Η δεκαετία του 1960 μόνο ήρεμη δεν ήταν για την πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας. Έχοντας προηγηθεί ο αδελφοκτόνος Εμφύλιος που αιματοκύλησε τη χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πολιτική αναταραχή της συγκεκριμένης δεκαετίας έμοιαζε να αποτελεί τη φυσική συνέχεια. Άλλωστε η Ελλάδα δεν είχε πατήσει ακόμη στα πόδια της και οι ανισότητες ανάμεσα στους Έλληνες, οικονομικές και όχι μόνο ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς, ειδικά ανάμεσα σε ελληνική επαρχία και μεγάλα αστικά κέντρα.
Η δεκαετία λοιπόν του 1960 σημαδεύτηκε από δολοφονίες, όπως αυτή του βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργου Λαμπράκη από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη, από την έντονη διαμάχη του Γεωργίου Παπανδρέου με το Παλάτι, πρώτα με τον βασιλιά Παύλο και μετέπειτα με τον βασιλιά Κωνσταντίνο που όπως λέγεται καθοδηγούταν από τη μητέρα του Φρειδερίκη, από την υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ», και από την περίοδο των Ιουλιανών, που οδήγησε σε πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου, στην Αποστασία και τελικά στη Χούντα των Συνταγματαρχών.
Επιμέλεια: ΧΡΥΣOΣΤΟΜΟΣ ΤΡIΜΜΗΣ
Ειδικά το χρονικό σημείο των Ιουλιανών ή της περιόδου της Αποστασίας όπως αναφέρεται, είναι ένα από τα πλέον κομβικά σε μία περίοδο πολιτικής ανωμαλίας.
Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής αστάθειας που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο έως την ορκωμοσία της μεταβατικής Κυβέρνησης Ιωάννη Παρασκευόπουλου στις 22 Δεκεμβρίου 1966 μετά από συμφωνία του Γεωργίου Παπανδρέου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ως ηγετών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της τότε Βουλής. Ενδιαμέσως σχηματίστηκαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις που στηρίχθηκαν από την αξιωματική αντιπολίτευση (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις) και από αυξανόμενο αριθμό βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν αποστάτες. Οι τελευταίοι κατηγορήθηκαν μάλιστα ότι πρόσφεραν τη στήριξή τους μετά από χρηματισμό και υποσχέσεις για ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων. Η πολιτική κρίση προκάλεσε τη μεγαλύτερη κοινωνική έκρηξη που γνώρισε η μετεμφυλιακή Ελλάδα, με σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις κατά των κυβερνήσεων των αποστατών. Από αυτή την άποψη, τα Ιουλιανά έχουν χαρακτηριστεί «ελληνικός Μάης» και έχουν συγκριθεί με άλλα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική της δεκαετίας του 1960, όπως αναφέρει εξάλλου και ο πολιτικός επιστήμονας Κωνσταντίνος Λαμπράκης στη διδακτορική του διατριβή (2021).
Συγκεκριμένοι λοιπόν οι πρωταγωνιστές. Γεώργιος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος, σε πολύ νεαρή ηλικία, παίρνοντας μαθήματα από τη μητέρα του Φρειδερίκη, με τα γεγονότα να έρχονται να ακολουθήσουν το ένα το άλλο στο κράτος και στο παρακράτος… Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή…
Τα δέντρα ψηφοφόροι και ο Ανένδοτος Αγώνας
Στις 29 Οκτωβρίου 1961 η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή κερδίζει τις εκλογές που διεξήχθησαν για να σχηματιστεί η 4η κυβέρνηση Καραμανλή που παρέμεινε στις επάλξεις μέχρι και τον Ιούνιο του 1963. Ωστόσο οι συγκεκριμένες εκλογές έμειναν στα ιστορικά χρονικά ως εκλογές βίας και νοθείας και από τότε έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη των παλαιότερων και η ρήση ότι ψήφισαν ακόμη και τα δέντρα!
Η προεκλογική περίοδος αλλά και η ημέρα των εκλογών σημαδεύτηκε από σοβαρά επεισόδια σε βάρος ψηφοφόρων των κομμάτων του Κέντρου και της ΕΔΑ, τέτοιας έκτασης που σύμφωνα με τον αρχηγό της «Ένωσις Κέντρου», Γεώργιο Παπανδρέου, έφτασαν να αλλοιώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Την 1η Δεκεμβρίου 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον «Ανένδοτο Αγώνα» – ο οποίος μην αναγνωρίζοντας την νομιμότητα της νέας κυβέρνησης, ζητούσε ακύρωση των εκλογών και διενέργεια νέων.
Στις 4 Δεκεμβρίου μάλιστα, ημέρα έναρξης της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, η Αντιπολίτευση σε μια συμβολική διαμαρτυρία, δεν εμφανίστηκε στην νέα Βουλή ενώ πορείες, διαμαρτυρίες και συλλαλητήρια οργανώνονταν σε ημερήσια σχεδόν βάση.
