Υπάρχει πρόβλημα αέριας ρύπανσης και αυτό έχει αποδειχτεί από μετρήσεις διάφορων ερευνητών τόνισε μιλώντας στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη ο γνωστός πνευμονολόγος του Βόλου κ. Κωνσταντίνος Χρήστου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας. Μάλιστα ο ίδιος διαφώνησε με την άποψη που εξέφρασε ο νέος πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Μαγνησίας κ. Χρήστος Βενέτης, καθώς μόλις σήμερα τα pm 2,5 στην ατμόσφαιρα του Βόλου Βόλο ήταν τα υψηλότερα πανελλαδικά! Παράλληλα ο ίδιος αναφέρθηκε και στα ανησυχητικά στοιχεία που έρχονται από το κάπνισμα που δείχνουν ότι την περίοδο της πανδημίας στη χώρα μας ξεκίνησε ξανά το κάπνισμα το 42% των ενηλίκων.
Όπως είπε, η ΧΑΠ είναι η τρίτη νόσος σε θνητότητα στον κόσμο, μετά τα καρδιαγγειακά, τα εγκεφαλικά και τους καρκίνους, ενώ από ΧΑΠ πάσχει το 8% των ανθρώπων ηλικίας άνω των 35 ετών και αυτό γιατί η νόσος για να εκδηλωθεί πρέπει ο άνθρωπος να εκτίθεται στον καπνό του τσιγάρου αρκετά χρόνια.
Ο κ. Χρήστου σημείωσε ότι το Ευρωβαρόμετρο, που είναι μια αξιόπιστη στατιστική ανάλυση της ΕΕ, έδειξε ότι στις χρονιές της υγειονομικής κρίσης, οι Έλληνες καπνίζουν μάλλον περισσότερο, από ότι είχαν καταφέρουν να μειώσουν στην τελευταία καταγραφή το 2017. Σύμφωνα με τα στατιστικά, καπνίζουν ξανά στο 42% των ενηλίκων, με καταγραφή το 2020, τους μήνες που ξεκίνησε η πανδημία και υπήρχε περιορισμός στα σπίτια. Την ίδια ώρα η ΕΕ έχει ποσοστά ενήλικων που καπνίζουν στο 23%.
«Οι Έλληνες άνδρες καπνιστές είναι στο 46% και οι Ευρωπαίοι είναι 26%, ενώ οι γυναίκες στην Ελλάδα έχουν ανεβάσει πάρα πολύ το κάπνισμα, έφτασαν στο 38%, σε μερικά χρόνια μπορεί να ξεπεράσουν τους άνδρες, ενώ την ίδια ώα οι Ευρωπαίες καπνίζουν σε ποσοστό 21%», ανέφερε ο πνευμονολόγος.
Ο κ. Χρήστου ανέφερε ότι μετά από 15-20 χρόνια θα προκύπτουν νέες γενεές ανθρώπων με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, που είναι ο περιορισμός της ροής του αέρα σους βρόγχους, γι’ αυτό «σφυρίζουν», έχουν φλέματα, πνίγονται από τα φλέματα και βήχουν για να τα βγάλουν, ενώ οι καπνιστές έχουν καταστροφή των πνευμόνων που είναι ανεπανόρθωτη. «Όλα αυτά χαλάνε την μηχανική του αναπνευστικού μας συστήματος. Για να πάρουμε μια βαθειά ανάσα πρέπει να ανοίξουν οι πνεύμονες και οι καπνιστές δυσκολεύονται να ανανεώσουν τον αέρα και η οξυγόνωσή τους είναι χαμηλότερη από το φυσιολογικό, αν και όχι με την ίδια βαρύτητα», τόνισε ο γιατρός.
Ο κ. Χρήστου συνέστησε στον κόσμο να μην υποτιμά τον βήχα, τα φλέματα και κυρίως μια δύσπνοια (λαχάνιασμα), ενώ όταν πηγαίνουν περίπατο και περπατούν πιο αργά απ’ ότι συνομίλικοί τους, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Σύμφωνα με τον ίδιο ένας άνθρωπος που έχει λαχάνιασμα που εν είχε τους προηγούμενους μήνες ή χρόνια να απευθυνθεί στον πνευμονολόγο, για να κάνει μια σπιρομέρηση.
Ο γιατρός τόνισε ότι φέτος είμαστε καλύτερα σε σχέση με την πανδημία, με λιγότερες νοσηλείες, κάτι που οφείλεται στο ότι πολλοί άνθρωποι έχουν εμβολιαστεί, πολλοί εκτέθηκαν στον ιό και απέκτησαν φυσική ανοσία, ενώ σημαντικά ήταν τα μέτρα προστασίας, που βέβαια χαλάρωσαν, αλλά οι ηλικιωμένοι κυρίως τα τηρούν.
Πάγιο αίτημα η Πνευμονολογική Κλινική
Ο ίδιος χαρακτήρισε πάγιο πρόβλημα και αίτημα την Πνευμονολογική Κλινική στο Νοσοκομείο και τόνισε ότι δεν νοείται ένα δευτεροβάθμιο νοσοκομείο στην Ευρώπη να μην έχει δύο πνευμονολόγους και τρία κρεβάτια για πνευμονολογικές παθήσεις.
«Θα πρέπει το Νοσοκομείο να δει πολύ πιο σοβαρά την προκήρυξη θέσεων, σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας, για να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες, ώστε πνευμονολόγοι να διεκδικήσουν αυτή τη θέση. Οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές και θα πρέπει να έχει καλές συνθήκες για να μη βγει στο εξωτερικό», σημείωσε ο κ. Χρήστου.
Υπάρχει πρόβλημα ρύπανσης
Ο πνευμονολόγος ανέφερε ότι υπάρχει πρόβλημα αέριας ρύπανσης στον Βόλο, διαφωνώντας με τον νέο πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Μαγνησίας Χρήστο Βενέτη.
Όπως είπε οι μετρήσεις εδώ και πολλά χρόνια που έγιναν από διάφορους ερευνητές, που δείχνουν ότι έχουμε αυξημένες τιμές.
Όπως είπε σήμερα μπήκε σε έναν ανεξάρτητο φορέα του εξωτερικού, που τα pm 2,5 (που εισχωρούν στα πνευμόνια και προκαλούν επιβάρυνση στο αναπνευστικό) ήταν 111 μgr/m3, που ήταν τα υψηλότερα στην Ελλάδα και ακολουθούσε η Αθήνα με 70 μgr/m3. Ο γιατρός συμφώνησε με τον κ. Βενέτη ότι χρειάζονται και άλλες μετρήσεις (πτητικά, φουράνια, διοξίνες) είπε ότι αυτό συμβαίνει γιατί το μικροκλίμα σε συνδυασμό με τη γεωγραφία της περιοχής που είναι λεκάνη με εργοστάσια στις άκρες, με το λιμάνι με το σκραπ ανάμεσα σε βουνό, κάνουν να μην φεύγει εύκολα η ρύπανση. Τον χειμώνα δε επιτείνει την κατάσταση η υγρασία που εγκλωβίζει τους ρύπους και με δεδομένο τον δύσκολο αερισμό.































