Το ράλι των ανατιμήσεων στις τιμές ενέργειας, που κλιμακώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, και το κύμα ακρίβειας σε όλα τα αγαθά πλήττουν ευθέως τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Οι κοντόφθαλμες πολιτικές στον τομέα της ενέργειας τόσο της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, όσο και της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, άφησαν τη χώρα ανοχύρωτη απέναντι στις αχαλίνωτες πιέσεις της διεθνούς ενεργειακής κρίσης.
Ο πληθωρισμός καλπάζει φτάνοντας τον Αύγουστο στο 11,1%, διατηρώντας τη χώρα μας σταθερά στην τρίτη θέση των χωρών με τον υψηλότερο εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή. Αυτό μεταφράζεται, όπως έδειξαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε αυξήσεις τιμών άνω του 25% για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της καταναλωτικής δαπάνης ενός μέσου νοικοκυριού.
Η ακρίβεια και η κοινωνική αδικία παγιώνονται, τη στιγμή που τα σύννεφα της διεθνούς γεωπολιτικής και ενεργειακής κρίσης πυκνώνουν ανησυχητικά. Οι βαθιά συντηρητικές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας υπέρ των λίγων και ισχυρών τα τελευταία χρόνια, στοιχίζουν πολύ ακριβά στους Έλληνες πολίτες. Όταν μάλιστα ο ίδιος ο υπουργός Ανάπτυξης παραδέχθηκε κυνικά ότι αυτόν τον χειμώνα ο κόσμος θα πεινάσει. Μια ομολογία απόλυτης αποτυχίας.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση όχι μόνο εμμένει σε αποσπασματικά και ανεπαρκή μέτρα, αλλά υπόσχεται ενόψει της ΔΕΘ ακόμη περισσότερα. Το μόνο όμως στο οποίο διακρίνεται είναι να θωρακίζει τα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας. Μόνο για τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση θα δαπανήσει 1,9 δισ. ευρώ, για να καλύψει τις υπέρογκες αυξήσεις στους λογαριασμούς, επιδοτώντας ουσιαστικά την αισχροκέρδεια των εταιρειών ενέργειας. Οι τιμές ενέργειας που ανακοινώθηκαν για τον Σεπτέμβριο βάζουν φωτιά στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η χώρα μας έχει μακράν τα ακριβότερα τιμολόγια στην Ευρώπη, αποδεικνύοντας ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής από την αρχή αυτής της κρίσης, μακριά από τοξικές αντιπαραθέσεις, έχει καταθέσει υπεύθυνες και ρεαλιστικές προτάσεις για όλο το πλέγμα των μεγάλων προβλημάτων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη η ελληνική κοινωνία. Αποδεικνύεται πόσο δίκιο είχαμε που εξαρχής προτείναμε την επιβολή πλαφόν στη λιανική τιμή του ρεύματος. Μια διαφορετική προσέγγιση στις σημερινές πολιτικές είναι απαραίτητη, με στοχευμένες επιδοτήσεις για αυτούς που το έχουν περισσότερο ανάγκη και οικονομικά κίνητρα για τους υπόλοιπους που να επιβραβεύουν τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Για παράδειγμα, εκπτώσεις στους λογαριασμούς για ενεργειακά αποδοτικά νοικοκυριά και φορολογικά κίνητρα για δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης και εγκατάστασης συστημάτων ανανεώσιμων πηγών (φωτοβολταϊκά, ηλιακοί θερμοσίφωνες). Ένα ξεκάθαρο, διαφανές και κλιμακωτό πλαφόν στη λιανική μπορεί να εφαρμοστεί, χρηματοδοτούμενο όχι μόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και από την αγορά.
Αποδεικνύεται δυστυχώς καθημερινά πως η προστασία των εισοδημάτων των ευάλωτων και των μικρομεσαίων νοικοκυριών παραμένει προκλητικά χαμηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης, αν και διαχειρίζεται ιστορικά το μεγαλύτερο πακέτο διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Πολύ πριν η ακρίβεια χτυπήσει κόκκινο, είχαμε καταθέσει τις προτάσεις μας για τη στήριξη του εισοδήματος των πιο αδύναμων συμπολιτών μας. Η ανάγκη τους σήμερα είναι επιτακτική. Προτείνουμε τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής, την προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, με επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και την αναπλήρωση του ΕΚΑΣ στους χαμηλοσυνταξιούχους.
