Το σύνθημα «No Villa No Party» δεν ήταν απλώς μια φράση που συνόδευε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος μελών της οικογένειας Βιλανάκη, αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που τράβηξαν την προσοχή των στελεχών του ελληνικού FBI κατά τη διάρκεια μιας πολύμηνης έρευνας για υπόθεση που περιλαμβάνει καταγγελίες για απάτες, εκβιασμούς, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλα σοβαρά αδικήματα.Η επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. στον οικισμό της Γιάννουλη της Λάρισας, όπου δεσπόζουν οι πολυτελείς κατοικίες της οικογένειας, έφερε στο φως λεπτομέρειες μιας δικογραφίας που περιγράφει βήμα προς βήμα τον τρόπο με τον οποίο οι Αρχές οδηγήθηκαν στα ίχνη των φερόμενων μελών της οργάνωσης.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται πως διαδραμάτισαν οι ίδιες οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με την έκθεση ανάλυσης βιντεοληπτικού υλικού, οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος προχώρησαν σε εκτεταμένη χαρτογράφηση λογαριασμών σε Facebook, Instagram και TikTok, αναζητώντας στοιχεία που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τα πρόσωπα που είχαν ήδη τεθεί υπό διερεύνηση. Οι αναλυτές της ΔΑΟΕ εντόπισαν προφίλ που φέρονται να ανήκουν σε μέλη της οικογένειας και μέσα από τα οποία προβαλλόταν ένας τρόπος ζωής που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Πολυτελείς κατοικίες, πανάκριβα αυτοκίνητα και εικόνες οικονομικής ευμάρειας καταγράφονταν συστηματικά σε φωτογραφίες και βίντεο που είχαν αναρτηθεί δημόσια τα τελευταία χρόνια.
Η πρώτη φωτογραφία που περιγράφεται στη δικογραφία αφορά μια Porsche Cayenne σταθμευμένη έξω από πολυτελή κατοικία στη Γιάννουλη. Ακολούθησαν αναρτήσεις με Ferrari ενώ διακρίνεται πινακίδα σε Porsche με το σύνθημα «No Villa No Party». Στη συνέχεια καταγράφονται φωτογραφίες με Lamborghini, Mercedes AMG, Audi και Range Rover στους προαύλιους χώρους των βιλών.

Σε αρκετές από τις εικόνες, το συγκεκριμένο σύνθημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, είτε σε τοίχους είτε στη θέση των πινακίδων κυκλοφορίας των οχημάτων, δίνοντας την εντύπωση ενός προσωπικού «σήματος κατατεθέν» που συνόδευε την προβολή της πολυτελούς καθημερινότητας.Η έρευνα, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στις φωτογραφίες. Στη δικογραφία γίνεται αναφορά και σε βίντεο από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπου μέλος της οικογένειας εμφανίζεται να παρεμβαίνει σε διαφορές μεταξύ Ρομά, προβάλλοντας εικόνα ισχύος και επιρροής μέσα στην κοινότητα. Το υλικό αυτό αξιολογήθηκε σε συνδυασμό καταγγελίες που είχαν φτάσει στις διωκτικές αρχές για τη δράση μιας φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα μέλη της φέρονται να προσέγγιζαν άτομα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, παρουσιάζοντας μια ιδιαίτερα ελκυστική πρόταση αγοράς χρυσών λιρών σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από τις πραγματικές.Κατά τη δικογραφία, οι εμπλεκόμενοι εμφανίζονταν ως μέλη εύπορης οικογένειας με μεγάλη περιουσία σε χρυσό και υποστήριζαν ότι, λόγω προσωρινής ανάγκης για ρευστότητα, αναγκάζονταν να διαθέσουν μέρος της περιουσίας τους. Τα θύματα φέρονται να κατέβαλλαν μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς όμως να παραλαμβάνουν ποτέ τις χρυσές λίρες που είχαν συμφωνηθεί. Οι αστυνομικοί αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η επίδειξη πλούτου φέρεται να λειτουργούσε ως μέσο ενίσχυσης της αξιοπιστίας των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι συναντήσεις με υποψήφια θύματα γίνονταν συχνά σε χώρους όπου προβάλλονταν οι κατοικίες, τα πολυτελή αυτοκίνητα και η ακίνητη περιουσία τους, δημιουργώντας την εικόνα ανθρώπων με μεγάλη οικονομική επιφάνεια.

Παράλληλα, στη δικογραφία περιλαμβάνονται καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες, όταν τα θύματα αντιλαμβάνονταν ότι είχαν εξαπατηθεί και ζητούσαν τα χρήματά τους πίσω, δέχονταν πιέσεις, απειλές και εκφοβισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα πάντα με τις καταγγελίες, προβάλλονταν ισχυρισμοί περί σχέσεων με κρατικούς λειτουργούς, αστυνομικούς και δικαστικούς παράγοντες, με στόχο να αποτραπεί οποιαδήποτε προσφυγή στις Αρχές.

Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της διακεκριμένης απάτης με ζημία άνω των 120.000 ευρώ, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της παράνομης βίας, καθώς και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, ναρκωτικών και αναβολικών ουσιών.

Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, η εικόνα χλιδής που προβαλλόταν επί χρόνια μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα φαίνεται πως αποτέλεσε ένα από τα πρώτα νήματα που άρχισαν να ξετυλίγουν οι ερευνητές. Οι φωτογραφίες με τις Porsche, τις Ferrari, τις Lamborghini και το σύνθημα «No Villa No Party» δεν έμειναν απλώς στα social media, αλλά κατέληξαν να αποτελούν μέρος του αποδεικτικού υλικού μιας από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις των τελευταίων μηνών.
































