Έμυ Ευτυχιάδου – Μπάστα: Το κράτος δεν βοηθά στο ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας

Η συμπολίτισσα δικηγόρος, μίλησε με αφορμή το φρικτό διπλό έγκλημα στη Μακρινίτσα
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
Δεν υπάρχει ένας μηχανισμός επιβολής δικαστικών αποφάσεων, καθώς το Δίκαιό μας δεν είναι προληπτικό

Το γεγονός ότι το κράτος δεν βοηθά τον πολίτη στις περιπτώσεις ακούσιας νοσηλείας, που επωμίζεται όλο το βάρος μιας υπόθεσης προκειμένου να αποδείξει την ψυχολογική κατάσταση του παιδιού ή των παιδιών και του άλλου γονέα, τόνισε η Έμυ Ευτυχιάδου – Μπάστα δικηγόρος του Βόλου, με αφορμή το φρικτό διπλό έγκλημα που συγκλόνισε το Πανελλήνιο, το απόγευμα της Δευτέρας στη Μακρινίτσα με θύματα μια 28χρονη και μητέρα ενός παιδιού και του 30χρονου αδελφού της, και θύτη τον 31χρονο πρώην σύζυγο της γυναίκας που φέρεται να αντιμετωπίζει ψυχική διαταραχή.
Η κα Ευτυχιάδου – Μπάστα μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ και τον Δ. Καρεκλίδη και ανέφερε ότι ενόψει της όλης προανακριτικής διαδικασίας δεν θα μπορούσε να μιλήσει για την υπόθεση, ούτε να επιρρίψει ευθύνες στον οποιονδήποτε, ενώ συλλυπήθηκε τους γονείς και το συγγενικό περιβάλλον των δύο παιδιών που έφυγαν τόσο άδικα από τη ζωή, σε τόσο μικρή ηλικία, αφήνοντας ένα παιδάκι 2,5 χρόνων ουσιαστικά ορφανό, χάνοντας τη μαμά του και το δικό του υποστηρικτικό περιβάλλον.
Η κα Μπάστα τόνισε ότι ακούει συχνά τον κόσμο να λέει ότι δεν έχουμε νόμους και δεν υπάρχει δικαιοσύνη και τον φερόμενο ως δράστη πρέπει να τον κάνουμε και να τον τιμωρήσουμε… Όπως είπε, και νόμοι υπάρχουν και οι ερμηνευτές τους, τα Δικαστήρια και όλος ο μηχανισμός για να μπορέσει να εκδοθεί μια δικαστική απόφαση, προκειμένου να προστατευτεί ένα παιδί και μια οικογένεια.

Δεν υπάρχει μηχανισμός επιβολής των αποφάσεων

Το πρόβλημα υπάρχει από την έκδοση της απόφασης και μετά, επισήμανε. «Και δεν ομιλώ ούτε για τους δικαστικούς επιμελητές, ούτε για τους αστυνομικούς. Υπάρχει μια ανεπάρκεια να μπορέσουν αυτές οι αποφάσεις να εκτελεστούν. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έξω από κάθε σπίτι που υφίσταται αυτές τις προσβολές, για οικογένεια από μια μητέρα ή έναν πατέρα αντίστοιχα που έχει την επιμέλεια παιδιού ή παιδιών, ένας αστυνομικός. Δεν είναι δυνατόν να μπορέσουν να εκτελεστούν αυτές οι αποφάσεις και να υπάρχει ένας αστυνομικός που να λέει ότι «εσύ που προσβάλλεις την προσωπικότητα του άλλου και πλησιάζει το σπίτι, δεν πρέπει να πλησιάζεις, σε συλλαμβάνω, αυτόφωρο και στη φυλακή», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την δικηγόρο, η διαδικασία είναι ότι μετά την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που δεν επέτρεπε στον δράστη να προσεγγίσει το σπίτι το παιδί και τη μητέρα σε απόσταση κάποιων μέτρων και τόνισε ότι δεν μπορείς να εκτελέσεις αυτή την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων περί μη προσεγγίσεων και περί άρσης όλων των προσβολών της προσωπικότητας όλων των παθόντων, μόνο με την κατάθεση μήνυσης, θα κινηθεί η διαδικασία των αυτοφώρου, να συλληφθεί ο δράστης και να κρατηθεί.

