Βολιώτης για όσα έζησε στη φωτιά του «Norman Atlantic»: Άνθρωποι γλιστρούσαν κι έπεφταν, ένας κρεμόταν

Στη μέση της φωτογραφίας διακρίνεται ο Βολιώτης πολιτικός μηχανικός Χρυσόστομος Αποστόλου
Αναβιώνει η ναυτική τραγωδία στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά

Σε εξέλιξη βρίσκεται η δίκη στο Β΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, για την φωτιά στο επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο «Norman Atlantic», που στοίχισε τη ζωή σε 12 ανθρώπους. Σχεδόν έξι χρόνια μετά, αγνοούνται ακόμα 18 επιβαίνοντες. Το πλοίο είχε αναχωρήσει από την Πάτρα στις 28 Δεκεμβρίου του 2014, με 499 άτομα, από τα οποία 487 ήταν επιβάτες και 55 μέλη του πληρώματος. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται λαθρεπιβάτες που, πιθανόν, επέβαιναν στο πλοίο.

Προορισμός η Ανκόνα ωστόσο στα 44 ναυτικά μίλια έξω από την Ηγουμενίτσα, ξέσπασε φωτιά στο κατάστρωμα των οχημάτων. Πολλοί από τους επιβάτες κάηκαν ζωντανοί, άλλοι παγιδεύτηκαν στο γκαράζ του πλοίου και άλλοι χάθηκαν στην Αδριατικής, σε μια επιχείρηση διάσωσης που είχε διαρκέσει 48 ώρες. Κατηγορούμενοι, που δεν κάθονται στο εδώλιο καθώς εκπροσωπούνται από δικηγόρους, είναι 11 άτομα. Μεταξύ αυτών, ο διευθύνων σύμβουλος και ο πρόεδρος της ναυλώτριας ακτοπλοϊκής εταιρείας ΑΝΕΚ, ο υποπλοίαρχος, ο αρχιφροντιστής, ο μαθητευόμενος ηλεκτρολόγος του πλοίου, ένας ναύκληρος και ναύτες, οι οποίοι συμμετείχαν στην «έχμαση» (ασφάλιση) του φορτίου και ναυτόπαιδες. Ο Ιταλός πλοίαρχος και συμπατριώτες του, κατηγορούμενοι επίσης, δικάζονται σε ανάλογη δίκη στα ιταλικά δικαστήρια. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η φωτιά προκλήθηκε από την υπερθέρμανση φορτηγού ψυγείου με ζωντανά ψάρια το οποίο δεν ήταν ηλεκτρικά συνδεδεμένο. Στην κατάθεσή του ο πρώτος διασωθείς, Ανδρέας Οικονόμου δήλωσε πως «Ξεκινήσαμε για ένα χριστουγεννιάτικο ταξίδι στη Βενετία και κάναμε ένα ταξίδι στην κόλαση». «Με ξύπνησε η κόρη μου και είπε «μπαμπά, φωτιά!».

Ο διάδρομος ήταν γεμάτος καπνό, δεν άκουσα καμία προειδοποίηση. Πού να πας; Δεξιά ή αριστερά; Εγώ και η κόρη μου ήμασταν ξυπόλυτοι, η γυναίκα μου χωρίς μπουφάν. Περπατούσαμε πιασμένοι και ακούγαμε κρότους» κατέθεσε στο δικαστήριο. «Δεν υπήρχε καμία οδηγία. Το μυαλό μου «πάγωσε». Σκεφτόμουν μόνο πώς να μην κάνω κάποιο λάθος και χαθούμε και οι τρεις. Τα σωσίβια τα μοίρασε συνεπιβάτης, που έσπασε ένα από τα κιβώτια» σημείωσε. «Μιλάμε για έναν πύργο της Βαβέλ. Υπήρχε πλήρης ασυνεννοησία και φοβάμαι ότι η άγνοια του ρόλου του καθενός την κρίσιμη ώρα δημιούργησε σύγχυση» κατέθεσε, όπως αναφέρει η Καθημερινή, ο Σπύρος Ζαχαράτος, επίσης διασωθείς επιβάτης του Norman Atlantic. «Υπήρχαν συνθήκες αλαλούμ. Του λέω ενός Ιταλού ναυτικού, έχω δύο παιδιά, μου κάνει νόημα να του δώσω τα παιδιά και μετά μπήκα εγώ. Από πίσω στριμωξίδι.

Η γυναίκα μου μου είπε βλέπω μια βάρκα. Κινήθηκαν όσοι προλάβανε προς τα εκεί. Γινόταν το αδιαχώρητο. Ποδοπάτησαν τη γυναίκα μου. «Μη σπρώχνετε θα πέσουμε στη θάλασσα» φώναξε η γυναίκα μου. Κάποιοι πέσανε. Η γυναίκα μου, μου λέει «για να μην πέσω μου λέει πέφτω κάτω και ας με ποδοπατήσουν παρά να βρεθώ στο κενό κάτω»» ανέφερε ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας Γιώργος Αντωνάκης δε, τόνισε ότι μόλις τρία μέλη του πληρώματος φορούσαν στολή και ξεχώριζαν από τους επιβάτες. Ο οδηγός Λεωνίδας Κωνσταντινίδης κατέθεσε ό,τι κανείς δεν τον εμπόδισε να κατέβει στο γκαράζ για να κοιμηθεί στο όχημά του με αποτέλεσμα να βρίσκεται εκεί όταν ξέσπασε η φωτιά. «Το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως μπορώ να φύγω να σωθώ. Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού αλλά φράκαρε σε άλλο όχημα. Στον πανικό μου επάνω έκλαιγα. Πίστευα ότι θα καώ» περιέγραψε ο μάρτυρας εμφανώς συγκινημένος, όταν ήρθαν στη μνήμη του οι δραματικές ώρες που έζησε από την φωτιά μέχρι τη διάσωση του. «Όταν άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού ήρθε η φωτιά πάνω μου στα χέρια και το πόδι μου. Πέντε μέρες ήμουν στο νοσοκομείο» ανέφερε. «Ήμουν τυχερός γιατί από την άλλη πλευρά, από την πόρτα του οδηγού, ήταν η κίτρινη γραμμή που περνάνε οι πεζοί. Άνοιξα την πόρτα. Δίπλα μου αν πήγαινα από την αριστερή πλευρά ήταν η πόρτα αλλά ήταν η φωτιά. Πήγα τέρμα πίσω.

