Στη Μαγνησία μάθαμε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι το νερό δεν είναι ποτέ δεδομένο. Μετά τον Daniel το 2023, οι κάτοικοι του Βόλου, του Πηλίου και των γύρω περιοχών έζησαν διακοπές υδροδότησης, ζημιές σε δίκτυα, αβεβαιότητα για την ποιότητα και την επάρκεια του νερού. Γι’ αυτό και κάθε σχέδιο για το μέλλον της ύδρευσης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή τεχνική μελέτη. Αφορά την καθημερινή ασφάλεια χιλιάδων ανθρώπων, την αντοχή των υποδομών μας και την προστασία των πηγών, των ρεμάτων και των κοινοτήτων του Πηλίου.
Το Master Plan της ΔΕΥΑΜΒ για τη διαχείριση των υδάτων του Δήμου Βόλου έχει παρουσιαστεί ως ένα μεγάλο σχέδιο με ορίζοντα το 2060, με έργα ύψους περίπου 120 εκατ. ευρώ και επιπλέον 7 εκατ. ευρώ για μελέτες. Σύμφωνα με τους μελετητές, αν δεν γίνουν έργα, το υδατικό έλλειμμα του Βόλου μπορεί να φτάσει έως το 2060 τα 8,5 εκατ. κυβικά μέτρα νερού, από περίπου 1,5 εκατ. κυβικά σήμερα. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι πράγματι χρειάζεται σχεδιασμός. Δεν χωρά αμφιβολία.
Η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν «χρειαζόμαστε νερό».Προφανώς και χρειαζόμαστε. Το πραγματικό ερώτημα είναι από πού, με ποιους όρους, με ποια εφεδρεία, με ποια προστασία για τα υδατικά οικοσυστήματα και με ποια ασφάλεια για τους κατοίκους.
Η Περιφερειακή Επιτροπή Περιβάλλοντος γνωμοδότησε θετικά για τη ΜΠΕ του έργου υδρομάστευσης και μεταφοράς νερού από τις πηγές του Πηλίου, αλλά όχι χωρίς όρους. Η γνωμοδότηση είναι ρητά «θετική υπό προϋποθέσεις». Οι προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνουν προτεραιότητα στην ύδρευση και άρδευση των τοπικών κοινοτήτων, εξασφάλιση της οικολογικής παροχής των ρεμάτων, προστασία της γενικότερης υδροφορίας του Πηλίου, συνέχιση των μετρήσεων παροχών στις πηγές και προσαρμογή των απολήψεων με αναδραστική λειτουργία.
Αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να γίνουν δεσμευτικοί, μετρήσιμοι και ελέγξιμοι κανόνες. Δεν αρκεί να αναφέρονται γενικά. Πρέπει να ξέρουμε ποια είναι η ελάχιστη οικολογική παροχή κάθε ρέματος, πότε μειώνεται η απόληψη, πότε διακόπτεται, ποιος ελέγχει τις μετρήσεις και πώς ενημερώνονται οι τοπικές κοινωνίες.
Η μεγαλύτερη ανησυχία μου, ως μετεωρολόγου, είναι ότι η μελέτη φαίνεται να αντιμετωπίζει τις πηγές του Πηλίου ως έναν σταθερό υδατικό πόρο για τις επόμενες δεκαετίες. Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη παραδοχή. Στην εποχή της κλιματικής αλλαγής, οι παροχές του παρελθόντος δεν μπορούν να θεωρούνται ασφαλής οδηγός για το μέλλον.
Οι πηγές δεν είναι μια ανεξάντλητη δεξαμενή. Εξαρτώνται από τη βροχόπτωση, τη χιονοκάλυψη, τη θερμοκρασία, την υγρασία του εδάφους, την εξατμισοδιαπνοή και τη συχνότητα διαδοχικών ξηρών ετών. Ένα Master Plan με ορίζοντα το 2060 δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε μέσες ιστορικές παροχές. Οφείλει να απαντά σε πολύ πιο δύσκολα ερωτήματα: τι συμβαίνει σε ένα ξηρό έτος; Τι συμβαίνει σε τρία συνεχόμενα ξηρά έτη; Τι συμβαίνει αν η χειμερινή τροφοδοσία των πηγών μειωθεί; Τι συμβαίνει αν οι περίοδοι ανομβρίας γίνουν μεγαλύτερες και οι ακραίες βροχοπτώσεις πιο καταστροφικές για τις υποδομές;
Ο Daniel μάς έδειξε ότι το κλιματικό ρίσκο δεν αφορά μόνο την έλλειψη νερού. Αφορά και την καταστροφή των ίδιων των υποδομών που το μεταφέρουν. Γι’ αυτό το Master Plan πρέπει να εξετάζει ταυτόχρονα δύο σενάρια: τη λειψυδρία και την καταστροφή. Δηλαδή λιγότερο διαθέσιμο νερό στις πηγές από τη μία, και μεγαλύτερο κίνδυνο βλάβης σε υδρομαστεύσεις, δρόμους πρόσβασης, αντλιοστάσια και αγωγούς από την άλλη. Άρα το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: αν αύριο μια νέα θεομηνία καταστρέψει τις υδρομαστεύσεις, τους δρόμους πρόσβασης, τα αντλιοστάσια ή τους αγωγούς του νέου έργου, ποιο είναι το Plan B για την ύδρευση του Βόλου;
Δεν αρκεί να πούμε ότι θα παραμείνουν κάποιες γεωτρήσεις ως εφεδρεία. Χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειας: ποιες γεωτρήσεις λειτουργούν, με ποια παροχή, με ποια ποιότητα νερού, με ποια εφεδρική ηλεκτροδότηση, με ποιες δεξαμενές, με ποια συνεργεία άμεσης αποκατάστασης και για πόσες ημέρες μπορεί να αντέξει η πόλη αν χαθεί ο βασικός αγωγός από το Πήλιο.
