Βόλος, πόλη λάφυρο

Άρθρο του Αρχιμήδη-Δημήτρη Καρεκλίδη

Η φετινή επέτειος αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα συνέπεσε με ένα φαινομενικά ήσσονος σημασίας και ασύνδετο ζήτημα το οποίο θα περνούσε απαρατήρητο από την τοπική κοινωνία και τους πολίτες αν δεν το αναδείκνυε αρχικά η εφημερίδα «Μαγνησία» και στη συνέχεια οι παρατάξεις του δημοτικού συμβουλίου Βόλου με τις τοποθετήσεις τους. Η Δημοκρατία και η διατήρηση της «υγείας» της δεν είναι κάτι που περικλείεται στο Προεδρικό Μέγαρο και τιμάται μεταξύ της αφρόκρεμας της πολιτικής, της επιχειρηματικότητας και της δημοσιογραφίας με κρασί και καναπεδάκια. Η Δημοκρατία και οι πυλώνες που τη στηρίζουν έχουν τα θεμέλιά τους στην κοινωνία των πολιτών, όπου οι αποφάσεις της εκάστοτε εξουσίας τίθενται στην κρίση και την κριτική προκειμένου να εξασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον αυτών προς όφελος των πολλών. Η διαδικασία όμως της κρίσης αυτής δεν έρχεται παρά μόνο κάθε τέσσερα χρόνια, όταν προκηρύσσονται εκλογές και ο πολίτης προσέρχεται στην κάλπη με αντικειμενικά αλλά και προσωπικά κριτήρια να διαλέξει τον επόμενο εξουσιαστή του. Στο μεσοδιάστημα όμως τι γίνεται; Νομιμοποιείται η εκάστοτε εξουσία να διαχειρίζεται τις τύχες ενός Δήμου και την περιουσία του, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν, χωρίς να διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο και κυρίως με γνώμονα την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων; Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Δήμου Βόλου, ο οποίος κατά πλειοψηφία χθες, αποφάσισε την παραχώρηση του Πανθεσαλικού Σταδίου που περιήλθε προσφάτως στα χέρια του, σε μία ποδοσφαιρική ομάδα όπου πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο ίδιος ο Δήμαρχος Βόλου Αχιλλέας Μπέος.

Η εξόφθαλμη και προκλητική αυτή σχέση διαπλοκής και εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων που παρουσιάζεται ως ωφέλιμη για τον μέσο πολίτη, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι πλέον στον Βόλο η Δημοκρατία έχει καταλυθεί και η δημοτική περιουσία διαμοιράζεται ως λάφυρο προς ικανοποίηση λίγων και εκλεκτών που βρίσκονται στην αυλή του μονάρχη Μπέου. Χαρακτηριστικά τα παραδείγματα, του δημοτικού εργολάβου Γιώργου Ραΐδη ο οποίος «σκούπιζε» διάφορα έργα κατέχοντας ρεκορ απευθείας αναθέσεων, της δημοτικής συμβούλου Δέσποινας Κότογλου που ανέθετε προμήθειες για σχολικά κτίρια στον εαυτό της ως πρόεδρος της Επιτροπής Α’ Βάθμιας Εκπαίδευσης και δύο «κολλητών» φίλων του Αχιλλέα Μπέου οι οποίοι αυτή τη στιγμή διαχειρίζονται δύο «φιλέτα» της δημοτικής περιουσίας, τον «Ισαλο» και το «Αχίλλειο». Ο Δήμος πλέον λειτουργεί σαν ένα μαγαζί (προσθέστε εσείς τη φυσιογνωμία του μαγαζιού που επιθυμείτε) και ο μαγαζάτορας, αποφασίζει και διατάσσει αγνοώντας επιδεικτικά τους πολίτες οι οποίοι υποτίθεται τοποθέτησαν εκεί τον Αχιλλέα Μπέο ως θεματοφύλακα και εκείνος επιχειρεί με κάθε δυνατό τρόπο να τους διαψεύσει. Οι Βολιώτες όμως αρκούνται στην ψευδαίσθηση των έργων που τους προσφέρει και κάνουν τα στραβά μάτια σε υποθέσεις όπως η συγκεκριμένη.

Η κυριαρχία του σε επίπεδο επιρροής στα τοπικά Μέσα Ενημέρωσης τον βοηθάει να προπαγανδίζει και να παρουσιάσει την οποιαδήποτε απόφασή του ως έχουσα στο επίκεντρο το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και αν αυτή εξυπηρετεί, με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο, συμφέροντα ιδιωτικά. Εν προκειμένω στη συμφωνία παραχώρησης τίθεται εύλογα το ερώτημα, ποιανού το συμφέρον τίθεται σε προτεραιότητα όταν ένας άνθρωπος συνάπτει σύμβαση από την μία με την ιδιότητα του δημάρχου Βόλου και από την άλλη ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος μιας ανώνυμης εταιρίας και πως εξασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον χωρίς την μεσολάβηση ενός τρίτου; Πολλώ δε μάλλον όταν η σύμβαση αυτή παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις και δεν περιλαμβάνει όρους που αναφέρονται ρητά στην ελληνική νομοθεσία για τέτοιου είδους παραχωρήσεις, αναφορικά με τα ποσοστά επί των κερδών από εισιτήρια κλπ. όπως κατήγγειλε η Λαϊκή Συσπείρωση στο δημοτικό συμβούλιο Βόλου. Μπορεί το ίδιο πρόσωπο να διασφαλίζει το απόλυτο συμφέρον και των δύο πλευρών; Σίγουρα όχι! Αλλά η αλαζονεία της εξουσίας οδήγησε τον ίδιο τον Αχιλλέα Μπέο να το παραδεχθεί εμμέσως, παίρνοντας την συνηθισμένη στάση «εμείς κάνουμε κουμάντο» ομολογώντας παράλληλα στη διάρκεια της συνεδρίασης του Δ.Σ. ότι «εμείς τώρα κάνουμε αυτές τις συμβάσεις, οι οποίες συμβάσεις, μπορεί να μην αγγίζουν το γράμμα του νόμου, θα συμφωνήσω…»!

Εγκριτοι νομικοί κάνουν λόγο για ενδείξεις τέλεσης του αδικήματος της απιστίας από την πλευρά του Δημάρχου Βόλου, πράγμα όμως που θα χρειαστεί να εξετάσει η Ελληνική Δικαιοσύνη η οποία δεν μπορεί να συνεχίσει να κλείνει τα μάτια σε τέτοιες προκλητικές παρανομίες σε βάρος της πόλης, ακόμη και αν αυτοί που φέρονται να τις έχουν διαπράξει έχουν ισχύ και επιρροή στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας στη χώρα. Η διαδικασία ελέγχου νομιμότητας από την Αποκεντρωμένη είναι μια διοικητική πράξη που αφήνει περιθώρια σε διασταλτική ερμηνεία των νόμων και των διατάξεων, η Εισαγγελία Βόλου όμως οφείλει να εξαντλήσει την κάθε πτυχή αυτής της εξόφθαλμα παράνομης διαδικασίας και να αποδώσει τις ευθύνες στους υπαίτιους. Σε διαφορετική περίπτωση ο δρόμος που θα ακολουθήσει η πόλη από εδώ και έπειτα θα είναι ολισθηρός και σίγουρα όχι προς την πρόοδο, αλλά προς την πολιτική σήψη και έχει αρχίσει πλέον και ενοχλεί πάρα πολύ τα ρουθούνια των πραγματικά προοδευτικών Βολιωτών.