Ήμουν από τα πρώτα άτομα που πήγαν εκεί. Είδα δυο λαθρομετανάστες. Ούτε καν είχαν δει την φωτιά. Τους τράβηξα εγώ και πήγαμε τέρμα πίσω». «Ήμασταν από τα πρώτα αυτοκίνητα που ανέβηκαν από Ηγουμενίτσα στο 4ο κατάστρωμα. Περιμέναμε 2 ώρες τον ηλεκτρολόγο να μας δώσει ρεύμα. Μας έδειξε τις πρίζες αλλά μας είπε ότι δεν δουλεύουν, δεν είναι λειτουργικές. (…) Διαμαρτυρήθηκα στον αξιωματικό και μου είπε να απευθυνθώ στον ηλεκτρολόγο του πλοίου. Δεν δουλεύουν οι πρίζες μου είπε. Το αποτέλεσμα ήταν να θέσουν σε λειτουργία μηχάνημα με πετρέλαιο ντίζελ προκειμένου να παραχθεί ηλεκτρικό ρεύμα και να λειτουργήσει το ψυγείο του φορτηγού.

Ο Έλληνας ύπαρχος και ο Ιταλός ηλεκτρολόγος μας είπαν να βάλουμε». Γνώριζε ο ύπαρχος ότι δεν υπήρχε ρεύμα και θα λειτουργούσε με πετρέλαιο» τόνισε στην κατάθεσή του οδηγός φορτηγού. Αποκαλυπτικοί ήταν και δύο συνάδελφοί του, που κατέθεσαν ό,τι το πλοίο δεν διέθετε πρίζες για να τους παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα σε νταλίκες-ψυγεία με ευπαθή εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να θέσουν σε λειτουργία μηχανές ντίζελ των οχημάτων τους. Το πρόβλημα με τις πρίζες στο γκαράζ του «Norman Atlantic» επεσήμανε ο οδηγός φορτηγού Κωνσταντίνος Φιλιόπουλος ο οποίος είχε τοποθετήσει το φορτηγό στο 3ο κατάστρωμα του πλοίου. «Ζητήσαμε ρεύμα από τον Ιταλό ηλεκτρολόγο και είπε θα σας φέρω. Μετά μου λέει «δεν έχω ρεύμα. Δεν μπορώ να σας δώσω». Του λέω τι θα γίνει. «Βάλτο στο πετρέλαιο μου λέει δεν υπάρχει πρόβλημα». Το έβαλα στο αυτόματο». Όπως είπαν και άλλοι μάρτυρες επιβάτες, κανείς ναυτικός δεν ήρθε να ειδοποιήσει, ούτε χτύπησε συναγερμός.

Ο Βολιώτης, Χρυσόστομος Αποστόλου που ταξίδευε με τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά είπε χαρακτηριστικά «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω ήταν. Ποιο πλήρωμα; Τίποτα δεν υπήρξε. Κάποια άτομα πηδούσαν να πάνε σε μια βάρκα. Είδα ανθρώπους να γλιστράνε και να πέφτουν. Ένας κρεμόταν. »Όταν βγήκαμε έξω βρεθήκαμε σε ένα σημείο που υπήρχε φωτά, και υπήρχε μια πόρτα να βγούμε από τη δύσκολη θέση. Ήταν κλειδωμένη η πόρτα. Φωτιά αριστερά, φωτιά δεξιά, η πόρτα δεν άνοιγε. Πήδαγαν από 30 μέτρα ύψος. Δεν καταλάβαινα ποιο είναι το πλήρωμα. Γινόταν πανικός ένας όχλος. Άτομα είχαν αναλάβει να συντονίσουν αυτό το πράγμα χωρίς καμία αρμοδιότητα. Δεν ήταν εκπαιδευμένα μέλη πληρώματος». Εκτιμάται ότι, δύο χρόνια μετά τη ναυτική τραγωδία, περίπου το 65% των επιβατών είχε έρθει σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τις εμπλεκόμενες εταιρείες.

Τον Δεκέμβριο του 2016, κατατέθηκε στην Ιταλία αγωγή από 105 ενάγοντες, μεταξύ των οποίων βρίσκονται 49 επιβάτες και συγγενείς επτά θυμάτων. Ήταν τέτοιας έκτασης η καταστροφή, που πέρασαν χρόνια μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες και να απομακρυνθούν τα οχήματα από το πλοίο. Οι τελευταίες εστίες φωτιάς έσβησαν στις 12/1/2015 και στις 3/2/2015 εντοπίστηκε απανθρακωμένο πτώμα στο γκαράζ του καταστρώματος 4.