Στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη μίλησε ο κ. Δημήτρης Λάμπρου, επικεφαλής του Ομίλου Λάμπρου με επιχείρηση με πλακάκια, είδη υγιεινής, θερμάνσεις, κουφώματα και κουζίνες στον Βόλο σχετικά με τους τρόπους θέρμανσης που θα πρέπει να επιλέξουμε αυτό τον χειμώνα. Ο κ. Λάμπρου έχοντας 50 χρόνια εμπειρία στον χώρο συνέστησε ως την καλύτερη λύση αυτή του φυσικού αερίου, αν και η τιμή του είναι λίγο ακριβότερη πλέον, λόγω του πολέμου, ωστόσο προσφέρει πολλά και τον χειμώνα αλλά και το καλοκαίρι. Παράλληλα, ανερχόμενη δύναμη στο χώρο της θέρμανσης αποτελεί και η αντλία θερμότητας, που μπορεί να τοποθετηθεί σε κάθε σπίτι.
Όπως εξήγησε ο κ. Λάμπρου υπάρχουν λύσεις για να ζεσταθεί ο κόσμος και αναφέρθηκε σε τέσσερις τρόπους, το αέριο, το ρεύμα, το πέλλετ και το ξύλο.
Σε ότι αφορά στο φυσικό αέριο, ο γνωστός και έμπειρος επιχειρηματίας της πόλης σημείωσε ότι είναι το καλύτερο μέσο θέρμανσης, έστω κι αν αυτή την περίοδο είναι πιο ακριβό. « Πιστεύω θα το έχουμε γιατί υπάρχουν αποθέματα και με το υγροποιημένο κι αφού εξάγουμε στα Βαλκάνια γιατί να μην έχουμε κι εδώ. Είναι ένα καθαρό προϊόν, δεν λερώνει στο σπίτι, δεν δυσκολεύεται ο άλλος να το χρησιμοποιήσει και το πληρώνουμε αφού το καταναλώσουμε», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Το ρεύμα, συνέχισε ο κ. Λάμπρου εξαρτάται από το αέριο και είναι κάπως ακριβό, αλλά θα το υπάρχει διαθέσιμο κι αυτό φέτος. «Το air condition για μένα είναι μια προσωρινή λύση όταν δεν μπορεί να μπει άλλη θέρμανση. Έχουμε και την αντλία θερμότητας που είναι η λύση του μέλλοντος, είναι λίγο δαπανηρή απ’ όλες τις άλλες αλλά είναι αυτή που θα επικρατήσει στο μέλλον. Μπορεί να εγκατασταθεί σε κάθε σπίτι από μικρό μέχρι μεγάλο αρκεί να έχει τριφασικό ρεύμα. Μπαίνει στο μπαλκόνι, είναι αθόρυβο και οικονομικό. Με την αντλία θερμότητας έχουμε και ψύξη, όμως για να έχουμε ψύξη πρέπει να έχουμε fan coil», ανέφερε ο ίδιος.
Για το πέλλετ ο κ. Λάμπρου σημείωσε πως μπήκε δυναμικά στη ζωή των καταναλωτών, όμως γρήγορα «ξεφούσκωσε». Ανέφερε ότι έχει διπλασιαστεί πλέον η τιμή του και εάν μέσα στη ποσότητα πέλλετ υπάρχει υγρασία, τότε αυτό δημιουργεί πρόβλημα στο μηχανισμό λειτουργίας και θα χρειαστεί η παρέμβαση κάποιου τεχνικού.
Τέλος, για τη χρήση ξύλων ο ίδιος σχολίασε πως είναι ένα μέσο θέρμανσης που αφορά κυρίως νέους και όχι ηλικιωμένους κι αυτό εξαιτίας του βάρους των ξύλων, της συνεχούς ανανέωσής τους στις ξυλόσομπες αλλά και του καθαρισμού που πρέπει να γίνεται.
Ο κ. Λάμπρου συνέστησε στους καταναλωτές το φυσικό αέριο ως τον καλύτερο τρόπο θέρμανσης. «Όσο κι αν το αέριο είναι ακριβό σήμερα, είναι η καλύτερη λύση. Βάζοντας αέριο καταργούμε ηλιακό και θερμοσίφωνα. Όλο το καλοκαίρι που χρησιμοποιούμε το αέριο για ζεστό νερό τα χρήματα που πληρώνουμε είναι ελάχιστα», τόνισε ο ίδιος και ανέφερε την πεποίθησή του ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα κρατήσει πολύ καιρό ακόμη και η τιμή του φυσικού αερίου, θα επανέλθει στα φυσιολογικά.
«Η εταιρεία μας διαθέτει όλα αυτά τα είδη, έχουμε την εμπειρία των 50 ετών, έχουμε τους τεχνικούς, έχουμε τις τιμές και προτείνουμε τη λύση του αερίου. Βέβαια και η αντλία θερμότητας είναι πολύ καλή και όπως η εγκατάσταση του φυσικού αερίου μπαίνουν στα προγράμματα του Εξοικονομώ», υπογράμμισε.
Ωστόσο, επεσήμανε πως και με το Εξοικονομώ υπάρχουν προβλήματα που θα πρέπει να τα δει η πολιτεία, καθώς οι επαγγελματίες δεν έχουν πληρωθεί εδώ και έναν χρόνο από το πρόγραμμα, τη στιγμή που πλέον τα υλικά και το κόστος έχουν πάρει την ανιούσα.
Η οικοδομή έχει πάρει την ανιούσα
Ο κ. Λάμπρου σχολίασε και την ανοικοδόμηση που παρατηρείται στον Βόλο επισημαίνοντας πως αυτή την περίοδο ανεγείρονται 20 οικοδομές, όχι όμως πολύ μεγάλες, καθώς το κόστος λόγω της αύξησης των υλικών είναι μεγάλο και ο κόσμος δυσκολεύεται να πάρει χρήματα από τις τράπεζες. Παρόλα αυτά υπάρχει μεγάλη κινητικότητα και σύμφωνα με τον ίδιο θα συνεχιστεί για τα επόμενα δύο χρόνια, καθώς στον Βόλο υπάρχει ζήτηση διαμερισμάτων και ταυτόχρονη έλλειψη.
«Πραγματικά η οικοδομή είναι η ανάπτυξη της πόλης και της οικονομίας και δεν θα σταματήσει. Είχαμε 10 χρόνια σε μεγάλη ύφεση και ο κόσμος είχε μείνει χωρίς δουλειά. Πιστεύω ότι αυτή η αύξηση να συνεχιστεί για τα επόμενα δύο τουλάχιστον χρόνια, μακάρι όμως να συνεχιστεί περισσότερο», κατέληξε ο ίδιος. .