Μόνο με μήνυση…

«Υπάρχει το νομικό πλαίσιο, υπάρχει η κατοχύρωση, ο νόμος περί ενδοοικογενιακής βίας που γι’ αυτό ακριβώς θεσπίστηκε, για να βοηθηθούν τα θύματα και τα παιδιά κυρίως, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στην ουσία και στην πράξη, υπάρχουν τα έγγραφα αυτά που εκδίδονται, από την άλλη μεριά όμως, δεν μπορούν να εκτελεστούν. Έτσι αυτός που δέχεται την προσβολή της προσωπικότητάς του, δεν μπορεί παρά μόνο να προσφύγει στην Αστυνομία ή στην Εισαγγελία και να υποβάλει μήνυση. Αυτή είναι η διαδικασία», επισήμανε η κα Μπάστα.
Η ίδια τόνισε ότι δεν υπάρχει ένας μηχανισμός επιβολής αυτών των δικαστικών αποφάσεων, διότι το Δίκαιό μας δεν είναι προληπτικό, αλλά κατασταλτικό και αυτό σημαίνει ότι περιμένουμε να εκδηλωθεί η εγκληματικά συμπεριφορά κάποιου και μετά να επιληφθούν οι αρχές.
Επί 1996 επί Ευάγγελου Γιαννόπουλου, είχε θεσπιστεί ένας νόμος που ομιλούσε για τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού Δικαίου όλων των δομών που υπάρχουν, για να υποστηριχτεί το έργο της Δικαιοσύνης και κυρίως το συμφέρον των παιδιών.
Προέβλεπε ότι θα δημιουργηθεί μια κοινωνική υπηρεσία που θα επιλαμβάνεται αυτών των θεμάτων, μάλιστα υπήρχε υποχρέωση να επιδίδονται οι αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα στην κοινωνική υπηρεσία, αλλά ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο, επισήμανε η νομικός.
Όπως εξήγησε, ελάχιστες εκθέσεις της κοινωνικής υπηρεσίας έφτασαν στα Δικαστήρια εδώ και 25 χρόνια περίπου, η όλη διαδικασία έχει φαλκιδευτεί (ισχύει ακόμη αλλά στην πράξη έχει καταργηθεί), ενώ δεν συστάθηκαν ποτέ οικογενειακά δικαστήρια, ούτε και δομές που να δίνουν τη δυνατότητα στην μητέρα ή στον πατέρα που ασκεί την επιμέλεια ενηλίκων τέκνων, να απευθυνθεί και να έχουμε μια διάγνωση της όλης υπόθεσης και από ψυχολογική σκοπιά.