Στις 16 Ιανουαρίου όταν τελικά τα κόμματα της Αντιπολίτευσης εμφανίζονται στη Βουλή, καταθέτουν αμέσως πρόταση δυσπιστίας απέναντι στη κυβέρνηση.
Ωστόσο, η πρόταση τελικά καταψηφίζεται με 173 ψήφους υπέρ της κυβέρνησης και 127 κατά.
Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963 ξεσηκώνει ακόμα περισσότερο την κοινή γνώμη, αναγκάζοντας ακόμα και αυτόν τον ίδιο τον Καραμανλή, να υπαινιχτεί την ύπαρξη παρακράτους, με την περίφημη ρήση του:
«Μα ποιός κυβερνά επιτέλους αυτόν τον τόπο;».
Ιστορικοί πάντως τονίζουν ότι οι εκλογές του 1961 εξασφάλισαν στην ΕΡΕ την κυβέρνηση αλλά ενίσχυσαν και τους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς πολιτικής και μη βίας, βάζοντας τις βάσεις για τη Χούντα του 1967. Παράλληλα με τα γεγονότα που προαναφέρονται, καταγράφονται και διαφωνίες ανάμεσα στον τότε βασιλιά Παύλο και τον Κων. Καραμανλή.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Βασιλιάς Παύλος στην ουσία ήταν εναντίον της επιχειρούμενης από τον Καραμανλή, μείωσης της επιρροής του στα πολιτικά πράγματα.
Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1963 ο Καραμανλής εισήγαγε στην Βουλή πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος, τη λεγόμενη τότε. «βαθιά τομή». Σύμφωνα με τον διευθυντή Ερευνών του Κέντρου Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών Σωτήρη Ρίζα: «Η πρόταση αποσκοπούσε στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας ώστε να έχει τη δυνατότητα νομοθέτησης, καθώς και στην ενσωμάτωση ορισμένων διατάξεων του λεγόμενου παρασυντάγματος, δηλαδή του πλέγματος των εκτάκτων μέτρων στον κορμό του καταστατικού χάρτη.
Αν και η πρόταση δεν υπεισερχόταν στις ρυθμιστικές αρμοδιότητες του αρχηγού του κράτους, η αναθεώρηση ερμηνευόταν από τα ανάκτορα ως απόπειρα περιορισμού του ρόλου του Στέμματος και από την κεντρώα αντιπολίτευση, καθώς και την ΕΔΑ, ως προσπάθεια διαιώνισης ενός αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης ταυτισμένου με το μετεμφυλιακό κράτος».
Από το Λονδίνο στον θάνατο…
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Γρηγόρης Λαμπράκης εξελέγη βουλευτής Πειραιά συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.
Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες, Κύπριους και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η Βρετανίδα σύζυγός του φυλακισμένου από το 1947 και καταδικασμένου σε θάνατο στελέχους του ΚΚΕ Αντώνη Αμπατιέλου, Μπέτυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους.
Η σύζυγος του Αμπατιέλου ζήτησε ακρόαση από τη Φρειδερίκη, η οποία την αρνήθηκε, παρά τις πιέσεις του Λαμπράκη.
Το βράδυ της 22ας Μαΐου 1963 ο Λαμπράκης μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη. Πριν ακόμα η εκδήλωση ξεκινήσει, πλήθος παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια, κραυγάζοντας συνθήματα και προπηλακίζοντας όσους προσέρχονταν στην αίθουσα για να πάρουν μέρος σε αυτή.
Άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι, αν και παρόντες σε μεγάλο αριθμό δεν λάμβαναν κανένα μέτρο για την απώθηση των παρακρατικών, παρά τις διαμαρτυρίες των οργανωτών και του ίδιου του Λαμπράκη, μέλους του ελληνικού κοινοβουλίου! Μάλιστα, ένας παρακρατικός κατόρθωσε να χτυπήσει τον Λαμπράκη στο κεφάλι με ρόπαλο κατά την είσοδό του στην αίθουσα της εκδήλωσης, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Σοβαρά, αντίθετα, τραυματίστηκε από τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές ο έτερος παρών αριστερός βουλευτής, Γιώργος Τσαρουχάς.
Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, ο Λαμπράκης εγκατέλειψε την αίθουσα με πρόθεση να κατευθυνθεί σε κοντινό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει.
Τον ακολούθησαν μόνο δύο σύντροφοί του, καθώς η αστυνομία απέκλεισε το κοινό της εκδήλωσης στο εσωτερικό της αίθουσας, απαγορεύοντας προσωρινά την έξοδο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Ελ. Βενιζέλου και παρά το γεγονός ότι η αστυνομία είχε αποκλείσει όλους τους δρόμους, ένα τρίκυκλο εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε τον Λαμπράκη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε στο έδαφος. Κανείς αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο πριν το χτύπημα, να συλλάβει τον οδηγό του μετά, ή ακόμα και να βοηθήσει τον αιμόφυρτο Λαμπράκη.
Όπως αποδείχτηκε, το θύμα είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από μεταλλικό αντικείμενο.
