Θέμα λίγων μηνών εκτιμάται ότι είναι η έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, έπειτα από πρόταση της εισαγγελέως για παραπομπή στο ΜΟΔ έξι αστυνομικών, με τις κατηγορίες των βασανιστηρίων κατά συναυτουργία, όπως επίσης και επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, σε σχέση με τα χτυπήματα που δέχτηκε ο Βασίλης Μάγγος στο περιπολικό κατά τη μεταφορά του στο αστυνομικό όχημα και στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης μετά από μήνυση της οικογένειας.
Για την υπόθεση και για τη χθεσινή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη ο Θοδωρής Καπάτος δικηγόρος της οικογένειας Μάγγου, ο οποίος είπε ότι η χθεσινή μέρα ήταν μέρα δικαίωσης για την οικογένεια, που έκανε έναν αγώνα να βγάλει στην επιφάνεια αυτό το θέμα, να φέρει τους μάρτυρες και τον ιατροδικαστή στο ακροατήριο. Όπως είπε, ήταν σημαντική ηθική δικαίωσε το να ακουστεί από την πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι, ενώ σημαντική είναι η θέση της εισαγγελέως ότι έχουμε μια καταπάτηση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, ενός ανθρώπου που πήγε να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά, χωρίς να προβεί σερ οποιαδήποτε επιθετική πράξη και όταν αυτό συμβαίνει μπροστά στα Δικαστήρια έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα.
Αναφορικά με τη δεύτερη υπόθεση, ο κ, Καπάτος είπε ότι μετά από μήνυση της οικογένειας η οποία κατατέθηκε ένα χρόνο περίπου μετά το περιστατικό, υπάρχει σε εξέλιξη μια άλλη ποινική δικογραφία, η οποία αφορά χτυπήματα που έγιναν στο περιπολικό κατά τη μεταφορά του στο αστυνομικό όχημα και στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης.
Σύμφωνα με τον συνήγορο, έχει ολοκληρωθεί η ανάκριση, γιατί υπάρχει και κακουργηματική πράξη των βασανιστηρίων κατά συναυτουργία, όπως επίσης και επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία και αναμένεται το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, έπειτα από πρόταση της κ. εισαγγελέως για παραπομπή στο ΜΟΔ έξι αστυνομικών.
«Επιθυμία της οικογένειας ήταν να κινηθεί μια διαδικασία, γιατί στην ουσία υπάρχει συνάφεια στο περιστατικό, αλλά η Δικαιοσύνη έτσι έκρινε, προχώρησε ξεχωριστά η πρώτη υπόθεση και θα υπάρξει συνέχεια», ανέφερε ο κ. Καπάτος.
Η καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς
Ο κ. Καπάτος, αναφερόμενος στη χθεσινή υπόθεση είπε ότι απόφαση ήταν καταδικαστική και για τους τρεις κατηγορούμενους αστυνομικούς για την πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, στις 14 Ιουνίου 2020 μπροστά από τα Δικαστήρια του Βόλου.
Η διαδικασία διήρκησε τρεις ημέρες, χθες είχαμε την πρόταση της κ. εισαγγελέως, η οποία πρότεινε την καταδίκη των κατηγορούμενων, τις αγορεύσεις των τεσσάρων συνηγόρων υπεράσπισης και εν συνεχεία την έκδοση της απόφασης.
Ο συνήγορος της οικογένειας ανέφερε ότι η εισαγγελέας πρότεινε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για τους δύο πρώτους κατηγορούμενους και οκτώ μηνών για τον τρίτο, ωστόσο η πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε την ποινή των δύο ετών φυλάκιση για καθέναν από τους κατηγορούμενους.
Όσον αφορά στη διαδικασία ο κ. Καπάτος ανέφερε ότι ήταν μια πολύ ενδελεχής διαδικασία, χάρη στην επιμονή του κ. Γιάννη Μάγγου και της οικογένειας μπόρεσαν να καταθέσουν κάποιοι μάρτυρες, οι οποίοι ήταν παρόντες στο περιστατικό, διότι το αρχικό κατηγορητήριο και το κλητήριο θέσπισμα είχε ως μάρτυρες δύο γονείς, οι οποίοι δεν ήταν παρόντες, κατέθεσε ιατροδικαστής εκ μέρους της οικογένειας και αντίστοιχα μάρτυρες από την πλευρά των κατηγορουμένων.