Ψυχοφθόρες, χρονοβόρες και
κοστοβόρες οι πραγματογνωμοσύνες

Εξηγώντας ανέφερε ότι όταν φτάνει μια υπόθεση σε έναν δικαστή, δεν μπορεί να ξέρει όλες τις πτυχές της, οπότε δεν μπορεί να κάνει το ψυχογράφημα των γονέων για να κρίνει την καταλληλότητα. Στην περίπτωση που υπάρχει αίτημα διαδίκων, ο δικαστής μπορεί να εκδώσει μη οριστική απόφαση και να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, που όμως είναι ψυχοφθόρες, χρονοβόρες και κοστοβόρες, διότι μεταφέρεται το βάρος του κράτους στον πολίτη να επισπεύσει αυτή τη διαδικασία, να βρεθεί με τους ειδικούς, να γίνουν συναντήσεις, ο καθένας να συντάξει πραγματογνωμοσύνη, να την πάει στο Δικαστήριο κλπ. που μπορεί να πάρει ένα και δύο χρόνια…
Για τις περιπτώσεις που κάποιοι γονείς κάνουν ασφαλιστικά μέτρα, τόνισε ότι στο πλαίσιο των ασφαλιστικών, σπάνια έχει διαταχθεί τέτοια πραγματογνωμοσύνη, να επιληφθεί το Κέντρο Ψυχικής Υγείας ή οποιοσδήποτε ιδιώτης.
Αναφορικά με περίπτωση που κάποιος θέλει να πάει στο Δικαστήριο έχοντας μια ψυχολογική γνωμάτευση για την κατάσταση του παιδιού, η κα Έμυ Μπάστα ανέφερε ότι οι ψυχολόγοι δεν δέχονται τον ένα από τους γονείς, με το παιδί και συνήθως αυτόν που ασκεί την επιμέλεια του παιδιού, αλλά ζητούν και την υπογραφή και του άλλου γονέα που δεν πρόκειται να συνεργαστεί.
Όπως είπε, όλο αυτό το βάρος πέφτει στους ώμους των πολιτών που πρέπει να έχουν χρόνο, χρήμα, κουράγιο και δύναμη, να πηγαίνουν στους ιδιώτες για να εξυπηρετηθούν και για να διαλευκάνουν το θέμα που αφορά την ψυχολογία του παιδικού και του άλλου γονέα και όλα τα προβλήματα που εκείνος αντιμετωπίζει και τον καθιστούν ανίκανο να έχει είτε την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων, αλλά και έχει και την επικοινωνία, όπως έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Το κράτος δεν βοηθά

«Γι’ αυτό και το κορίτσι αυτό, το θύμα, η μητέρα προσέτρεξε στην Εισαγγελία υπέβαλε μια αίτηση και ζήτησε την ακούσια νοσηλεία του», τόνισε. Πρόσθεσε δε ότι το κράτος δεν βοηθά. Κάνεις μια αίτηση για ακούσια νοσηλεία, οι αστυνομικοί παίρνουν τον οποιονδήποτε, τον πηγαίνουν στο Νοσοκομείο, εξετάζεται… Εάν πρόκειται για την Ψυχιατρική, τι γίνεται εκεί; Οι γιατροί του δίνουν μια αγωγή και φεύγει; Και αν αυτός ο άνθρωπος είναι σχιζοφρενής, μπορεί να ελέγξει ο οποιοσδήποτε, εάν σταματήσει την αγωγή ή αν τη συνδυάσει με αλκοόλ;
Η ίδια τόνισε ότι θα πρέπει να υπάρχουν κοινωνικοί λειτουργοί για να επισκέπτονται τα άτομα αυτά στο σπίτι τους, να βλέπουν το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής τους, ενώ θα έπρεπε να μεριμνά το κράτος για την επικοινωνία με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια με το παιδί, ουσιαστικά θα έπρεπε να την επιτηρεί και ένα τρίτο πρόσωπο.
«Το Δικαστήριο μπορεί να το πει αυτό, αλλά το Κέντρο Ψυχικής Υγείας και η Διεύθυνση Πρόνοιας, δεν μπορούν να επιληφθούν στις πάγιες και διαρκείς ανάγκες πλην ελαχίστων περιπτώσεων, γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα και στις δομές αυτές πηγαίνουν άνθρωποι ή τα παιδιά τους που έχουν πρόβλημα και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πάνε σε ιδιώτες», επισήμανε η νομικός.
Όπως είπε, όλοι έχουν την καλή διάθεση Δικαστήρια, δικαστές, εισαγγελείς και κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά το ίδιο το κράτος δεν μεριμνά, ενώ υπάρχει το νομοθετικό πλαίσιο και το καταργεί ουσιαστικά.
Η κα Μπάστα τόνισε ότι όλες οι κοινωνικές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες και δεν μπορούν να κάνουν όλοι τη δουλειά τους, που είναι να προστατέψουν τα παιδιά και τα θύματα και να προλάβουν το έγκλημα.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.