Το πιθανότερο είναι ότι οι δράστες της επίθεσης θα είχαν διαφύγει ανενόχλητοι, αν ένας παριστάμενος Θεσσαλονικιός, ο Μανόλης Χατζηαποστόλου (με το παρατσούκλι «Τίγρης») δεν είχε πηδήσει αστραπιαία στην καρότσα του τρίκυκλου. Για ένα περίπου χιλιόμετρο το τρίκυκλο έτρεχε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς κανένα αστυνομικό ή άλλο όχημα να το καταδιώκει.
Ο Χατζηαποστόλου εξουδετέρωσε μετά από σκληρή πάλη τον μοναδικό επιβάτη της καρότσας, Μανώλη Εμμανουηλίδη (ήταν αυτός που είχε καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στον Λαμπράκη) και κατόπιν υποχρέωσε τον οδηγό Σπύρο Γκοτζαμάνη να σταματήσει. Ακολούθησε νέα πάλη αυτή τη φορά ανάμεσα στον Χατζηαποστόλου και τον Γκοτζαμάνη, έως ότου εμφανίστηκε ένας απλός τροχονόμος, ο οποίος μη γνωρίζοντας όσα είχαν προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη κατόπιν υποδείξεων των περαστικών.
Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ σε κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν εξήλθε ποτέ. Πέθανε τέσσερις μέρες αργότερα. Σύμφωνα με τη μετέπειτα καταγγελία του Θ. Γρέβια, φοιτητή τότε και υποστηρικτή του Γ. Λαμπράκη, αφότου ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο ΑΧΕΠΑ, αφέθηκε να πεθάνει. Μιλώντας στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», ο Γρέβιας δηλώνει χαρακτηριστικά: «Τον άφησαν βαριά τραυματισμένο, χωρίς ορό στον νεκροθάλαμο του νοσοκομείου. Το σχέδιό τους πέτυχε».
Το χτύπημα κατά του Λαμπράκη προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρίση, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το σύνολο του κεντρώου και αριστερού Τύπου να κάνουν λόγο από την πρώτη στιγμή για οργανωμένο σχέδιο δολοφονίας. Η επίσημη αστυνομική εκδοχή αντίθετα, ήταν ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα και αυτήν υιοθέτησε αρχικά και η κυβέρνηση της χώρας.
Η σορός του Λαμπράκη μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στον ναό του Αγίου Ελευθερίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, ενώ η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στη Μητρόπολη, στις 4 το απόγευμα της 28ης Μαΐου.
Την κηδεία παρακολούθησαν όλοι οι αρχηγοί και οι βουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης και δεκάδες χιλιάδες λαού.
Η κατακραυγή για τη δολοφονία Λαμπράκη και τις αποκαλύψεις για την άμεση εμπλοκή της αστυνομίας, ήταν τόσο μεγάλη που οδήγησε σε παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή μέσα σε λιγότερο από τρεις βδομάδες από το έγκλημα (11 Ιουνίου 1963), με φόντο και τη διαφωνία Καραμανλή-παλατιού για το συνταγματικό ζήτημα. Σχηματίστηκε άμεσα νέα κυβέρνηση της ΕΡΕ υπό τον Παναγιώτη Πιπινέλη, μετέπειτα υπουργό εξωτερικών της χούντας.
Τον Σεπτέμβριο ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης σε συμφωνία με τον εισαγγελέα Δελαπόρτα διέταξε την προφυλάκιση των ανώτατων αξιωματικών της χωροφυλακής, διαλύοντας κάθε αμφιβολία στην κοινή γνώμη για την εμπλοκή κράτους και παρακρατικών στη δολοφονία Λαμπράκη.
Τον Νοέμβριο διεξήχθησαν εθνικές εκλογές τις οποίες κέρδισε η Ένωση Κέντρου. Μετά την εκλογική του ήττα, ο Κ. Καραμανλής αποχώρησε από την ενεργό πολιτική δράση αλλά και από τη χώρα, με προορισμό την Ελβετία, αρχικά, για να εγκατασταθεί τελικά στο Παρίσι, αφού προηγουμένως οι σχέσεις του με το παλάτι είχαν διαρραγεί οριστικά.
Τελικά, για τον φόνο Λαμπράκη καταδικάστηκαν οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, ενώ ως κατηγορούμενος είχε συμπεριληφθεί και ο Ξενοφών Γιοσμάς, επικεφαλής της παρακρατικής οργάνωσης στην οποία ήταν ενταγμένοι οι δύο προαναφερθέντες, αλλά καταδικάστηκε μόνο για διατάραξη της κοινής ειρήνης.
Σημαντικό ρόλο στις αποκαλύψεις έπαιξε και η μαχητική έρευνα και αρθρογραφία τριών δημοσιογράφων που είχαν ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να καλύψουν το θέμα:
Των Γιώργου Ρωμαίου του Βήματος (μετέπειτα υπουργού του ΠΑΣΟΚ), Γιάννη Βούλτεψη της Αυγής και Γιώργου Μπέρτσου (της τότε μεγάλης σε κυκλοφορία Ελευθερίας των Αθηνών).
