Τίτλοι τέλους για το ιστορικό καφενείο του Βόλου «Η Συνάντηση», που έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας που ακολούθησε, με αποτέλεσμα να μην ανοίξει, με την έναρξη των καταστημάτων εστίασης, βάζοντας τέλος σε μια πορεία ενός αιώνα ζωής.
Μετά τη συνταξιοδότηση του κ. Κώστα Παραδάκη, που λειτουργούσε το παραδοσιακό καφενείο από το 1982, τερματίζεται και η λειτουργία ενός από τα παλιότερα καταστήματα εστίασης του Βόλου, με ιστορία από τις αρχές του 19ου αιώνα, που παρέμεναν ανοιχτά μέχρι σήμερα, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το λιμάνι επί των οδών Κ. Καρτάλη και Αργοναυτών, διατηρώντας αναλλοίωτη την ατμόσφαιρα ενός από τα λίγα εναπομείναντα παραδοσιακά καφενεία, που πρόσφερε μία νοσταλγική πρόταση διασκέδασης για όλους εκείνους ήθελαν να απολαύσουν τον καφέ ή το τσίπουρό τους όπως παλιά.
Αν και πρόθεση του τελευταίου ιδιοκτήτη ήταν το ιστορικό καφενείο να περάσει στην επόμενη γενιά, δηλαδή στον γιό του, δεν το κατάφερε γιατί η ιδιοκτησία του ακινήτου, που είναι το Νοσοκομείο Βόλου ήταν απρόσωπη και τελικά δεν βρέθηκε κάποια αποδεκτή και από τις δύο πλευρές λύση.
Ο κ. Κώστας Παραδάκης, τελευταίος ιδιοκτήτης ευχαριστεί τους χιλιάδες συμπολίτες που πέρασαν από τη «Συνάντηση» για να απολαύσουν τον καφέ τους τα τελευταία 39 χρόνια και τους εύχεται υγεία.
Ο ίδιος θυμάται ότι μερικοί από τους επώνυμους που πέρασαν από το καφενείο «Συνάντηση» τις τελευταίες δεκαετίες, ήταν ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος, η γραμματέας του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα, ο λαϊκός τραγουδιστής Μενιδιάτης, ο αείμνηστος ηθοποιός Σάκης Μπουλάς και ο σεφ Άκης Πετρετζίκης.
Με τη μεγάλη ζωγραφιά του «Μουτζούρη»
Η διακόσμηση του καφενείου, μέχρι και την περίοδο πριν κλείσει, παρέμενε λιτή, με τη μεγάλη ζωγραφιά του «Μουτζούρη», του θρυλικού τρένου του Πηλίου που φιλοτέχνησε ένας Βούλγαρος πριν από 25 περίπου χρόνια, να κυριαρχεί στο εσωτερικό του καταστήματος.
Η «Συνάντηση» ήταν σημείο κατατεθέν για τη διασκέδαση στην πόλη του Βόλου εδώ από τις αρχές του 20ου αιώνα που λειτούργησε για πρώτη φορά και στα τραπέζια του απόλαυσαν τον καφέ τους χιλιάδες Βολιώτες, εν μέσω της Μικρασιατικής καταστροφής, δύο μεγάλων πολέμων και των σεισμών της δεκαετίας του ’50, της οικονομικής ανάπτυξης της Μαγνησίας τη δεκαετία του ’70 και την αποβιομηχάνιση της περιοχής που έφερε αύξηση της ανεργίας. Αποτελούσε τη συνέχεια του ξενοδοχείου «Γαλλία», που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, ενώ την εποχή του 1945, μετά τη λήξη του πολέμου ήταν ένα από τα λίγα και εμβληματικά μαγαζιά στην παραλία, όπως η “Τράπεζα Εμπορίου και Βιομηχανίας Βόλου”, το Μέγαρο Αριστείδη Λωτού (με το καφενείο Αίγλη, το πρακτορείο Λόυντ Τριεστίνο, το Γαλακτοπωλείο Νέος Κόσμος στο ισόγειο), καθώς και άλλα καφενεία σε δεσπόζουσα θέση όπως το Πλακιώνη-Δημητριούλια.
