Είναι θετικό ότι η ΔΕΥΑΜΒ αναφέρει έργα αναβάθμισης δικτύων, τηλεμετρίας, τηλεελέγχου και μείωσης αφανών διαρροών, καθώς και εξοικονόμηση νερού. Όμως ακόμη και οι ίδιες ανακοινώσεις καταγράφουν ότι οι θεομηνίες εξακολουθούν να επηρεάζουν σοβαρά το δίκτυο, με τις βλάβες να φτάνουν τις 6.000 ετησίως στην περιοχή αρμοδιότητας της ΔΕΥΑΜΒ. Αυτό δείχνει ότι η ανθεκτικότητα των υποδομών πρέπει να είναι στην καρδιά του σχεδίου, όχι στο περιθώριό του. Ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει ότι σχεδόν το μισό νερό που παρέχεται στο δίκτυο χάνεται σε διαρροές. Αυτό πρέπει να σταματήσει άμεσα.
Υπάρχει και το προηγούμενο της Κάρλας. Παλαιότεροι σχεδιασμοί προέβλεπαν την έμμεση ενίσχυση της ύδρευσης του Βόλου μέσω των υπόγειων νερών της περιοχής, υπό την προϋπόθεση ότι θα λειτουργούσαν τα έργα άρδευσης με νερά της λίμνης, ότι θα μειώνονταν οι αντλήσεις από τον υδροφορέα και ότι η ποιότητα των νερών θα παρέμενε ελεγχόμενη. Η εμπειρία δείχνει ότι όταν ένας σχεδιασμός βασίζεται σε πολλές αισιόδοξες λειτουργικές παραδοχές, ότι τα έργα θα ολοκληρωθούν, ότι οι ρύποι θα ελεγχθούν, ότι οι υδροφορείς θα ανακάμψουν, το αποτέλεσμα μπορεί να απέχει πολύ από την αρχική υπόσχεση. Αυτό είναι το μάθημα της Κάρλας. Δεν πρέπει να επαναλάβουμε επίσης το ίδιο λάθος με τις πηγές του Πηλίου.
Πριν από την επικύρωση, θεωρώ απαραίτητο να υπάρξει ουσιαστική συμπλήρωση της μελέτης, ώστε να ενσωματωθούν πέντε κρίσιμες δικλείδες ασφάλειας:
Πρώτον, πλήρη επανυπολογισμό του υδατικού ισοζυγίου με σενάρια κλιματικής αλλαγής, ξηρασίας και διαδοχικών ξηρών ετών. Οι χιονοπτώσεις στο Πήλιο έχουν μειωθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία και τα κλιματικά σενάρια δείχνουν περαιτέρω μείωση της χιονοκάλυψης στο μέλλον.
Δεύτερον, ποσοτικοποιημένη οικολογική παροχή για τα ρέματα και τις πηγές του Πηλίου, με σαφή όρια απολήψεων και αυτόματους κανόνες περιορισμού.
Τρίτον, νομικά κατοχυρωμένη προτεραιότητα των τοπικών κοινοτήτων σε ύδρευση και άρδευση, πριν από οποιαδήποτε μεταφορά προς το πολεοδομικό συγκρότημα.
Τέταρτον, ολοκληρωμένο Plan B για φυσική καταστροφή, απώλεια αγωγών, καταστροφή υδρομαστεύσεων, διακοπή ηλεκτροδότησης ή επιμόλυνση δικτύου.
Πέμπτον, δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα παροχών, απολήψεων και ποιότητας νερού, ώστε οι κάτοικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να ελέγχουν.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για το νερό αντιμετωπίζει πλέον την ύδρευση ως ένα από τα σημαντικότερα δημόσια αγαθά. Η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα θέτει ως στόχο την αποτροπή επιδείνωσης των υδατικών σωμάτων και την καλή κατάσταση ποταμών, λιμνών και υπόγειων νερών, ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία για το πόσιμο νερό στηρίζεται σε προσέγγιση πρόληψης και διαχείρισης κινδύνου. Αυτό ακριβώς πρέπει να εφαρμόσουμε και στη Μαγνησία.
Το Πήλιο δέχεται από τα υψηλότερα ύψη βροχής στην Ελλάδα, και όμως ο Βόλος πίνει νερό από γεωτρήσεις. Οι τοπικές κοινότητες χρειάζονται εγγυήσεις. Και η Μαγνησία χρειάζεται ένα σχέδιο που δεν θα λύνει ένα πρόβλημα δημιουργώντας ένα άλλο.