Τον Φεβρουάριο του 1964 γίνονται εκλογές και η «Ένωση Κέντρου» με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου κερδίζει με το εντυπωσιακό το 52,72% και θα πάρει 171 έδρες. Ωστόσο η κυβέρνηση αυτή θα διαρκέσει μόλις έναν χρόνο (15 Ιουλίου 1965) αφού αναγκάστηκε ουσιαστικά να παραιτηθεί, και ενώ είχε προηγηθεί η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ.
Από την άλλη ακολούθησε η δολοφονία του φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στην Αθήνα.
Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τον θρόνο, με τον θάνατο του Παύλου τον Μάρτιο του 1964, ενώ εντός της Ένωσης Κέντρου υπάρχει διαμάχη και διχογνωμία σχετικά με τη σύνθεση της κυβέρνησης.
Ο σκοτεινός ρόλος του Κωνσταντίνου Γλίξμπουργκ αποκαλύφθηκε σχεδόν αμέσως. Αφορμή για την παραίτησή του Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, υπήρξε η διαμάχη του με τον Κωνσταντίνο Γλίξμπουργκ που ήταν τότε ο βασιλιάς της χώρας, για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Τον Ιούλιο του 1965, ωστόσο, ο πρωθυπουργός διαφώνησε με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο για το πρόσωπο του υπουργού Εθνικής Άμυνας και την αλλαγή του αρχηγού ΓΕΣ.
Ο Παπανδρέου επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά και τον αρχηγό ΓΕΣ στρατηγό Ιωάννη Γεννηματά με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του, ενώ εκδήλωσε και την πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης.
Ο βασιλιάς, καθ’ υπέρβαση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του ως ανώτατος άρχων, αρνιόταν να υπογράψει το σχετικό διάταγμα θέλοντας να διατηρήσει υπό τον έλεγχο έμπιστών του προσώπων τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ως αιτιολογία προέβαλε τη φημολογούμενη εμπλοκή του γιου του Γεωργίου Παπανδρέου, Ανδρέα, σε υπόθεση παράνομης οργάνωσης αξιωματικών του Στρατού (υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ).
Ο Γαρουφαλιάς επίσης αρνιόταν να εγκαταλείψει το υπουργείο.
Όταν ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε ακόμα και στον ίδιο τον πρωθυπουργό να αναλάβει το υπουργείο, ο Παπανδρέου θεώρησε ότι είναι απαράδεκτο ο πρωθυπουργός να μην μπορεί να αναλάβει όποιο υπουργείο επιθυμεί («πρωθυπουργός υπό απαγόρευσιν») και παραιτήθηκε.
Τι ήταν όμως η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ;
Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και πριν τα Ιουλιανά αξίζει ν’ αναφερθούμε στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, που ενέπλεκε το όνομα του Ανδρέα Παπανδρέου, γιου του Γεωργίου και μέλος της Κυβέρνησης.
Παράγοντες της Δεξιάς κατήγγειλαν ότι υπήρχε μέσα στον στρατό οργάνωση με τα αρχικά αυτά και με απόκλιση προς τα «αριστερά», με πολιτικό αρχηγό τον γιο του πρωθυπουργού.
Από τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν αργότερα προέκυψε ότι ο Πέτρος Γαρουφαλιάς,
ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας και ο στρατηγός Γεννηματάς είχαν ενημερωθεί για κάποιες «κινήσεις» για οργάνωση και «μυήσεις» σε ορισμένες στρατιωτικές μονάδες στην Κύπρο και στην Αθήνα, τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 1965. Κάποια στιγμή ενημέρωσαν τον βασιλιά, όχι όμως και τον πρωθυπουργό. Κεντρικό πρόσωπο στις κινήσεις αυτές παρουσιαζόταν ο λοχαγός Άρις Μπουλούκος, παλαιό μέλος της οργάνωσης Χ του Γρίβα, που είχε τοποθετηθεί στην ΚΥΠ.
Ο Μπουλούκος, μαζί με άλλους αξιωματικούς, είχαν επισκεφθεί επανειλημμένα τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Μία δακτυλογραφημένη αναφορά του Γρίβα προς τον Γαρουφαλιά, που έφτασε στα χέρια του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, περιείχε και τον «όρκο» της οργάνωσης του ΑΣΠΙΔΑ, ενώ και στην εισαγωγική αναφορά του ο Γρίβας μνημόνευε τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου σημειώνει στις αναμνήσεις του: «Η ανησυχία του πατέρα μου ξεκινούσε από το γεγονός ότι η εισαγωγική παράγραφος της αναφοράς του Γρίβα αναφερόταν σε εμένα.
Ο Γρίβας υποστήριζε πως η επίσκεψή μου στην Κύπρο υπονόμευσε το ηθικό του εκεί ελληνικού στρατού και υπογράμμιζε το γεγονός ότι ο λοχαγός Μπουλούκος μιλούσε με θαυμασμό για μένα στους συναδέλφους του. Ο Γρίβας υπαινισσόταν πως υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ εμού και της ομάδας του ΑΣΠΙΔΑ».
