Γράφει η Άσπα Γοσποδίνη*
Στην καρδιά του περασμένου καλοκαιριού, το Υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση της ΝΔ πέρασαν τον πολύ-αναμενόμενο νέο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια [Ν. 4957/2022] με τίτλο «Νέοι ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα». Ο νέος νόμος εισήγαγε σημαντικές ακαδημαϊκές καινοτομίες και εκσυγχρονιστικές ρυθμίσεις, που ζητούσε και περίμενε για χρόνια η πανεπιστημιακή κοινότητα, καθώς και νέο μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων.
Σήμερα, στα πρώτα βήματα εφαρμογής του νόμου Κεραμέως, έχουν δημιουργηθεί μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα στην ανάδειξη της διοίκησης των πανεπιστημίων σε τρία πανεπιστήμια, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ενώ εφαρμόστηκαν οι εκλογικές διαδικασίες του νέου νόμου για την ανάδειξη της νέας Διοίκησης, παραμένουν ‘ακέφαλα’ περισσότερο από ένα μήνα, και αναγκαστικά ζητούν την παράταση της παλιάς διοίκησης για όσο διάστημα απαιτείται μέχρι την ανάδειξη της νέας διοίκησης.
Η ΠΟΣΔΕΠ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Μελών ΔΕΠ), συνδικαλιστικό όργανο των καθηγητών πανεπιστημίου προσέφυγε στο Συμβούλιο Επικρατείας, χαρακτηρίζοντας αδιαφανή την εκλογική διαδικασία και ζητώντας ακύρωση της σχετικής ΚΥΑ του νόμου.
Η δημιουργία ‘ακέφαλων πανεπιστημίων’ συμβαίνει πρώτη φορά στην ιστορική διαδρομή των ελληνικών πανεπιστημίων, παρά την αλληλουχία πολλών νόμων-πλαισίων για τα ΑΕΙ από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αξίζει λοιπόν να δούμε πώς εξελίχτηκαν τα μοντέλα διοίκησης των ελληνικών πανεπιστημίων, σε τί επέτυχαν και σε τί απέτυχαν, και τί συμβαίνει σήμερα.
Η εξέλιξη των μοντέλων διοίκησης των ελληνικών πανεπιστημίων.
Το σύγχρονο ελληνικό πανεπιστήμιο μετά τη μεταπολίτευση και ιδιαίτερα μετά την ψήφιση του νόμου πλαισίου του 1982 από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ, οικοδομήθηκε πάνω στις αρχές του (συνταγματικά κατοχυρωμένου) αυτοδιοίκητου, της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της δημοκρατικής οργάνωσης της ακαδημαϊκής ζωής και της συνεπαγόμενης αντιπροσωπευτικότητας και λογοδοσίας. Βασικό συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας των πανεπιστημίων ήταν η εκλογή των μονοπρόσωπων οργάνων (Πρόεδρος Τμήματος, Κοσμήτορας Σχολής, Πρύτανης) και των συλλογικών (Σύγκλητος, Πρυτανικό Συμβούλιο) οργάνων με καθολική άμεση ψηφοφορία από τα μέλη των αντίστοιχων εκλογικών σωμάτων. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ότι με την πάροδο του χρόνου, αυτό το πλαίσιο συχνά οδήγησε δυστυχώς σε πελατειακές σχέσεις μεταξύ των οργάνων διοίκησης και της πανεπιστημιακής κοινότητας, με συνέπεια, να κατηγορηθεί για τη δημιουργία εσωστρέφειας και αναξιοκρατίας στα ελληνικά πανεπιστήμια. Όλες οι μετέπειτα μεταρρυθμίσεις στόχευαν, ρηματικά και ουσιαστικά, κυρίως στην άρση της εσωστρέφειας και της αναξιοκρατίας με νέα μοντέλα διοίκησης.
Το 2011, για πρώτη φορά στον τομέα της παιδείας, ο νόμος Διαμαντοπούλου είχε υπερψηφισθεί διακομματικά από τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών (255 βουλευτές). Μόνον τα κόμματα της αριστεράς είχαν καταψηφίσει λόγω κυρίως της ‘έμμεσης δημοκρατίας’ που εισήγαγε στα πανεπιστήμια, καταργώντας την καθολική ψηφοφορία για την εκλογή του Πρύτανη, και μεταφέροντας την αρμοδιότητα ανάδειξης Πρύτανη στο νεοσύστατο τότε ‘Συμβούλιο Ιδρύματος’. Ο νόμος Διαμαντοπούλου δοκιμάστηκε στην πράξη για 6 χρόνια, και υπέστη κριτική λόγω των αγκυλώσεων που δημιουργούσε όπως η ισότιμη διαρχία μεταξύ Πρύτανη και Συμβουλίου Ιδρύματος, η οποία σε περιπτώσεις διαφωνίας προκαλούσε σημαντικά λειτουργικά προβλήματα. Επίσης, η συμμετοχή στη δομή του Συμβουλίου Ιδρύματος καθηγητών σε ξένα πανεπιστήμια, με μειωμένο ενδιαφέρον για το ελληνικό πανεπιστήμιο, είχε οδηγήσει συχνά σε απουσίες τους από κρίσιμες συνεδριάσεις και αποφάσεις.
