να αντιμετωπίζει δύσκολα θέματα μόνο με τη δημιουργία αντιπερισπασμών.
Θα μπορούσε επίσης να σχολιάσει την επιδεικτική του αντιπνευματικότητα που την φοράει ως παράσημο αυθεντικότητας. Ή για την αδυναμία του να κατανοήσει την συνεισφορά της Επιστήμης και της Τέχνης έξω από τις αγοραίες προδιαγραφές της μπίζνας. Θα σταθώ όμως στην αναφορά σε «ρόμπες». Δεν είναι απλώς θέμα μιας συγκαλυμμένης προσβολής που πετυχαίνει συνδέοντας την ιδιότητα του Πανεπιστημιακού με τη φράση «έγινε ρόμπα». Εδώ ο κ. Μπέος αποκαλύπτει ένα βαθύτερο άγχος του απέναντι στον κίνδυνο της εκθήλυνσης. Η δυσφορία του με το Πανεπιστήμιο (και σε άλλες περιπτώσεις με τον καλλιτεχνικό κόσμο) ίσως προέρχεται από αυτό ακριβώς το άγχος. Η πνευματική εργασία φαίνεται ότι αντιπροσωπεύει γι αυτόν μια ένδειξη μαλθακότητας, μια απειλή για την αρρενωπότητά του, μια ολίσθηση στο επίπεδο της γυναικείας υπόστασης…» τονίζει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κ. Κώστας Μανωλίδης.


































