Μόλις το 40% των νοσηλευτών του Νοσοκομείου Βόλου θέλησε να εμβολιαστεί για τον κορωνοϊό!

Προκύπτουν ερωτήματα, ενώ το ποσοστό συμμετοχής των γιατρών ξεπερνά το 80%

Ο πρώτος εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού στο Νοσοκομείο Βόλου έγινε στις 8 Ιανουαρίου στις 8.30 το πρωί με τη νοσηλεύτρια των κλινικών και της ΜΕΘ κορωνοϊού κ Ευαγγελία Ζυγούλη να δείχνει τον δρόμο ότι η λύση σ’ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση είναι το εμβόλιο, το απαύγασμα δηλαδή των κορυφαίων επιστημόνων όλων του κόσμου, που κατάφεραν σε χρόνο ρεκόρ να δώσουν στην ανθρωπότητα το πιο ισχυρό «όπλο» απέναντι σε μια πανδημία που είχε να εμφανιστεί 100 χρόνια.

Σχεδόν ένα μήνα μετά και σε πανελλαδικό επίπεδο γίνεται μεγάλος λόγος για το κατά πόσο το υγειονομικό προσωπικό, αυτό το οποίο έζησε και ζει τις δραματικότερες στιγμές των ανθρώπων που νοσούν από κορωνοϊό, με τα θύματά του καθημερινά να αυξάνονται, εμβολιάστηκε κατά του ιού και ισχυροποίησε το ανοσοποιητικό του σύστημα για να μπορέσει να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, σύστημα υγείας και κυρίως τους ασθενείς που προστρέχουν σ’ αυτό.

Γι’ αυτό και προκαλεί έντονη ανησυχία το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των νοσηλευτών σε όλη τη χώρα, αλλά και στο Νοσοκομείο Βόλου γύρισε την πλάτη στους εμβολιασμούς, τη στιγμή που μεγάλη μερίδα της κοινωνίας πρέπει να αναμένει μήνες έως ότου φτάσει και η δική της σειρά και τη στιγμή που οι υπερήλικες 85 ετών και άνω σπεύδουν να εμβολιαστούν, μην λογαριάζοντας πολλές φορές ακόμη και την χιλιομετρική απόσταση.

Τρανταχτό παράδειγμα οι δεκάδες ηλικιωμένοι από κάθε γωνιά της Μαγνησίας που έχουν σπεύσει να εμβολιαστούν κατά του κορωνοϊού στο Κέντρο Υγείας Αργαλαστής, για να προστατεύουν όχι μόνο τον εαυτό τους, αλλά όλη την κοινωνία.

Η εικόνα στο Αχιλλοπουλειο
Πριν από την έναρξη των εμβολιασμών, οι εργαζόμενοι του Νοσοκομείου Βόλου έπρεπε να δηλώσουν τη δική τους συμμετοχή. Τότε, σε σύνολο 1011 εργαζομένων , που περιλαμβάνει γιατρούς, συμβασιούχους, νοσηλευτές, διοικητικό, τεχνικό προσωπικό κ.α. δήλωσαν συμμετοχή στους εμβολιασμούς 428 άτομα, δηλαδή ποσοστό λίγο μεγαλύτερο από 40%, με το υπόλοιπο 60% να αρνείται τον εμβολιασμό.

Από τους 214 γιατρούς του Νοσοκομείου Βόλου πρόθεση εμβολιασμού είχαν εκδηλώσει 147, δηλαδή ποσοστό 68,69%, ενώ από τους 214 νοσηλευτές μόλις οι 89 , δηλαδή το 41,59% είχε πει το αρχικό «ναι» στον εμβολιασμό.

Ένα μήνα μετά, τα στοιχεία χωρίς ακόμη να έχουν επεξεργαστεί δείχνουν πως πάνω από το 80% των γιατρών του Νοσοκομείου Βόλου εμβολιάστηκαν κατά του κορωνοϊού, ενώ σε επίπεδο νοσηλευτών μόλις ένα 40% προσήλθε στο Εμβολιαστικό Κέντρο. Παράλληλα, αυτή την περίοδο υπάρχουν αρκετοί νοσηλευτές οι οποίοι νοσούν από κορωνοϊού και έχουν τεθεί εκτός υπηρεσίας. Βέβαια, η συντριπτική πλειοψηφία των νοσηλευτών του Αχιλλοπούλειου που έζησε από κοντά τη μάχη κατά του κορωνοϊού μέσα στις κλινικές και τη ΜΕΘ, έχουν ήδη εμβολιαστεί, πολλοί δε από αυτούς και με τη δεύτερη δόση.
Την ίδια στιγμή έρχονται στο φως της δημοσιότητας ειδήσεις που αφορούν σε άλλα Υγειονομικά ιδρύματα της χώρας, όπως πρόσφατα στο Νοσοκομείο Άγιος Ανδρέας στην Πάτρα, όπου εντοπίστηκε συρροή κρουσμάτων σε νοσηλευτές, είδηση που δεν άφησε ασχολίαστη η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κ. Μαρία Θεοδωρίδου που δήλωσε χαρακτηριστικά πως «Αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη, ας ελπίσουμε ότι είναι και εξαίρεση, το γεγονός ότι σε μεγάλο νοσηλευτικό ίδρυμα της χώρας μας, όπως το Νοσοκομείο «Άγιος Ανδρέας» της Πάτρας, παρουσιάστηκε μια ενδονοσοκομειακή διασπορά κρουσμάτων κορωνοϊού, κυρίως σε ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που ήταν ανεμβολίαστο».