Η πρώτη δημόσια νύξη για τον ΑΣΠΙΔΑ έγινε στις 18 Μαΐου του 1965 από την εφημερίδα της Λάρισας Ημερήσιος Κήρυξ, όργανο του πρώην προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Ροδόπουλου, τοποθετημένου στην ακραία δεξιά πτέρυγα της ΕΡΕ. Το ίδιο βράδυ, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανέθεσε στον αντιστράτηγο της στρατιωτικής δικαιοσύνης, Ι. Σίμο, να προχωρήσει σε ανακρίσεις σχετικά με τις πληροφορίες.
Ορισμένες εφημερίδες της ΕΡΕ υποστήριζαν ότι επίδοξος αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ ήταν και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που φέρεται να βρισκόταν πίσω από μίαν άλλη οργάνωση, την ΦΑΕ. Την 1η Ιουνίου 1965, ο Ι. Σίμος υπέβαλε το πόρισμα των ανακρίσεων για τον ΑΣΠΙΔΑ στον υπουργό Αμύνης. Αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό των προσπαθειών του λοχαγού Μπουλούκου να μυήσει συναδέλφους του στην οργάνωση, πρότεινε να παραπεμφθούν στο ανακριτικό συμβούλιο, με το ερώτημα της αποτάξεως, οι «πρωτοστασήσαντες δια την μύησιν» λοχαγοί πεζικού Μπουλούκος Αρ., Πανούτσος Ι., Παπαγιαννόπουλος Κ. και Θεοδοσίου Ι. καθώς και να ασκηθεί πειθαρχικός έλεγχος σε άλλα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Στο μεταξύ, ο Κωνσταντίνος αξίωνε να σταλούν οι όλοι στο στρατοδικείο. Η δημοσίευση του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, την 1η Οκτωβρίου του 1966, αποτέλεσε πραγματική πολιτική βόμβα: Παραπέμφθηκαν να δικαστούν 29 αξιωματικοί, οι περισσότεροι «επί ενώσει προς στάσιν» και «επί συνωμοσία προς εκτέλεσιν πράξεως εσχάτης προδοσίας».
Μάλιστα, το βούλευμα έβαλε ευθέως κατά του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, και άλλων πολιτικών προσώπων!
Στις 14 Νοεμβρίου 1966 άρχισε στη μεγάλη αίθουσα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο Μέγαρο Αρσακείου, η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ.
Στις 22 Νοεμβρίου, σε σύσκεψη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης Κέντρου, ο Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρθηκε στη δίκη και στην προσπάθεια του ανακριτή Λαγάνη και του ίδιου του βασιλιά Κωνσταντίνου να ταυτίσουν την Ένωση Κέντρου με τον ΑΣΠΙΔΑ.
Στις 24 Φεβρουαρίου ο εισαγγελέας ζήτησε την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου και του Παύλου Βαρδινογιάννη για να παραπεμφθούν σε δίκη για τον ΑΣΠΙΔΑ. Το αίτημα απορρίφθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής, αλλά τα πολιτικά πάθη οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο.
Για να πάμε ξανά στις 15 Ιουλίου 1965…
50 λεπτά μετά τη συνάντηση Κωνσταντίνου-Γ. Παπανδρέου, στις 15 Ιουλίου 1965, ο πρώτος όρκισε νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον πρώτο αποστάτη πρωθυπουργό και τότε πρόεδρο της Βουλής,
Γιώργο Αθανασιάδη – Νόβα, ο οποίος αν και μέλος της Ένωσης Κέντρου, παρασκηνιακά είχε ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος! Για το γεγονός αυτό ο κόσμος τον ονόμασε «ο κατεψυγμένος πρωθυπουργός».
Η αποστασία είχε ξεκινήσει, τα χαρτοφυλάκια της νέας κυβέρνησης συμπληρώθηκαν από μέλη της Ένωσης Κέντρου, ο Γ. Παπανδρέου στράφηκε κατά της συνταγματικής εκτροπής και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους και συμμετείχε σε διαδηλώσεις, σε μία εκ των οποίων δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς, Σωτήρης Πέτρουλας.
Η πρώτη καταγραφή του χτυπημένου Πέτρουλα αναφέρεται στις 03:00 το πρωί της 22ας Ιουλίου στο Σταθμό Α΄ Βοηθειών του Ε.Σ. στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, όπου και διαπιστώνεται ο θάνατός του. Το ψευδές επίσημο πόρισμα της ιατροδικαστικής εξέτασης που έκαναν αστυνομικοί με στολές γιατρών έκανε λόγο για θάνατο που προκλήθηκε από ασφυξία λόγω δακρυγόνου, εκδοχή η οποία αφήνει ανεξήγητα τα ολικά σχισίματα στο λαιμό του που διαπίστωσαν οι δικοί του όταν πήραν τον νεκρό. Παρότι η επίσημη αφήγηση των γεγονότων δεν άλλαξε ποτέ, μεταγενέστερη ιατροδικαστική εξέταση από γιατρούς της οικογένειας έδειξε πως ο Πέτρουλας στραγγαλίστηκε.
