Στις 23 Μαρτίου 2026 προσδιορίστηκε η εκδίκαση μιας ποινικής υπόθεσης που αφορά τον θάνατο 57 ανθρώπων και τον τραυματισμό πολλών επιζώντων από σοβαρά εγκαύματα και κακώσεις. Ωστόσο, η δίκη αυτή αντιμετωπίζει σημαντικά πρακτικά προβλήματα, καθώς η ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα δεν πληροί τις απαιτούμενες προδιαγραφές για την ασφαλή και αμερόληπτη διεξαγωγή της.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων εξέδωσε ανακοίνωση, εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή του στον τρόπο διεξαγωγής της δίκης. Όπως αναφέρει, η αίθουσα, που σχεδιάστηκε ως συνεδριακό κέντρο και όχι ως δικαστήριο, δεν προσφέρει φυσική παρουσία δικαστών, συνηγόρων, διαδίκων και μαρτύρων σε έναν ενιαίο χώρο. Η λύση με οθόνες για την παρακολούθηση από συγγενείς των θυμάτων και επιζώντες προκαλεί αίσθημα αποκλεισμού και εγείρει ζητήματα δημοσιότητας και αμεσότητας της διαδικασίας.
Σύμφωνα με απόφαση της Προϊσταμένης του Εφετείου Λάρισας, τα παραρτήματα της κυρίας αίθουσας, συνολικής έκτασης 192 τ.μ., θεωρούνται επαρκή για να φιλοξενήσουν συγγενείς, επιζώντες, δημοσιογράφους και πολίτες. Ωστόσο, η Ένωση Ποινικολόγων επισημαίνει ότι ο χώρος δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της δίκης και καλεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης να διορθώσει τις ατέλειες στον σχεδιασμό.
Η ανακοίνωση τονίζει ότι η σύνθεση των δικαστών που θα δικάσει την υπόθεση πρέπει να εξετάσει την αναβολή της δίκης μέχρι να εξασφαλιστεί κατάλληλος χώρος, ενώ η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων ενδέχεται να εξετάσει την αποχή, αν δεν υπάρξει λύση, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμεροληψία και η πλήρης ανάπτυξη των ισχυρισμών των διαδίκων.
«Δικαιοσύνη δεν αποδίδεται χωρίς σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δίκης και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του δικηγόρου», αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση του ΔΣ.