Ντίνος Μηνδρινός: «Ο εμβολιασμός είναι καλός, όμως συμμεριζόμαστε τον φόβο των συναδέλφων»
Ερωτηθείς σχετικά με τις «χαμηλές πτήσεις» εμβολιασμού, που αφορούν στο νοσηλευτικό προσωπικό ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων του Νοσοκομείου Βόλου κ. Ντίνος Μηνδρινός επεσήμανε πως «έγιναν βεβιασμένες κινήσεις από το Υπουργείο, την ΥΠΕ και το Νοσοκομείο. Τη μια στιγμή μας ενημέρωσαν για τον εμβολιασμό και την άλλη μας είπαν να δηλώσουμε συμμετοχή, ενώ άρχισαν να ρωτούν άσχετα στοιχεία όπως το ΑΦΜ, με αποτέλεσμα πολλοί συνάδελφοι να αναρωτηθούν τους λόγους αυτών των κινήσεων. Επίσης δεν υπήρχε ενημέρωση και ο περισσότερος κόσμος ήθελε να δει πρώτα άλλους συναδέλφους του να εμβολιάζονται, να δει εάν θα υπάρχουν παρενέργειες. Ο εμβολιασμός είναι καλός, αλλά συμμεριζόμαστε και τον φόβο των συναδέλφων μας».

Σύμφωνα δε με τα πρώτα στοιχεία, τα οποία ακόμη δεν έχουν αναλυθεί, εντοπίστηκε το περίεργο ότι… προσωπικό του Νοσοκομείου Βόλου να έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον εμβολιασμό, αλλά στο τέλος άλλαξε γνώμη και δεν προσήλθε στο ραντεβού, με τις αρμόδιες υπηρεσίες να τρέχουν για να καλύψουν τα κενά και να μην μείνει ανεκμετάλλευτη ούτε μία δόση του εμβολίου.
Στην ερώτηση εάν κάποιος νοσηλευτής αλλάξει γνώμη και εφόσον έχει δει τι συμβαίνει με τα εμβόλια και θέλει να συμμετάσχει στο εμβολιαστικό κίνημα, ο κ. Μηνδρινός ανέφερε πως μπορεί να δηλώσει συμμετοχή στην ηλεκτρονική πλατφόρμα που υπάρχει, λαμβάνοντας σειρά προτεραιότητας ως υγειονομικός.

Δημήτρης Λύτρας: Όποιος υγειονομικός δεν εμβολιαστεί, θα πρέπει να αναθεωρήσει γιατί βρίσκεται στο ΕΣΥ
Στον αντίποδα, το ιατρικό προσωπικό φαίνεται πως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του εμβολιασμού και αν και αρχικά ορισμένοι γιατροί δεν είχαν δηλώσει συμμετοχή, αποφάσισαν έπειτα να εμβολιαστούν, με το ποσοστό συμμετοχής να ξεπερνά πλέον το 80%, ενώ πολύ μεγάλη ανταπόκριση για εμβολιασμό υπάρχει και στους ιδιώτες γιατρούς, που στο πρώτο κιόλας κάλεσμα του Νοσοκομείου, έσπευσαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο ιατρικός κόσμος με κάθε τρόπο προκρίνει τον εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού ως το μοναδικό όπλο αντιμετώπισης της πανδημίας, προκειμένου να επέλθει αυτή η κανονικότητα στην κοινωνία και την οικονομία.
Μάλιστα, λίγες ημέρες μετά την επίσημη έναρξη του εμβολιασμού στο Νοσοκομείο Βόλου ο Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Αχιλλοπούλειου κ. Δημήτρης Λύτρας είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στο Ράδιο ΕΝΑ πως «Είμαι κάθετος ότι το θέμα των παρενεργειών δεν θα έπρεπε να απασχολεί τους υγειονομικούς. Όποιος υγειονομικός δεν εμβολιαστεί θα πρέπει να αναθεωρήσει τι κάνει και γιατί βρίσκεται στον χώρο που βρίσκεται. Για να μην πω κάτι πιο σκληρό ότι δεν θα έπρεπε να έχει δουλειά στο δημόσιο σύστημα υγείας. Είναι ξεκάθαρο αυτό το θέμα».