Έντονη ανησυχία για την εικόνα και τη λειτουργικότητα του δημόσιου χώρου στον Βόλο εκφράζει ο γνωστός αρχιτέκτονας Δημήτρης Φιλιππιτζής, με αφορμή τις εκτεταμένες εργασίες εγκατάστασης οπτικών ινών στην πόλη.
Όπως επισημαίνει, το αποτύπωμα των έργων είναι πλέον ορατό σχεδόν παντού. «Όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι έχουν τραυματιστεί από το πέρασμα των νέων εργασιών», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια κατάσταση που, αντί να ενσωματώνει δημιουργικά τη νέα τεχνολογία στον αστικό ιστό, αφήνει πίσω της εικόνες προχειρότητας και ασυνέχειας.
Ο ίδιος κάνει λόγο για μια χαμένη ευκαιρία. Το έργο θα μπορούσε, όπως υποστηρίζει, να αποτελέσει ακόμη και ένα «χωρικό-εικαστικό παιχνίδι», μια διαδρομή μέσα στην πόλη που θα ακολουθούσε «το μίτο της οπτικής ίνας» και θα αναδείκνυε μια νέα σχέση τεχνολογίας και χώρου. Αντί αυτού, καταγράφεται, όπως τονίζει, πλήρης απουσία μέριμνας για ένα «ανώδυνο πέρασμα».
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται για την ποιότητα των αποκαταστάσεων. «Το νερό, αδιάψευστος κριτής των ρύσεων, προδίδει την ακατάλληλη δουλειά», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι οι παρεμβάσεις είναι κακότεχνες, δυσλειτουργικές και συχνά με ακατάλληλα υλικά. Κυβόλιθοι που δεν επανατοποθετούνται σωστά, πλάκες που δεν ταιριάζουν, μάρμαρα που καταστρέφονται, συνθέτουν, κατά τον ίδιο, μια εικόνα γενικευμένης «τσαπατσουλιάς».
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αισθητική. Ο αρχιτέκτονας αναδεικνύει και τη διάσταση της πολιτιστικής κληρονομιάς, κάνοντας λόγο για υποβάθμιση του υπάρχοντος αστικού αποθέματος. «Δεν είναι δυνατόν να καταστρέφεται το πολιτιστικό απόθεμα και, αντί να επενδύουμε σε νέες παρεμβάσεις κυρίως στην περιφέρεια της πόλης, να επανερχόμαστε σε ήδη αναβαθμισμένες περιοχές», τονίζει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, κάθε παρέμβαση στον δημόσιο χώρο οφείλει να σέβεται τις προηγούμενες επιλογές και να εντάσσεται με τεχνική αρτιότητα και αισθητική συνέπεια στο υπάρχον περιβάλλον. Διαφορετικά, η πόλη, παρά τις διακηρύξεις περί φιλικότητας, προσβασιμότητας και λειτουργικότητας, οδηγείται καθημερινά σε υποβάθμιση.
Ο Δημήτρης Φιλιππιτζής θέτει ευθέως και ζήτημα ευθυνών, επισημαίνοντας τον ρόλο των δημοτικών υπηρεσιών και των επιβλεπόντων μηχανικών. Όπως υπογραμμίζει, έργα αυτού του μεγέθους δεν μπορεί να παραλαμβάνονται χωρίς αυστηρό έλεγχο ποιότητας, ιδιαίτερα όταν επηρεάζουν καθοριστικά την εικόνα και τη λειτουργία της πόλης.
«Η αράχνη της υποτίμησης του δημόσιου χώρου μπορεί να σταματήσει να επεκτείνεται», καταλήγει, θέτοντας το ερώτημα αν η τεχνολογική πρόοδος μπορεί, και πρέπει, να συνυπάρξει με τον σεβασμό στον αστικό χώρο. Διότι, όπως επισημαίνει, «δεν είναι ανεκτό να υποβαθμίζεται η ποιότητα του δημόσιου χώρου στο όνομα μιας τεχνολογίας που άργησε να έρθει».













































