Μπορεί ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Δημήτρης Κουρέτας, να τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ, ποτέ όμως δεν ξεχνά να μοιράζεται διάφορες ιστορίες, με πολλά μηνύματα, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Ένα χρόνο λοιπόν μετά την εκλογή του στην Περιφέρεια, μοιράστηκε μια ιστορία με την μητέρα του που ήταν άρρωστη όταν εκείνος έκανε προεκλογικό αγώνα και δεν μπορούσε να την βλέπει όσο συχνά θα ήθελε, αλλά και μια ιστορία ενός καθηγητή του, που πάντα τον κουβαλά μέσα του, όπως εξομολογείται.
Διαβάστε τι έγραψε:
«Πέρυσι τέτοια μέρα (σ.σ. προχθές Τρίτη) κερδίσαμε τις εκλογές αλλά εγώ είχα το νου στη μάνα μου γιατί ήταν άρρωστη και δεν μπορούσα να πάω . Πέθανε Νοέμβρη.
Με πήρε λοιπόν η μάνα μου να γκρινιάξει γιατί το πρωί μίλησα στην ερτ1 και δεν της είπα να δει.
Καλά ρε μάνα βγαίνω ένα σωρό σήμερα το ξέχασα να στο πω .
Παιδάκι μου εγώ η μάνα σου , θέλω να βλέπω τον καθηγητή να μιλάει . Και έφυγες αγόρι μου μικρός , δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα. Σαν να μην ήμουνα μάνα σου ένοιωσα όταν έφυγες μικρός.
Δεν έκανες τίποτα ε; Να σου θυμίσω μια ιστορία ;
Ναι παιδί μου για πες μου.
Μάνα ήταν 1989 και μάζευα τα χρήματα να φύγω Αμερική. Θυμάσαι ;
Ξεχνιούνται αυτά παιδί μου;
Έρχομαι και σου λέω: μάνα δεν μπόρεσα να συμπληρώσω και μου λείπουν 35000 δρχ. Έχεις; Υπόψιν ότι δεν είχα ζητήσει λεφτά πότε από τη μάνα μου.
Φεύγει λίγο και ξαναγυρίζει. Έχω το ακριβό μου δαχτυλίδι. Πάρτο
Πήγαινε πουλά το.
Δεν έχω άλλα.
Το πήρα και πήγα σε μια πλούσια οικογένεια της Πάτρας να το πουλήσω. Χτύπησα την πόρτα και είπα στην κυρία που δεν ζει πια (η κόρη της ίσως γνωρίζει και με παρακολουθεί ότι έτσι και έτσι.
Μου λέει: παιδί μου σας ξέρω και ξέρω τι πάθατε τα τελευταία χρόνια Πάρε τα χρήματα και πάρε και το δαχτυλίδι να το δώσεις στη μανούλα σου και να της πεις ότι την υπεραγαπώ.
Έφυγα πήγα σπίτι και σου τα είπα, θυμάσαι.
Λοιπόν εκείνο το δαχτυλίδι με έχει στοιχειώσει.
Κάθε φορά που είναι να κάνω κάτι, λέω από μέσα μου: ρε κάντο τσάμπα θυμάσαι το δαχτυλίδι;
Μάνα αυτό μου έδωσες και πολλά άλλα άρα όταν λένε οι άλλοι κύριε καθηγητά εσύ ξέρεις τι θα λες ε; Παιδάκι μου εγώ τι έκανα ;
Έκανες μάνα…».
Και η συνέχεια…
«Χθες βράδυ δημοσίευσα μια προσωπική αληθινή ιστορία . Σήμερα θα δώσω το δεύτερο μέρος .
Όπως έχω ξαναγράψει οφείλω πολλά στον καθηγητή που με μύησε στην έρευνα και επέβλεψε το διδακτορικό μου. Όταν αποφάσισα να πάω στην Αμερική, χάρηκε και σιωπηρά με ενθάρρυνε. Πολλά βράδυα με φώναζε στο γραφείο του και συζητούσαμε για διάφορα πράγματα . Χάραξε βαθιά τα σημάδια της προσωπικότητας του στην ψυχή μου. Τους τελευταίους μήνες πριν φύγω για Αμερική ζοριζομουν πολύ οικονομικά και του το είχα πει ένα βράδυ . Κάτι διάβαζε και έδειξε σαν να μην του δίνει πολλή σημασία. Το έκανε αυτό όταν κάτι του έκανε εντύπωση . Από συστολή . Μετά από λίγες μέρες παίρνω μια επιστολή από την ελληνική εταιρεία έρευνας Καρκίνου που έγραφε ότι μου έδινε μια υποτροφία περίπου 100.000 δρχ. Μου έκανε εντύπωση και φαντάστηκα ( αφελώς λέω τώρα ) ότι είχαν διαβάσει τις εργασίες μου και με επιβράβευσαν . Που να ήξερα ποια ήταν η αλήθεια .
Όταν πέθανε ο δάσκαλος μου Ορφέας αντωνογλου, διάβασα τον επικήδειο . Ήμουν πολύ συνδεδεμένος μαζί του και βρισκόμασταν συχνά οι δυο μας και τρώγαμε . Με πλησίασε ένας συνάδελφος ο Σάκης ο Παπαγεωργίου και μου λέει : ξέρεις πόσο σε αγαπούσε ο Ορφέας.
Το ξέρω , του είπα .
Μας είχε πει να σου μην μάθεις κάτι ποτέ. Ο Σάκης ήταν στο συμβούλιο της εταιρείας που μου έδωσε το 1989 την υποτροφία .
Τι είναι αυτό ρε Σάκη ;
Ο Ορφέας έδωσε τα χρήματα τότε και είπε να μην το μάθεις ποτέ .
Τι λες μωρέ μ@λ@κ@ του λέω ; Κάνεις πλάκα .
Όχι είναι αλήθεια .
Το προηγούμενο βράδυ είχε πεθάνει ντυμένος με το κουστούμι του στην καρέκλα του . Με περίμενε να πάνε να φάμε αλλά δεν πρόλαβε να τον βρω ζωντανό . Άργησα λίγο .
Πέθανε , είμαι σίγουρος ήρεμος , όπως έζησε . Και ακόμη τον κουβαλάω μέσα μου».