Ο δικηγόρος ανέφερε ότι το περιστατικό ξυλοδαρμού του Βασίλειου Μάγγου έγινε ενώ προσέγγιζε την είσοδο των Δικαστηρίων την ώρα που επρόκειτο να γίνει μια μεταγωγή ενός κρατουμένου από τα επεισόδια της προηγούμενης μέρας, που είχαν γίνει έξω από το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ. «Εκείνη τη στιγμή, διαμαρτυρόμενος ο Β. Μάγγος για τη σύλληψη εκείνου του κατηγορουμένου, έγινε το περιστατικό του ξυλοδαρμού, το οποίο σίγουρα έχουμε δει όλοι στα βίντεο και το βίντεο ήταν το πιο σημαντικό στοιχείο σε αυτή την υπόθεση», ανέφερε ο κ. Καπάτος.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο, έγινε προβολή του βίντεο στον φορητό υπολογιστή της έδρας, μπόρεσαν να το δουν οι κατηγορούμενοι και οι παράγοντες της δίκης και η εισαγγελέας είπε ότι το ανέλυσε και το είδε πολλές φορές καρέ καρέ και να διακρίνει τα χτυπήματα.
Ο συνήγορος συνέχισε ότι επειδή τα χτυπήματα έγιναν ενώ ο Β. Μάγγος ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα, οι κατηγορούμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι τον χτύπησαν με την αστυνομική ράβδο, στα πλαίσια των οδηγιών που έχουν από την υπηρεσία τους, όπως θεώρησαν οι ίδιοι, προκειμένου να τον ακινητοποιήσουν, ότι κινδύνευε η μεταγωγή του άλλου κατηγορούμενου, που ετοιμαζόταν να πάει πίσω στην Διεύθυνση Αστυνομίας, ενώ εμμέσως ισχυρίστηκαν ότι θα μπορούσε να τον ελευθερώσει, γιατί δεν έγινε κάποια ενέργεια από την πλευρά του Βασίλη Μάγγου και θεώρησαν ότι λόγω του ότι βρισκόταν σε μια απόσταση κάποιων μέτρων, ότι θα μπορούσε να γίνει ακόμη και αυτό.
«Το Δικαστήριο, έχοντας την εικόνα ενός ανθρώπου πεσμένου κάτω, ανήμπορου να τον χτυπούν τρεις αστυνομικοί, θεώρησε ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν υπερβολική και μια άσκηση βίας που δεν ενέπιπτε στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και θα μπορούσαν να τον είχαν ακινητοποιήσει, με κάποιον άλλο τρόπο», επισήμανε ο Θ. Καπάτος.
Σύμφωνα με τον συνήγορο, υπήρξε και ένας ισχυρισμός ότι οι σωματικές βλάβες του άτυχου Βασίλη (σωρεία σπασμένων πλευρών και κακώσεις στο ήπαρ και στη χολή) δεν προκλήθηκαν από το συγκεκριμένο περιστατικό και προφανώς είχαν προκληθεί σε προγενέστερο χρόνο, αλλά και αυτό προφανώς δεν έπεισε το Δικαστήριο, γι’ αυτό οδηγήθηκε και στην καταδικαστική κρίση.
Για την αστυνομική αυθαιρεσία
Σε σχέση με περιστατικά που η Αστυνομία απαγόρευση την προσέγγιση πολιτών – δημοτικών συμβούλων σε εκδηλώσεις, ο κ. Καπάτος είπε ότι αυτό είναι κάτι παράνομο, που εκφεύγει των αρμοδιοτήτων ενός αστυνομικού, ο οποίος ακόμη και για να παρακολουθήσει κάποιον πολίτη, θα πρέπει να έχει εντολή από την υπηρεσία του.
Όπως είπε, θα έπρεπε αυτό να έχει καταγραφεί και να είναι ύποπτος τέλεσης κάποιου αδικήματος, αλλά να υπάρχει άδεια εισαγγελέα στην περίπτωση της παρακολούθησης.
Ο κ. Καπάτος ανέφερε ότι κάποιος πολίτης μπορεί να προστατευτεί από αυτή τη συμπεριφορά της Αστυνομίας, ο νόμος ισχύει για όλους και για τους αστυνομικούς και τόνισε ότι αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν εξαίρεση και θα πρέπει έτσι να τις αντιμετωπίζουμε, όπως τις αντιμετώπισε το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη αυστηρότητα, ακριβώς γιατί δεν ανήκει στα καθήκοντα της Αστυνομίας να υπερβαίνει των καθηκόντων της, είτε αυτό αφορά βία ή τις παρακολουθήσεις. Και ευτυχώς ή δυστυχώς, τα αστυνομικά όργανα που εκπροσωπούν την Πολιτεία κρίνονται αυστηρότερα από τον απλό πολίτη.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης Ντίνος Στεργιόπουλος





