Το 2018, ο νόμος Γαβρόγλου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αντί να άρει τις αγκυλώσεις του νόμου Διαμαντοπούλου και να βελτιώσει τον νόμο διατηρώντας τα θετικά αναπτυξιακά στοιχεία του, απλώς τον κατήργησε εξολοκλήρου. Κατήργησε το Συμβούλιο Ιδρύματος, και επανάφερε μια σχεδόν καθολική ψηφοφορία (εξαιρουμένων των φοιτητών) για την ανάδειξη του Πρύτανη και των Αντιπρυτάνεων. Με το πισωγύρισμα αυτό, τα ελληνικά πανεπιστήμια ξαναμπήκαν στο παλιό περιβάλλον με πελατειακές σχέσεις μεταξύ των οργάνων διοίκησης και της πανεπιστημιακής κοινότητας, ευνοώντας πάλι την εσωστρέφεια και την αναξιοκρατία.
Τον Ιούλιο 2022, η κυβέρνηση της ΝΔ στοχεύοντας στην «ακαδημαϊκή αναβάθμιση των πανεπιστημίων, την εξωστρέφεια και την αξιοκρατία», πέρασε στη Βουλή τον πολύ-αναμενόμενο νέο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, ο οποίος εισήγαγε σημαντικές ακαδημαϊκές καινοτομίες και εκσυγχρονιστικές ρυθμίσεις, τις οποίες βεβαίως για χρόνια ζητούσε η πανεπιστημιακή κοινότητα. Αυτές είναι οι εξής:
• Η κινητικότητα Erasmus (φοιτητών και καθηγητών) εντός των ελληνικών ΑΕΙ.
• Η ευελιξία στις επιλογές των φοιτητών σε σχέση με το πρόγραμμα των σπουδών τους, (μαθήματα επιλογής από άλλα τμήματα και σχολές, διπλό πτυχίο, κ.α.).
• Η δυνατότητα των βιομηχανικών διδακτορικών, με 50 χρόνια καλής πρακτικής στα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά πανεπιστήμια, και στα οποία το θέμα ορίζεται από τις βιομηχανίες της χώρας, οι οποίες αναλαμβάνουν και την υποτροφία του διδακτορικού φοιτητή.
• Η επώνυμη έδρα σπουδών η οποία επίσης μετρά δεκαετίες καλής πρακτικής στα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά πανεπιστήμια. Η συγκεκριμένη καθηγητική έδρα υποστηρίζεται οικονομικά από τον ιδιωτικό τομέα.
• Ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών (προπτυχιακά και μεταπτυχιακά), αυτόνομα ή σε σύμπραξη με ξένα πανεπιστήμια, καθώς και παραρτήματα ελληνικών πανεπιστημίων.
Όλα τα παραπάνω κινούνται σε θετική κατεύθυνση διότι αυξάνουν την εξωστρέφεια, την αξιοκρατία, και την ανάπτυξη των ελληνικών πανεπιστημίων. Στα αρνητικά στοιχεία του νέου νόμου, συγκαταλέγονται τα εξής:
• Δεν προβλέπει την απαιτούμενη αύξηση του αριθμού των καθηγητών, των ερευνητών, και του διοικητικού προσωπικού για να υπηρετήσουν τις παλαιές και τις νέες ακαδημαϊκές δράσεις των πανεπιστημίων.
• Η υποβάθμιση της Συγκλήτου. Οι αρμοδιότητες της, και ο ρόλος της περιορίζεται αποκλειστικά σε ακαδημαϊκά θέματα, και μάλιστα χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά θέματα που καθορίζουν την ανάπτυξη και το μέλλον του πανεπιστημίου. όπως η ίδρυση νέων τμημάτων, η συγχώνευση τμημάτων, και η κατάργηση τμημάτων μπορεί να γίνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου, με απόφαση του ΥΠΑΙΠΘ.
• Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα του νέου νόμου αφορά στο νέο μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων. Ο νόμος Κεραμέως επανάφερε σε ισχύ στοιχεία του παλαιότερου νόμου Διαμαντοπούλου του 2011, όπως το ‘Συμβούλιο Διοίκησης’ και την έμμεση ανάδειξη του Πρύτανη, αλλά με σημαντικές αλλαγές στην εκλογική διαδικασία.
Οι στρεβλώσεις της εκλογικής διαδικασίας για την ανάδειξη της διοίκησης των πανεπιστημίων.
Συνοψίζοντας τις βασικές διατάξεις του νόμου, το Συμβούλιο Διοίκησης είναι 11-μελές με 6 εσωτερικά και 5 εξωτερικά μέλη. Πρώτα με καθολική ψηφοφορία όλων των καθηγητών του πανεπιστημίου εκλέγονται τα έξι εσωτερικά μέλη, τα οποία στη συνέχεια εκλέγουν τα πέντε εξωτερικά μέλη με αυξημένη πλειοψηφία (5/6 ή, 4/6 σε δεύτερη ψηφοφορία). Ο Πρύτανης είναι ένα από τα έξι εσωτερικά μέλη και εκλέγεται από το 11-μελές Συμβούλιο Διοίκησης με αυξημένη πλειοψηφία (8/11). Ακολούθως ο Πρύτανης επιλέγει τους Αντιπρυτάνεις.
Ο νόμος μέχρι στιγμής εφαρμόστηκε σε δέκα πανεπιστήμια: Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Πολυτεχνείο Κρήτης και Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο. Στα πρώτα βήματα εφαρμογής του έχουν δημιουργηθεί στρεβλώσεις στην ανάδειξη των συμβουλίων διοίκησης και των πρυτανικών αρχών σε τρία πανεπιστήμια: το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, τα οποία παραμένουν ‘ακέφαλα’ για μεγάλο διάστημα, διότι η διαδικασία συγκρότησης των Συμβουλίων Διοίκησης έχει κολλήσει στην επιλογή των εξωτερικών μελών αφού τα έξι εσωτερικά μέλη, είναι χωρισμένα σε δύο «στρατόπεδα», και δεν μπορούν να καταλήξουν στα πρόσωπα που θα επιλεγούν για τις πέντε θέσεις των εξωτερικών μελών καθώς μεταξύ τους προκύπτει απόλυτη ισοψηφία (3+3).
Αυτό είναι αποτέλεσμα του προβλεπόμενου από νόμο αριθμού των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης – δηλ. είναι ζυγός, και όχι μονός αριθμός, και έχει πιθανότητες να οδηγήσει σε ισοψηφίες. Αλλά κυρίως είναι αποτέλεσμα των προβλεπόμενων εκλογικών διαδικασιών οι οποίες είναι πολύπλοκες, δαιδαλώδεις, και οδηγούν σε μεγάλες στρεβλώσεις. Ειδικότερα, στη νέα εκλογική διαδικασία, προβλέπονται κανόνες όπως η ‘ταξινομική ψήφος’ και το ‘εκλογικό μέτρο’, μέχρι και η μεταφορά ψήφων από την πρώτη στη δεύτερη και την τρίτη κατανομή. Επίσης, υπάρχουν ‘κόφτες’ από το νόμο ως προς τις προϋποθέσεις για υποψηφιότητα ως μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης, για τη θέση του Πρύτανη και των Αντιπρυτάνεων. Για παράδειγμα,
• Μόνον ένας υποψήφιος από κάθε σχολή μπορεί να εκλεγεί στα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, και επομένως, συναντάται το φαινόμενο υποψήφιοι που έχουν συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους από άλλους συνυποψηφίους τους να μην καταφέρνουν να εκλεγούν τελικά. Επίσης, η ίδια διάταξη δημιουργεί ευρύτατους αποκλεισμούς παλιών πρυτάνεων, αντιπρυτάνεων, Κοσμητόρων, Προέδρων Τμημάτων ,κ.α. Και στερεί διοικητικά έμπειρα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας από τη Διοίκηση του πανεπιστημίου.
• Με το σύστημα της ‘ταξινομικής ψήφου’, κατά την εκλογή των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου διοίκησης, οι εκλογείς ταξινομούν τους υποψηφίους κατά σειρά προτίμησης (1ος, 2ος, …….6ος) από ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο. Η εκλογή κάποιου διασφαλίζεται μόνο εφόσον έχει ξεπεράσει σε ψήφους πρώτων προτιμήσεων το ‘εκλογικό μέτρο’.