Διαδοχικές εντολές για κυβέρνηση Αποστασίας
Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν, οι παρακρατικοί ήταν αντιμέτωποι με τους διαδηλωτές και η κυβέρνηση Νόβα ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης στις 4 Αυγούστου. Κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε στη Βουλή οι πιστοί στο Γ. Παπανδρέου βουλευτές φώναζαν και προπηλάκιζαν τους «αποστάτες».
Τελικά ο Νόβας δεν κατάφερε να πάρει τις απαιτούμενες 151 ψήφους και ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή για να σχηματίσει κυβέρνηση στον Στέφανο Στεφανόπουλο, που ήταν μάλιστα ήταν και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Ο Στεφανόπουλος σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας στις 9 Αυγούστου του 1965 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς την έγκριση του κόμματος.
Σε ψηφοφορία που έγινε, από τους 139 παρόντες βουλευτές της ΕΚ, οι 113 ψήφισαν ότι θα στήριζαν μόνο μια κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Στις 18 Αυγούστου την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης παίρνει από το παλάτι ο Ηλίας Τσιριμώκος, αριστερός πολιτικός με σημαντικούς αγώνες κατά την περίοδο της κατοχής, μέλος του ΕΑΜ και της κυβέρνησης του Βουνού (ΠΕΕΑ) και αργότερα συνεργαζόμενος βουλευτής με την ΕΔΑ. Μάλιστα, η αντιπολίτευση της ΕΡΕ θεωρούσε τον Τσιριμώκο μέρος του «κομμουνιστικού κινδύνου». Λίγους μήνες πριν, τον Ιανουάριο του 1965, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου τον είχε κάνει υπουργό, η ΕΡΕ είχε επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον του πρωθυπουργού.
Στις 28 Αυγούστου γίνεται ψηφοφορία για την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η κυβέρνηση Τσιριμώκου καταψηφίζεται και αυτή με ψήφους 159 κατά – 135 υπέρ. Υπέρ ψήφισαν οι 98 βουλευτές της ΕΡΕ αλλά και 37 (αποστάτες) βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου.
Μετά από πολλές διαβουλεύσεις του βασιλιά με τους πολιτικούς αρχηγούς και ενώ ο
Γ. Παπανδρέου επέμενε ότι η μόνη λύση ήταν ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης και η διεξαγωγή εκλογών, τελικά ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ο Στέφανος Στεφανόπουλος. Είχε ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη της ΕΡΕ, του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη και ορισμένων βουλευτών της ΕΚ. Στην κυβέρνηση μετέχουν οι Τσιριμώκος και Νόβας ως αντιπρόεδροι και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών.
Όταν η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε στη Βουλή στις 22 Σεπτεμβρίου, στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΚ είχαν απομείνει από τους αρχικούς 171 μόνο 126 βουλευτές. Τελικά η κυβέρνηση Στεφανόπουλου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Σεπτεμβρίου με 152 ψήφους υπέρ και 148 κατά.
Μια από τις πρώτες ενέργειες της Κυβέρνησης Στεφανόπουλου με υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Σταύρο Κωστόπουλο, ήταν να τοποθετήσει του αντιστράτηγο Γρηγόριο Σπαντιδάκη στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού με τη σύμφωνη γνώμη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο Σπαντιδάκης φρόντισε να επιστρέψουν σε μονάδες της Αττικής οι μετέπειτα πραξικοπηματίες και διαδραμάτισε νευραλγικό ρόλο το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967 όταν, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, δέχθηκε να το καλύψει, να τεθεί επικεφαλής του και να εκδώσει διαταγές που εξασφάλισαν την προσχώρηση των στρατιωτικών μονάδων της Β. Ελλάδας στο πραξικόπημα.
Επίσης ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και του Αντιπροέδρου στη νέα δικτατορική κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου παρέμεινε στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε ανατράπηκε ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της ΕΡΕ, Π. Κανελλόπουλου, και του αρχηγού της ΕΚ, Γ. Παπανδρέου, για διορισμό μεταβατικής κυβέρνησης με στόχο τη διεξαγωγή εκλογών πριν τα τέλη Μαΐου του 1967. Ήταν οι εκλογές που το πραξικόπημα δεν επέτρεψε να γίνουν, αφού τα τανκ βγήκαν στους δρόμους το πρωί της 21ης Απριλίου…
Ιουλιανά 1965, Βόλος
Η Αποστασία του Βόλου

Ο πιστός στην Ένωση Κέντρου
και στον Γεώργιο Παπανδρέου

Ο εκ των αποστατών που έγινε υπουργός Δημοσίων Έργων

Σταθερά στην ΕΚ και φίλος
του Ανδρέα Παπανδρέου

Οι βουλευτές
της αντιπολίτευσης
στη Μαγνησία το 1965
Αθανάσιος Φροντιστής
Σταμούλης Ελαφρός
Μαρία Καραγιώργη – Γυφτοδήμου
Η βουλευτής της ΕΔΑ, η μοναδική γυναίκα στη Βουλή του 1963 και 1964 και αγωνίστρια της Αριστεράς
Ιουλιανά 1965
Η Αποστασία

Ο ανώριμος και ο εκλεγμένος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Τελικά αποστάτης

Η εφημερίδα των Κόκκα
και του Μητσοτάκη που αποστάτησε

Ο Γεώργιος Παπανδρέου χαιρετά
το πλήθος

Παπανδρέου

Αποστάτης

Αποστάτης

Αποστάτης
Ιουλιανά 1965
Τα προεόρτια
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ



Η Ένωση Κέντρου συγκέντρωσε το 52,7% των ψήφων και 171 έδρες

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΤΗΝ ΦΩΤΙΑ»
Τα πρωτοσέλιδα του Βόλου
Η «Θεσσαλία» αποτελεί συνέχεια των εφημερίδων «Παγασαί» και «Νέα Θεσσαλία» του Ιωάννη Φ. Μπέμπου. Τη διεύθυνσή της ανέλαβε το 1898 ο Δημοσθένης Ρίζος και, από το 1901 έως το 1924, υπήρξε ιδιοκτήτης της.
