«Μαζί για τον Βόλο»: Η κυβέρνηση με ανοχή των τοπικών αυτοδιοικητικών αρχών, πριμοδοτεί την καύση απορριμμάτων στους κλιβάνους της ΑΓΕΤ»

«Ενώ διεξάγονται ακόμα ανεπαρκείς έλεγχοι για τα ήδη καίοντα “καύσιμα”»

Η κυβέρνηση με ανοχή των τοπικών αυτοδιοικητικών αρχών, πριμοδοτεί την καύση απορριμμάτων στους κλίβανους της τοπικής τσιμεντοβιομηχανίας», όπως τονίζει η δημοτική κίνηση «Μαζί για τον Βόλο».
Όπως τονίζεται σε σχετική ανακοίνωση, «σήμερα συμπληρώνονται τρία χρόνια ακριβώς από το Σάββατο της 5 Μαΐου 2018 και μια από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις των τελευταίων πολλών δεκαετιών στον Βόλο, όπου χιλιάδες Βολιώτες κατέκλυσαν κυριολεκτικά την πόλη εκφράζοντας την αγωνία και δικαιολογημένη ανησυχία τους, τόσο για την καύση απορριμματογενών καυσίμων από την τοπική βιομηχανία, όσο και για το γενικότερο πρόβλημα της αέριας ρύπανσης στην πόλη.

Τρία χρόνια μετά η κατάσταση όχι μόνο δεν έχει βελτιωθεί, αλλά επιδεινώνεται. Παρά την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας της πόλης, τις νέες έρευνες που αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος, τα αίτιά του και καταθέτουν προτάσεις αντιμετώπισης, η κεντρική και τοπική εξουσία περί άλλων τυρβάζουν.

Ενδεικτική της αδιαφορίας για την τοπική κοινωνία και τη δημόσια υγεία είναι η εντός της εορταστικής περιόδου τροποποίηση της ΑΕΠΟ του 2014, με την απαράδεκτη και προκλητική επέκταση του δικαιώματος καύσης από την ΑΓΕΤ πέραν των απορριμματογενών καυσίμων SRF/RDF και 120.000 τόνων βιομηχανικών αποβλήτων, περιφρονώντας την τοπική κοινωνία και τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης.

Παρά την ανησυχία των κατοίκων και της νεολαίας του Δήμου Βόλου, που εκφράστηκε και μέσα από τη μαζική τους κινητοποίηση, που χτυπήθηκε αναίτια και βάναυσα από τις δυνάμεις των ΜΑΤ τον Ιούνιο του 2020, η κυβέρνηση με την ανοχή των τοπικών αυτοδιοικητικών αρχών, επιμένει να πριμοδοτεί την καύση παντοειδών απορριμμάτων στους κλίβανους της τοπικής τσιμεντοβιομηχανίας, αδιαφορώντας για τη δημόσια υγεία.

Οι πρόσφατες δε, αποκαλύψεις σχετικά με την επιβάρυνση της αέριας ρύπανσης στο Βόλο από συγκεκριμένες βιομηχανίες και τις εγκληματικές ευθύνες των αρμόδιων ελεγκτών, δηλαδή της Περιφέρειας Θεσσαλίας, καταδεικνύουν την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν ζητήματα δημόσιας υγείας οι τοπικές αυτοδιοικητικές αρχές, και την αδυναμία τους να υπερασπιστούν το συμφέρον της τοπικής κοινωνίας. Αλήθεια, σχετικά με τις ποινές σε βιομηχανία που έχει προηγούμενο παραβιάσεων περιβαλλοντικών όρων τι γίνεται;

Ενώ λοιπόν, διεξάγονται ακόμα ανεπαρκείς έλεγχοι για τα ήδη καίοντα “καύσιμα” από τους αρμόδιους φορείς, δηλαδή την Περιφέρεια, παρά την απαίτηση και πίεση της τοπικής κοινωνίας, τώρα προστίθενται κι άλλα είδη “καυσίμων” χωρίς κανένα εχέγγυο για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Σε αυτήν την κατεύθυνση οδηγεί το νέο μοντέλο διαχείρισης απορριμμάτων, όπως εισήχθη το 2020 με την αλλαγή του ΕΣΔΑ του 2015 από τον πρώην υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κ. Χατζηδάκη, έχει στον πυρήνα του την καύση και όχι την ανακύκλωση.

Και άδεια στις τσιμεντοβιομηχανίες να καίνε σχεδόν ότι θέλουν και όποτε θέλουν εντός αστικού ιστού, και ένα μοντέλο διαχείρισης απορριμμάτων που μόνο προστατευτικό για το περιβάλλον δεν είναι. Στην αιχμή αυτών των επιλογών η πόλη μας, χαράσσοντας τον δρόμο και για άλλες περιοχές. Όμως, χωρίς καθαρή ατμόσφαιρα και ασφαλές περιβάλλον, χωρίς δηλαδή την υγείας μας, για ποια πόλη μπορούμε να μιλάμε;

Οι σπουδαιότερες μάχες πρέπει να είναι μπροστά μας και όχι πίσω μας και η επαναφορά του θέματος στην κορυφή της ατζέντας αποτελεί μονόδρομο.»