Η Κοινή Επιτροπή Εξωστρέφειας των Συνδέσμων Βιομηχανιών Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδος – ΣΒΘΣΕ και Βιομηχανιών Στερεάς Ελλάδος – ΣΒΣΕ, με τη στήριξη του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), απέστειλε υπόμνημα στους: Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Κυριάκο Πιερρακάκη, Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γεώργιο Κώτσηρα και Διοικητή Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων κ. Γεώργιο Πιτσιλή, φέρνοντας στο προσκήνιο τα σοβαρά προβλήματα που έχουν προκύψει από τη λειτουργία των Τελωνειακών Ελεγκτικών Κέντρων (Τ.Ε.Κ.).
Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι επιχειρήσεις-μέλη βιώνουν σημαντικές καθυστερήσεις στον εκτελωνισμό, αύξηση του κόστους, κινδύνους αλλοίωσης ευπαθών προϊόντων και απώλεια παραγγελιών, με αποτέλεσμα να πλήττεται σοβαρά η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου.
Οι αιτίες των προβλημάτων εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη προσωπικού, στην έλλειψη συντονισμού μεταξύ Τ.Ε.Κ. και περιφερειακών τελωνείων, καθώς και στις αδυναμίες των πληροφοριακών συστημάτων.
Η Κοινή Επιτροπή ΣΒΘΣΕ – ΣΒΣΕ αναγνωρίζει την ανάγκη ενισχυμένων ελέγχων και την προσπάθεια καταπολέμησης του λαθρεμπορίου, τονίζει όμως ότι απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις: ενίσχυση ανθρώπινου δυναμικού, αναβάθμιση των πληροφοριακών υποδομών και απλούστευση των διαδικασιών, ώστε να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία του τελωνειακού συστήματος και να προστατευθεί η επιχειρηματικότητα και ο καταναλωτής.
Το υπόμνημα της Επιτροπής
Κύριε Υπουργέ,
Στο πλαίσιο λειτουργίας της κοινής Ομάδας Εργασίας ΣΒΘΣΕ -ΣΒΣΕ για την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων και με την στήριξη του ΣΕΒ, θέτουμε υπόψη σας τον έντονο προβληματισμό των επιχειρήσεων μελών μας για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στα Ελληνικά Τελωνεία, μετά τη δημιουργία και τη μέχρι τώρα λειτουργία των Τελωνειακών Ελεγκτικών Κέντρων (Τ.Ε.Κ.).
Η σύσταση των Τελωνειακών Ελεγκτικών Κέντρων είχε στόχο την κεντρικοποίηση των ελέγχων, την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου. Ωστόσο, η εφαρμογή τους έχει οδηγήσει σε σοβαρές καθυστερήσεις στον εκτελωνισμό, σε αύξηση κόστους και σε δυσλειτουργίες, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την επιχειρηματική δραστηριότητα, την αγορά και συνολικά την οικονομία, δυσχεραίνοντας την εφαρμογή βασικών αρχών του ελευθέρου εμπορίου και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο χρόνος εκτελωνισμού των εισαγόμενων αγαθών που στο παρελθόν κυμαινόταν σε λίγες ώρες ή το πολύ σε μία με δύο ημέρες, πλέον, σε πολλές περιπτώσεις, φτάνει τις αρκετές ημέρες, κυρίως όταν απαιτείται φυσικός έλεγχος αυτών.
Η παρατεταμένη αυτή αναμονή των εισαγόμενων αγαθών σε τελωνειακούς περίβολους ή χώρους προσωρινής εναπόθεσης, συνεπάγεται σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις σε μισθώματα και αποθήκευτρα.
Το κόστος αυτό μετακυλίεται στις τελικές τιμές των προϊόντων, εντείνοντας το φαινόμενο της ακρίβειας που πλήττει τους Έλληνες καταναλωτές, καθιστώντας παράλληλα τις Ελληνικές εταιρείες λιγότερο ανταγωνιστικές στο διεθνές εμπόριο, όταν τα αγαθά αυτά συμπεριλαμβάνονται στην κατασκευή άλλων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως σε ευπαθή και ευαλλοίωτα προϊόντα, υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης ή καταστροφής. Στις περιπτώσεις εισαγωγής πρώτων υλών προς μεταποίηση, οι εταιρείες οδηγούνται στην αύξηση των αποθεμάτων τους προκειμένου να μην διαταραχθεί η ομαλή ροή της παραγωγικής τους διαδικασίας, με αποτέλεσμα να αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησής τους και το χρηματοοικονομικό κόστος που περνάει στα τελικά αγαθά.
Ειδικά δε κατά την εισαγωγή υλών σε τελωνειακά καθεστώτα τελειοποίησης, όπου οι φυσικοί έλεγχοι είναι αυξημένοι, βάσει της ανάλυσης κινδύνου, τα προβλήματα είναι πολύ έντονα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως οι καθυστερήσεις αυτές καθιστούν μη ελκυστική την επιλογή των υπηρεσιών μεταποίησης/τελειοποίησης από Ελληνικές Βιομηχανίες, οι οποίες θέτουν τα αγαθά αυτά σε καθεστώς «τελειοποίηση προς επανεξαγωγή».
Επιπλέον, οι επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια παραγγελιών και συνεργασιών για την επιχειρήσεις, ειδικά όταν πρόκειται για εμπορεύματα που εξαρτώνται από αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Από την πληροφόρηση που λαμβάνουμε από επιχειρήσεις μέλη, μεταποιητικές αλλά και εταιρίες παροχής εκτελωνιστικών υπηρεσιών, οι αιτίες της κατάστασης εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη προσωπικού, σε αρκετά τελωνεία της χώρας, σε προβλήματα συντονισμού μεταξύ των Τ.Ε.Κ. και των τελωνείων, καθώς και στην αδυναμία των πληροφοριακών και τεχνικών μέσων να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα.
Αντιλαμβανόμαστε απολύτως την αναγκαιότητα αυξημένων ελέγχων στις διακινούμενες εμπορευματικές ροές και την προσπάθεια του κράτους να περιορίσει, μέσω των Τ.Ε.Κ., το φαινόμενο του λαθρεμπορίου. Παρά ταύτα, είναι φανερό πως το σύστημα χρειάζεται ενίσχυση σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές, αναβάθμιση των πληροφοριακών συστημάτων, απλούστευση διαδικασιών και καλύτερο συντονισμό με τις περιφερειακές υπηρεσίες. Μόνο έτσι θα αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία των τελωνειακών διαδικασιών, θα εξυπηρετηθεί επαρκώς ο όγκος των συναλλαγών, θα στηριχθεί η επιχειρηματικότητα και θα προστατευθεί ο καταναλωτής.
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Είμαστε βέβαιοι ότι θα εξετάσετε με τη δέουσα προσοχή τα θέματα που άπτονται των τελωνειακών ελέγχων και θα λάβετε όλα τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα, για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν ανακύψει στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας μας. Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε συνδρομή στο εν λόγω θέμα.






