Ο Τάκης Οικονομάκης ανέλαβε τη διεύθυνση της Θεσσαλίας το 1914 και από το 1924 έγινε συνιδιοκτήτης με τον Κωστή Παρασκευόπουλο,
Ο Οικονομάκης παρέμεινε στην κορυφή της «Θεσσαλίας» έως το 1944 όταν υπέστη εγκεφαλικό την ώρα που η Γκεστάπο πήγε να τον συλλάβει.
Στη συνέχεια η «Θεσσαλία» πέρασε στους αδελφούς Τάκη και Γιώργο Παρασκευόπουλο.
Το 1953 και ενώ η κυκλοφορίας της έχει πέσει οι συντάκτες της, με επικεφαλής τον δημοσιογράφο Αχιλλέα Ορφανίδη, πρότειναν στους ιδιοκτήτες και ανέλαβαν αυτοί, έναντι ενοικίου, την έκδοση και διαχείρισή της, κατορθώνοντας μέσα σε λίγα χρόνια να επιφέρουν και πάλι την ευημερία.
Αχιλλέας Ορφανίδης
Γεννηθείς στη Λευκωσία το 1910, ο Αχιλλέας Ορφανίδης βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας «Θεσσαλία» για 41 χρόνια. Έχοντας δραστηριοποιηθεί στα χρόνια της Κατοχής στο ΕΑΜ και στην Εθνική Αντίσταση, μετά την Απελευθέρωση βρισκόταν στο πλευρό του Κέντρου. Άνθρωπος δημοκρατικός και παθιασμένος δημοσιογράφος, στην περίοδο της Αποστασίας κράτησε σκληρή στάση απέναντι στους αποστάτες.
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
Ο Ταχυδρόμος του Βόλου κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις 8 Δεκεμβρίου του 1916,
με ιδιοκτήτη και αρχισυντάκτη τον Ευρυτάνα Αλέξανδρο Μέρο,
ο οποίος μέχρι τότε εργαζόταν στην επίσης βολιώτικη εφημερίδα «Η Θεσσαλία».
Η εφημερίδα από την αρχή της κυκλοφορίας της τάχθηκε υπέρ των ακτημόνων του θεσσαλικού κάμπου.
Αλέξανδρος Μέρος – Θανάσης Πώποτας
Ο Αλέξανδρος Μέρος διορίστηκε το 1923 νομάρχης Άρτας και Πρέβεζας από την επαναστατική κυβέρνηση Γονατά-Πλαστήρα, με υπουργό Εσωτερικών τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το 1926 εκλέχθηκε βουλευτής. Στα μεταπολεμικά χρόνια, ο Μέρος συνέπραξε με τον Αλέξανδρο Μπαλτατζή στην επανίδρυση του Κόμματος Αγροτών και Εργαζομένων και στην συνέχεια μέσω και της εφημερίδας συντάχθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου και ο ιδρυτής της επανεκλέχθηκε το 1958 και το 1963 βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων και την Ένωση Κέντρου αντίστοιχα.
Μετά τον θάνατο του Μέρου το 1964, η εφημερίδα περιήλθε στην ιδιοκτησία των ανιψιών του και συνέχισε την έκδοσή της, με διευθυντή έναν εξ αυτών, τον Θανάση Πώποτα.
Καταγόμενος από τους Σοφάδες Καρδίτσας, ο Θανάσης Πώποτας είχε έρθει στον Βόλο σε νεαρή ηλικία και αμέσως είχε ενταχθεί στο συντακτικό δυναμικό του Ταχυδρόμου μετά από παραίνεση του ιδρυτή της εφημερίδας και θείου του.
Από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου στον γύψο
Η Αποστασία σημάδεψε την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1960, όπως και όλα τα γεγονότα που τη συνόδευσαν ή έλαβαν χώρα στο περιθώριο αυτής. Μετά από όλα όσα έγιναν μεταξύ
Γ. Παπανδρέου, παλατιού και Αποστατών, και ενώ ο Γ. Παπανδρέου επέμενε ότι η μόνη λύση ήταν ο διορισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης και η διεξαγωγή εκλογών, τελικά ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 17 Σεπτεμβρίου 1965 ο Στέφανος Στεφανόπουλος.
