Την ώρα που το δημογραφικό φαίνεται πως είναι μία «βόμβα» στα θεμέλια της χώρας, επηρεάζοντας όλους τους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας, φαίνεται πως οι γυναίκες στα 40 επιλέγουν τη μητρότητα σε αντίθεση με τις νεότερες γυναίκες. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο Καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Βύρωνας Κοτζαμάνης, ο οποίος παρουσιάζει τα στοιχεία της έρευνάς του στο πρόσφατο τεύχος του ψηφιακού δελτίου PopNews του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.
Έκρηξη γεννήσεων μετά τα 39 έτη
Που οφείλεται όμως η «έκρηξη» των γεννήσεων μετά τα 39 έτη; Πόσο «ζυγίζει» η γονιμότητα των γυναικών 40-49 ετών στους ετήσιους δείκτες (δείκτες που μόλις υπερβαίνουν το 1,3 παιδιά/γυναίκα) σήμερα και πριν από 30 χρόνια; Ποια η συμμετοχή της γονιμότητας των 40-49 ετών στον τελικό αριθμό παιδιών που έφεραν στο τέλος του αναπαραγωγικού τους κύκλου (στα 50 τους έτη) οι γυναίκες των διαδοχικών γενεών;
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, είναι σαφείς: «Η μετατόπιση της ηλικίας απόκτησης παιδιών σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία είναι η κύρια αιτία της έκρηξης αυτής αν και, την τελευταία εικοσαετία, σημαντικό ρόλο έπαιξε τόσο η αύξηση του πλήθους και του ειδικού βάρους των γυναικών 40 ετών και άνω στον πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας, όσο και οι πρόοδοι των τεχνικών υποβοηθουμένης γονιμότητας και η προσφυγή σε αυτές ενός όλο και μεγαλύτερου αριθμού ζευγαριών. Όσον αφορά την συμμετοχή των γεννήσεων από γυναίκες 40 ετών και άνω στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας, αν και αυξάνουσα, είναι σχετικά περιορισμένη, καθώς οι γεννήσεις αυτές «ζυγίζουν» λιγότερο από το 8% στους δείκτες αυτούς που δεν υπερβαίνουν τα 1,3 παιδιά/γυναίκα το 2023-24».
Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, οι πρόοδοι των τεχνικών υποβοηθουμένης γονιμότητας και η διευρυμένη πρόσβαση σε αυτές ναι μεν βοηθούν, δεν πρόκειται να οδηγήσουν τις αμέσως επόμενες δεκαετίες σε μια αύξηση των προερχομένων από γυναίκες 40 ετών και άνω γεννήσεων, ακόμη και αν συνεχισθεί η αύξηση της μέσης ηλικίας στην τεκνογονία, καθώς το πλήθος των γυναικών αυτών, εν απουσία μετανάστευσης, θα μειωθεί σημαντικά (κατά 35% ανάμεσα στο 2025 και το 2060, από 770 χιλ. σήμερα σε 505 χιλ. το 2060). Οι γεννήσεις αυτές θα συμβάλλουν περιορισμένα στην τελική γονιμότητα των γενεών, στον αριθμό δηλαδή των παιδιών που θα φέρουν κατά μέσο όρο στον κόσμο όσοι γεννήθηκαν μετά το 1980.
Ο Καθηγητής Δημογραφίας υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «Η επάνοδος των γεννήσεων στα επίπεδα του 2011-20 (92 χιλ. κατά μέσο όρο ετησίως) είναι ανέφικτη. Η επιβράδυνση της μείωσής τους όμως, και, στη συνέχεια, η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν είναι εφικτή, αν ι) επιβραδυνθεί η μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχεται σχεδόν το 90% των γεννήσεων κάθε χρονιάς, χάρη σε ένα θετικότατο μεταναστευτικό ισοζύγιο (περισσότεροι είσοδοι στη χώρα μας από εξόδους στις ηλικίες αυτές), και ιι) αν αυξηθεί η γονιμότητα των νεότερων γενεών (ο αριθμός δηλ. των παιδιών που αυτές θα αποκτήσουν, από 1,45 στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 παιδιά σε αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη του 2010) με την δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί. Η δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού θα οδηγήσει στην επιβράδυνση της αύξησης της μέσης ηλικίας στην τεκνοποίηση και στην μείωση των ιδιαίτερα υψηλών σήμερα ποσοστών ατεκνίας, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε όσους επιθυμούν να κάνουν ένα δεύτερο και στη συνέχεια ένα τρίτο κ.ο.κ. παιδί να υλοποιήσουν επιθυμία τους αυτή».































