Οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων έχουν το άρωμα των τριαντάφυλλων στον κήπο της οδού Μικράς Ασίας στη Νέα Ιωνία.
Στο σπίτι των παππούδων μου, όπου έζησα τα πρώτα χρόνια της αθωότητας, στον αριθμό 124, με την ψηλή ακακία να δεσπόζει περήφανη και τη γεύση της αλμύρας από τα αλησμόνητα καλοκαίρια μου στον Άναυρο. Ήταν μια γειτονιά γεμάτη ανοιχτές πόρτες και ζεστούς ανθρώπους, όπου οι μυρωδιές από το νυχτολούλουδο μπλέκονταν με τις απογευματινές κουβέντες στα χαμηλά πεζοδρόμια. Η καθημερινότητα κυλούσε με μια αυθεντική ομορφιά, καθώς οι οικογένειες μοιράζονταν τις χαρές και τις όποιες δυσκολίες της μέρας, δημιουργώντας έναν ακλόνητο ιστό ασφάλειας γύρω από τις παιδικές μας ζωές.
Επιμέλεια Ηλίας Κουτσερής
Πόσο ξεχωριστές ήταν εκείνες οι στιγμές που πηγαίναμε για μπάνιο μαζί με την γιαγιά και τον παππού, με τον αδερφό και την αδερφή μου, κι αργότερα με τον πατέρα και τη μητέρα μου! Τις θυμάμαι όλες σαν έγχρωμη ταινία, ακολουθώντας μια οικογενειακή διαδρομή που περνούσε αθόρυβα από γενιά σε γενιά.
Κάθε πορεία προς τη θάλασσα είχε χαρακτήρα γιορτής, γεμάτη φως, ανεμελιά και προσμονή.
Παίρναμε το λεωφορείο της γραμμής 1 και φτάναμε ως το τέρμα του. Η διαδρομή μέσα από τους στενούς δρόμους της προσφυγικής γειτονιάς, καθώς το λεωφορείο διέσχιζε την πόλη με κατεύθυνση προς τον Άναυρο, έμοιαζε στα μάτια μου με μια μικρή, καθημερινή περιπέτεια. Κοιτούσα με λαχτάρα έξω από το παράθυρο τις γνώριμες φιγούρες της πόλης να εναλλάσσονται, μέχρι που το απέραντο γαλάζιο άρχιζε να ξεπροβάλλει στο βάθος. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια δίπλα από το καφενεδάκι της «Αύρας», μας υποδεχόταν η ακρογιαλιά, έτοιμη να μας ανοίξει τον δρόμο προς το καλοκαίρι.

Ο μικρός κόλπος με την πεντακάθαρη αμμουδιά αποκαλυπτόταν, ανοιχτός προς τη θάλασσα και τον μακρινό ορίζοντα. Από την παραλία η θέα άνοιγε σαν νοητή γραμμή προς τη Γορίτσα, την Αγριά και τα παραλιακά χωριουδάκια που ξεχύνονταν πέρα ως πέρα μέχρι τις παρυφές του Πηλίου.
Ένας υπέροχος κόσμος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια. Το τοπίο εκτεινόταν ήρεμα, αποπνέοντας μια αίσθηση προστασίας και σταθερότητας.

Αναδύονται στη μνήμη μου όλες οι γεύσεις και οι μυρωδιές εκείνης της εποχής. Από τον λουκουμά με τη ζάχαρη που έλιωνε ακόμη ζεστός, μέχρι τις τυρόπιτες που πουλούσε ο τυροπιτάς διασχίζοντας την αμμουδιά και το μικρό καφενείο δίπλα στο κύμα με τις πορτοκαλάδες. Στο χαρακτηριστικό τζουκ μποξ του μαγαζιού, ακούγονταν λαϊκά τραγούδια που έδεναν με τις φωνές των ανθρώπων και τον ήχο της θάλασσας.


Τα παιδιά έτρεχαν στην άμμο, οι βουτιές διαδέχονταν τα γέλια, ο ήλιος απλωνόταν γενναιόδωρα πάνω στο τοπίο και ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει.
Ο Άναυρος δεν υπήρξε απλώς τόπος καλοκαιριού· υπήρξε το σκηνικό όπου διαμορφώθηκαν οι πρώτες αντιλήψεις μου για την οικογένεια, τη φιλία, την αγάπη, την επικοινωνία, τη συνύπαρξη και την αληθινή αλληλεγγύη.
Σήμερα, επιστρέφοντας στα ίδια μονοπάτια, νιώθω μια διπλή διάσταση της ιστορίας που βίωσα στην τρυφερή μου ηλικία.

Οι εικόνες αυτές επανέρχονται στο μυαλό μου με καθαρότητα, ως ένα πέρασμα στο τώρα.
Η διαδρομή παραμένει γνώριμη, χαραγμένη βαθιά, μέσα στην καρδιά μου.
Όσα έζησα ως παιδί μεταναστών στην τότε αγνή Ελλάδα και στην επαρχία του Βόλου, σμίλεψαν την ψυχή μου και καθόρισαν στον πυρήνα μου την αγάπη για την τέχνη, το τραγούδι, τη μουσική και την ποίηση.
Κι ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία του τόπου: να παραμένει μέσα μας ατόφιος, ακόμη κι όταν όλα γύρω μας αλλάζουν, κρατώντας ζωντανά στη μνήμη μας όσα κάποτε υπήρξαν αληθινά.
Η Μαρίνα Βολουδάκη
Η Μαρίνα Βολουδάκη είναι μια ξεχωριστή ερμηνεύτρια που συνδυάζει μοναδικά την ποίηση, το τραγούδι και την απαγγελία. Ξεκινώντας από τον Βόλο, έχτισε μια σπουδαία καλλιτεχνική πορεία στην Αθήνα, συνεργαζόμενη με κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας και ο Μάνος Ξυδούς, ενώ άφησε το στίγμα της στον κινηματογράφο και τη δισκογραφία. Από το 2020, η συνεργασία της με τον Σπυρίδωνα Λευκοφρύδη έφερε στο φως μελοποιήσεις σύγχρονων ποιητών.
Με ερμηνείες γεμάτες πάθος (duende), όραμά της είναι μια τέχνη προσβάσιμη σε όλους, που ενώνει τους ανθρώπους και κρατά ζωντανή την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Πηγή: Περιοδικό Summer 2026 του Ομίλου Καρεκλίδη