• Ως εκλογικό μέτρο ορίζεται το άθροισμα της μονάδας με το πηλίκο της διαίρεσης του αριθμού των έγκυρων ψηφοδελτίων διά του αριθμού των εκλόγιμων θέσεων συν ένα (!!!!).
• Η καταμέτρηση των ψήφων γίνεται σε ‘αλλεπάλληλους γύρους’ κατά τους οποίους εκλέγεται κάθε φορά ένας υποψήφιος εφόσον επιτυγχάνει το εκλογικό μέτρο και αποκλείεται εκείνος ο υποψήφιος με τις λιγότερες ψήφους. Στην περίπτωση που καταγραφεί περίσσευμα ψήφων σε σχέση με το εκλογικό μέτρο, τότε τα ψηφοδέλτια μεταφέρονται στη δεύτερη προτίμηση κάθε ψηφοφόρου του, ενώ στην περίπτωση απόρριψης ενός υποψηφίου όλες οι ψήφοι μεταφέρονται στην αμέσως επόμενη προτίμηση με συγκεκριμένους συντελεστές βαρύτητας κάθε φορά. Ουσιαστικά, μετακυλίεται η ψήφος και αν η πρώτη προτίμηση ενός εκλογέα δεν εκλεγεί τότε η ψήφος του μεταφέρεται στη δεύτερή του προτίμηση κ.ο.κ.
Με τέτοιες εκλογικές διαδικασίες όπως περιγράφονται παραπάνω, ούτε οι καλύτεροι εκλογολόγοι μπορούν να προβλέψουν το αποτέλεσμα. Νομίζω ελάχιστοι καθηγητές κατανόησαν το εκλογικό σύστημα, και ψήφισαν συνειδητά τις προτιμήσεις τους.
Το πρόβλημα των ακέφαλων πανεπιστημίων παραμένει σήμερα σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις, ενώ το εκλογικό σύστημα του νέου νόμου ευνοεί τις πελατειακές σχέσεις και τη διαπλοκή περισσότερο από κάθε προηγούμενο. Όταν η διαδικασία συγκρότησης των Συμβουλίων Διοίκησης κωλύεται λόγω ισοψηφίας, και συνεχίζονται για εβδομάδες οι διαβουλεύσεις μεταξύ των έξι εσωτερικών μελών του Συμβουλίου, δημιουργείται ένα περιβάλλον ευάλωτο σε πιέσεις και ανταλλάγματα για ψήφο σε συγκεκριμένα πρόσωπα για τις θέσεις των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, καθώς και για τη θέση του πρύτανη. Πολλές είναι οι δημοσιευμένες αρνητικές κριτικές στον νέο νόμο με γνώμονα τις στρεβλώσεις από την εφαρμογή του. Σταχυολογώντας, αξίζει να αναφέρουμε τις εξής:
Στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, καθηγητές γράφουν ότι «αποτέλεσμα του νέου μοντέλου διοίκησης είναι να μην υπάρχει δημοκρατική νομιμοποίηση από την πανεπιστημιακή κοινότητα των οργάνων διοίκησης, ενώ ελλοχεύει ο κίνδυνος για αδιαφανείς διαδικασίες και διαπλοκή».
Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Καθ. Τριαντάφυλλος Αλμπάνης έγραψε ότι «Η εκλογική διαδικασία έχει αναδείξει ότι είναι και πολύπλοκη και καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της ισοτιμίας της ψήφου των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας για την εκλογή ενός συγκεντρωτικού συλλογικού οργάνου, διαλύοντας έτσι τη δημοκρατική λειτουργία των Πανεπιστημίων όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το 1982».
Η ΠΟΣΔΕΠ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Μελών ΔΕΠ), έχει προσφύγει στο Συμβούλιο Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση του νόμου ως προς τις προβλεπόμενες εκλογικές διαδικασίες, υποστηρίζοντας ότι «με το νέο σύστημα εκλογής παραβιάζονται αρχές του Συντάγματος».
Στο διαφαινόμενο αδιέξοδο στα πανεπιστήμια, κατά τη γνώμη μου, διέξοδο αποτελεί η δικαίωση της προσφυγής της ΠΟΣΔΕΠ στο ΣτΕ για την αντικατάσταση του συστήματος εκλογικών διαδικασιών στο νέο νόμο, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή ανάδειξη διοίκησης σε όλα τα πανεπιστήμια, και να ελπίζουμε σε ‘νέους ορίζοντες’.
*Καθηγήτρια Πολεοδομίας & Αστικού Σχεδιασμού
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Γραμματέας του Τομέα Δημόσιων Υποδομών ΠΑΣΟΚ-Κινήματος αλλαγής






























