«Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173»: Στυγερά εγκλήματα που παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό…

Στο «θυματοκεντρικό» και «ανθρωποκεντρικό» βιβλίο, του Βαγγέλη Γιαννίση

Είναι ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που συνεργάζεται στενά με τους αξιωματικούς του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας παρουσιάζοντας στυγερά εγκλήματα που διαπράχθηκαν αλλά παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό. «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» από τις εκδόσεις «Διόπτρα», ένα βιβλίο που, όπως δηλώνει ο ίδιος, αποκαλύπτει εγκλήματα για τα οποία «δεν χύθηκαν τόνοι μελάνι». Ο Βαγγέλης Γιαννίσης καλεσμένος στο Ράδιο ΕΝΑ και στο πολιτιστικό ένθετο και στο ραδιοφωνικό μαγκαζίνο του Ηλία Κουτσερή, έδωσε πληροφορίες για το ιδιαίτερο βιβλίο του, το οποίο, όπως σημειώνει, απομακρύνεται από τα συνηθισμένα μυθιστορήματα εγκλημάτων και γίνεται περισσότερο ανθρωποκεντρικό.

«Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» λοιπόν, και είναι ο χώρος απ’ όπου έχετε πάρει στοιχεία για να δημιουργηθεί το μυθιστόρημά σας;

Ήταν το σπίτι μου για, σχεδόν, ένα χρόνο, και με βάση τις εμπειρίες που έζησα,ο αναγνώστης μπορεί «να μπει για λίγο στα παπούτσια» ενός αξιωματικού του τμήματος ανθρωποκτονιών.
Είχατε άμεση συνεργασία με τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς του τμήματος ανθρωποκτονιών καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής.

Τελικά είναι διαφορετική η εκ των έσω εικόνα των ανθρώπων που παλεύουν να εξιχνιάσουν μια υπόθεση, σε σχέση με την εικόνα- στερεότυπο που έχουμε όλοι οι υπόλοιποι για την ελληνική αστυνομία;

Σίγουρα η εικόνα είναι διαφορετική γιατί ο μέσος πολίτης δεν έχει έρθει σε επαφή με κάποιον που υπηρετεί στο ανθρωποκτονιών. Είναι ένα αντικείμενο που δεν είναι στην καθημερινότητά μας. Στην καθημερινότητά μας βλέπουμε έναν αστυνομικό σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα, κάποιον αστυνομικό της ομάδας ΔΙΑΣ ή οποιεσδήποτε άλλες ομάδες από αυτές που είναι στο δρόμο. Από την άλλη, αν δεν είμαστε συγγενείς θύματος, τα ίδια τα θύματα ή οι δράστες δεν μπορούμε να έχουμε επαφή με έναν αξιωματικό ή υπαξιωματικό του τμήματος ανθρωποκτονιών. Είναι ένας διαφορετικός κόσμος, αστυνομικοί με διαφορετική εκπαίδευση και διαφορετική δουλειά. Η δουλειά τους δεν σχετίζεται με την μικροεγκληματικότητα που αντιμετωπίζουν οι αστυνομικοί που βρίσκονται στο δρόμο. Η δουλειά τους είναι οι ανθρωποκτονίες, η έρευνα για την εξιχνίαση της υπόθεσης και φυσικά η απόδοση δικαιοσύνης στο πιο σοβαρό έγκλημα ενάντια στην ανθρώπινη φύση.

Με πιο σκεπτικό, ποια κριτήρια, διαλέξατε τις ιστορίες αυτές που αναφέρετε στο βιβλίο;

Είναι πέντε ιστορίες, οι οποίες παρουσιάζουν ποικιλία στα θύματα, στην ηλικία τους, στην εθνικότητα, αλλά και στα κίνητρα των δολοφονιών. Το πρώτο πράγμα που είχα ζητήσει από τους αξιωματικούς που συνεργάστηκα ήταν να μου προτείνουν εκείνοι κάποια υπόθεση η οποία τους έχει στιγματίσει και η οποία θα έχει κάποια κριτήρια. Δεν ήθελα όλες οι υποθέσει του βιβλίου να έχουν το ίδιο κίνητρο. Ήθελα μια θεματική διασπορά. Με αυτή τη βάση επιλέξαμε αυτές τις πέντε υποθέσεις. Το πιο σημαντικό για ‘μένα είναι ότι δεν είναι υποθέσεις γνωστές. Δεν είναι υποθέσεις που γράφτηκαν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ήθελα να κάνουμε μια προσπάθεια με υποθέσεις για τις οποίες δεν έχουν γραφτεί πολλά και δεν έχουν χυθεί τόνοι μελάνι. Ο «δεύτερος θάνατος» των θυμάτων, είναι ότι τα έχουμε ξεχάσει. Εμένα δεν με εξυπηρετούσε να γράψω σχετικά με μια υπόθεση για την οποία ξέρουν όλοι και έχουν γραφτεί άρθρα.
Οι υποθέσεις είναι ανεξιχνίαστες;

Όχι, όλες οι υποθέσεις είναι εξιχνιασμένες. Ουσιαστικά ένας από τους όρους με τους οποίους έγραψα το βιβλίο ήταν να ασχοληθούμε με υποθέσεις που έχουν εξιχνιαστεί και δεν βρίσκονται κάτω από το απόρρητο της προανάκρισης.

Άρα κατά κάποιον τρόπο οι αναγνώστες γίνονται και μάρτυρες μέσα από αυτά που μεταφέρετε με το βιβλίο;

Ακριβώς! Ουσιαστικά το βιβλίο εξυπηρετεί ένα διττό σκοπό. Αφενός, να δείξει στο αναγνωστικό κοινό πώς γίνεται η έρευνα της ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα και αφετέρου, να δείξει τόσο τις ζωές των θυμάτων όσο και των ανθρώπων που εξιχνιάζουν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον τους. Τα περισσότερα βιβλία σχετικά με πραγματικά εγκλήματα και στο εξωτερικό, αλλά και τα ελάχιστα στην Ελλάδα, επικεντρώνονται στο έγκλημα. Αν κάποιος περιμένει να διαβάσει ιστορίες μόνο για εγκλήματα, νομίζω θα απογοητευτεί. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι θυματοκεντρικό και ανθρωποκεντρικό και δίνει ιδιαίτερα βάρος στο διαδικαστικό. Απουσιάζουν οι περιγραφές από την κλειδαρότρυπα των εγκλημάτων.