Παράλληλα, είναι απαραίτητη η στήριξη των αγροτών μας απέναντι στη λαίλαπα της ενεργειακής κρίσης και τις δυσβάστακτες αυξήσεις στο κόστος παραγωγής, που υπονομεύουν την παραγωγική τους δυνατότητα. Προτείνουμε, μεταξύ άλλων, την κάλυψη μέρους του κόστους των εφοδίων και ζωοτροφών, την επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) των καυσίμων με βάση την κατανάλωση κάθε εκμετάλλευσης και τη χρηματοδότηση αγροτών, γεωργικών επιχειρήσεων, συνεταιρισμών και ενεργειακών κοινοτήτων για εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί και εξωστρεφείς, εξασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Για να δώσουμε μακρόπνοο ορίζοντα στον πρωτογενή τομέα, απαιτούνται σύγχρονες υποδομές για τη βέλτιστη διαχείριση των υδάτινων πόρων και την προστασία της υποβάθμισης των εδαφών, προώθηση των Βιολογικών Καλλιεργειών, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των «εθνικών μας προϊόντων», ελαιόλαδο, φέτα, φρούτα, ψάρια, γιαούρτι. Η ελληνική αγροτική οικονομία πρέπει σύντομα να περάσει στην παραγωγή επωνύμων προϊόντων δημιουργίας υπεραξίας.
Αυτή την περίοδο χιλιάδες οικογένειες φοιτητών ήρθαν αντιμέτωπες με το οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα. Περιορισμένα και πολύ ακριβά φοιτητικά σπίτια κάνουν το κόστος των σπουδών δυσβάστακτος, στραγγαλίζοντας τα όνειρα πολλών παιδιών για το μέλλον τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος στέγασης, σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, έχει γίνει ακριβότερο κατά 32,5% μέσα σε έναν χρόνο, οι αυξήσεις στις τιμές ενοικίασης φοιτητικών κατοικιών φτάνουν μέχρι και 22%, ενώ το διαθέσιμο απόθεμα φοιτητικών κατοικιών μειώθηκε κατά 25% σε σχέση με πέρυσι, ιδιαίτερα σε δημοφιλείς τουριστικά πόλεις.
Πρώτοι από όλα τα κόμματα σταθήκαμε δίπλα στη νέα γενιά που βλέπει τις ευκαιρίες της για σπουδές και οικογένεια να περιορίζονται. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε μια δέσμη άμεσων και μακροπρόθεσμων μέτρων, αξιοποιώντας την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Πορτογαλία. Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης προτείνεται να κατασκευαστούν χιλιάδες κατοικίες που θα διατίθενται με χαμηλό ενοίκιο σε νέους και οικογένειες, ώστε να δημιουργηθεί ένα δημόσιο απόθεμα κοινωνικών κατοικιών. Προτείνεται, επίσης, να κατασκευαστούν νέες φοιτητικές εστίες. Επίσης, προτείνουμε τη διεύρυνση της επιδότησης ενοικίου με κοινωνικά κριτήρια, πρόσθετο επίδομα σε κάθε φοιτητή που σπουδάζει σε πόλη κύριου τουριστικού προορισμού και επαναφορά της έκπτωσης φόρου ενοικίου για τα παιδιά που σπουδάζουν μακριά από το σπίτι τους.
Οι πολιτικές μας προτάσεις για την ενέργεια, την ακρίβεια, τη στέγαση, είναι ρεαλιστικές και ικανές να αντιμετωπίσουν με έναν κοινωνικά δίκαιο τρόπο την προελαύνουσα κρίση και να μας προετοιμάσουν, σε μία εποχή μεγάλων ανακατατάξεων, για τις νέες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.