Άλλωστε, ο Στεφανόπουλος είχε ήδη εξασφαλίσει τη στήριξη της ΕΡΕ, του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη και ορισμένων βουλευτών της Ε.Κ. Μάλιστα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ορισμένοι υπουργοί αποφάσισαν την τελευταία στιγμή να ενδώσουν στις πιέσεις για συμμετοχή στην κυβέρνηση και οι υπεύθυνοι, από φόβο μήπως αλλάξουν γνώμη, τους όρκισαν βιαστικά, άλλους αξύριστους και άλλους με τα καθημερινά τους ρούχα!
Στην κυβέρνηση μετέχουν οι Τσιριμώκος και Νόβας ως αντιπρόεδροι και ο Μητσοτάκης ως υπουργός Συντονισμού και Οικονομικών.
Μια από τις πρώτες ενέργειες της Κυβέρνησης Στεφανόπουλου με υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Σταύρο Κωστόπουλο, ήταν να τοποθετήσει του αντιστράτηγο Γρηγόριο Σπαντιδάκη στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού με τη σύμφωνη γνώμη του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
Ο Σπαντιδάκης φρόντισε να επιστρέψουν σε στρατιωτικές μονάδες της Αττικής οι μετέπειτα πραξικοπηματίες και διαδραμάτισε νευραλγικό ρόλο το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967 όταν, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, δέχθηκε να το καλύψει, να τεθεί επικεφαλής του και να εκδώσει διαταγές που εξασφάλισαν την προσχώρηση των στρατιωτικών μονάδων της Β. Ελλάδας στο πραξικόπημα. Επίσης ανέλαβε τη θέση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και του Αντιπροέδρου στη νέα δικτατορική κυβέρνηση. Στις 10 Απριλίου 1966 εκδηλώθηκε ενδοκυβερνητική κρίση, όταν ο υπουργός Εξωτερικών, Η. Τσιριμώκος, παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τους χειρισμούς της Κυβέρνησης στο Κυπριακό και μαζί του απέσυραν την εμπιστοσύνη τους στην Κυβέρνηση άλλοι δύο «αποστάτες». Δύο άλλοι βουλευτές της Ε.Κ. προσχώρησαν στην κυβερνητική παράταξη και έτσι αποφεύχθηκε η πτώση της Κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου παρέμεινε στην εξουσία ως την 21η Δεκεμβρίου 1966, οπότε ανατράπηκε ύστερα από συμφωνία του βασιλιά, του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε., Π. Κανελλόπουλου, και του
Γ. Παπανδρέου, για διορισμό μεταβατικής κυβέρνησης με στόχο τη διεξαγωγή εκλογών πριν τα τέλη Μαΐου του 1967. Μπορεί η συμφωνία να ήταν κοινή, αλλά σίγουρα δεν ήθελαν όλοι εκλογές.
Κάπως έτσι, τα τανκς βγήκαν στους δρόμους της Αθήνας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, με εντολές μίας ομάδας συνταγματαρχών. Συνταγματάρχες που εφάρμοσαν το σχέδιο «Ιέραξ ΙΙ», παραλλαγή του σχεδίου του ΝΑΤΟ «Προμηθεύς» που προοριζόταν για την ανάληψη εξουσίας από τον στρατό με σκοπό «την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του σοβιετικού στρατού». Είναι γεγονός ότι οι συνταγματάρχες κινήθηκαν νωρίτερα από την ομάδα στρατηγών που ηγούνταν των Ενόπλων Δυνάμεων και ήθελαν την ίδια ημέρα να κάνουν το δικό τους πραξικόπημα… Φυσικά, εκλογές τον Μάιο του 1967 δεν διεξήχθησαν ποτέ…

εκδότης της εφημερίδας
Η ΜΑΓΝΗΣΙΑ
ΤΟ ΦΩΣ
Εβδομαδιαία εφημερίδα του Βόλου, την οποία εξέδιδε ο Αλέκος Τράκας από το 1956 μέχρι και την επιβολή της Χούντας το 1967.
Επίσης και το ΦΩΣ κράτησε σκληρή στάση απέναντι στους αποστάτες και στήριζε την Ένωση Κέντρου και τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Αλέκος Τράκας
Γεννηθείς το 1925 στην Αγόριανη Παρνασίδας, ο Αλέκος Τράκας άφησε βαθύ το σημάδι του στη δημοσιογραφία του Βόλου και όχι μόνο, έχοντας εργαστεί στις εφημερίδες «Θεσσαλία» και «Ταχυδρόμος» αλλά και στην εβδομαδιαία «Θάρρος». Αφού έκλεισε λόγω Χούντας το ΦΩΣ εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη και στη συνέχεια στην «Καθημερινή». Στην Κατοχή είχε λάβει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ακολουθώντας τον Άρη Βελουχιώτη.






























































