Το ιατρικό λάθος συνιστά μία ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της φροντίδας του ασθενή, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για εμφανή ή ιδιαίτερα επιζήμια βλάβη, η οποία ενδέχεται, να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής βλάβης, την αναπηρία ή το θάνατο του ασθενή.
Τα ιατρικά σφάλματα αποτελούν παγκοσμίως ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας και αποτελούν απειλή για την ασφάλεια των ασθενών, καθώς επηρεάζουν τον ίδιο τον ασθενή, την οικογένεια του αλλά και το εκάστοτε εθνικό σύστημα υγείας. Μέρος των αρμοδιοτήτων των ιατρών είναι να μην είναι αμελείς.
Αυτό σημαίνει πως όταν αντιμετωπίζει ένας γιατρός έναν ασθενή, θα πρέπει να:
Κάνει όλες τις κατάλληλες κλινικές, εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις
Κάνει μία ασφαλή διάγνωση
Συμπεριφέρεται βάσει της ιατρικής δεοντολογίας
Δείχνει ενδιαφέρον προς τον ασθενή
Τι είναι η ιατρική ευθύνη και σε πόσα μέρη διακρίνεται;
Η ιατρική ευθύνη αφορά σε ιατρικές ενέργειες, και ειδικότερα σε πράξεις ή παραλείψεις των ιατρών, κατά την άσκηση του ιατρικού τους επαγγέλματος. Στην Ελλάδα, διακρίνεται σε αστική, ποινική και πειθαρχική.
Αστική ή ποινική
Το ιατρικό σφάλμα ερευνάται στο αστικό ή ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του δικαίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, της πειθαρχικής ευθύνης, τα όργανα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου, μπορεί να κρίνει την υπόθεση. Κάθε περίπτωση ιατρικής αμέλειας εκδικάζεται μετά από την απαιτούμενη διερεύνηση, από τα δικαστήρια της πολιτείας.
Η αστική ευθύνη του γιατρού, βασίζεται στο γεγονός ότι η σχέση που συνδέει τον ασθενή και τον γιατρό, έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως, οπότε και η μη εκπλήρωση ή η πλημμελής ή η ελλιπής εκτέλεσή της, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Ο ιατρός, μετά ταύτα, αδικοπρακτεί, κατά τον αστικό κώδικα, δηλαδή εξαιτίας του ιατρικού του σφάλματος, προκαλεί στον ασθενή βλάβη της υγείας του (ή της ζωής του), υπαιτίως (συνήθως δηλαδή εξ αμελείας) ζημιώνοντας τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο παράνομα και υπαίτια , ώστε να υποχρεούται να τον αποζημιώσει, κατά τις ειδικότερες διατάξεις του αστικού κώδικα.
Η ποινική ευθύνη του ιατρού, στοιχειοθετείται όταν με πράξεις ή παραλείψεις του ιατρού παραβιάζονται ευθέως διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή ειδικών ποινικών νόμων. Η ποινική ευθύνη δεν σχετίζεται κατ’ ανάγκη με την αστική, με αποτέλεσμα πολύ συχνά μία ιατρική συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) να επιφέρει τόσο ποινική, όσο και αστική ευθύνη. Απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδοθεί στον ιατρό ποινική ευθύνη για ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρα 302, 314 και 28 ΠΚ), είναι ο ιατρός να έχει ενεργήσει με τρόπο που να συνιστά κολάσιμη ποινικά συμπεριφορά. Τέλος, μία ποινική καταδίκη επιφέρει, αυτομάτως, αμαύρωση του ποινικού μητρώου του ιατρού, καθώς και εκκίνηση πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του, ενώ δεν προβλέπονται αντίστοιχες συνέπειες στο πεδίο της αστικής ευθύνης.
Τα τελευταία χρόνια τα ιατρικά λάθη έχουν αυξηθεί σημαντικά σε όλο τον πλανήτη, με αποτέλεσμα να έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε έναν κλάδο δικαίου με επίκεντρο την πλημμελή ιατρική συμπεριφορά και την ποινική και αστική αντιμετώπιση του ιατρικού σφάλματος.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημο σύστημα καταγραφής των ιατρικών λαθών. Οι επιστημονικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα στη χώρα μας, αναδεικνύουν τη ραγδαία αύξηση των υποθέσεων ιατρικής αμέλειας, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη ψυχική και σωματική βλάβη του ασθενούς, προκαλώντας ακόμη και το θάνατο. Η εξέλιξη αυτή, οδήγησε αναπόφευκτα σε ένα τεράστιο κύμα αγωγών και μηνύσεων εναντίον τόσο των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και κλινικών (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα), όσο και εναντίον των επαγγελματιών υγείας (ιατρών και νοσηλευτών).
Τα Ελληνικά Δικαστήρια, έχουν αποδείξει έμπρακτα ότι τα ιατρικά λάθη πρέπει να τιμωρούνται και οι παθόντες να βρίσκουν τη δικαίωση που τους αξίζει. Τα τελευταία 20 χρόνια τα Ελληνικά Δικαστήρια, έχουν επιδικάσει υψηλά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, τόσο για την ηθική βλάβη που οφείλεται στην ιατρική αμέλεια, όσο και για τη ψυχική οδύνη της οικογένειας, σε περίπτωση θανάτου.
ΤΙ πρέπει να γίνει:
ενημέρωση του ασθενή
ενημέρωση της οικογένειας
ενημέρωση της ομάδας περίθαλψης
καταγραφή του ιατρικού σφάλματος
Ακόμα και σήμερα ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει ότι ο ιατροδικαστής είναι ο ειδικός επιστήμονας για την αξιολόγηση των ιατρικών λαθών. Δυστυχώς η συγκεκριμένη γνώση λείπει ακόμα και από ανθρώπους που διαχειρίζονται υποθέσεις ιατρικών λαθών, όπως οι δικηγόροι.
Τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης των ιατρικών λαθών από την ιατροδικαστική επιστήμη καθορίζουν οι σχετικές ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες. Πρόσφατα μάλιστα και η χώρα μας υιοθέτησε πλήρως το ευρωπαϊκό μοντέλο ειδικότητας αυξάνοντας μάλιστα την εκπαίδευση των ιατροδικαστών στα πέντε χρόνια. Συνεπώς, ο ιατροδικαστής και στη χώρα μας είναι ο επιστήμονας που καλείται βάση των ειδικών γνώσεων που διαθέτει να διαχειριστεί τις υποθέσεις ιατρικών σφαλμάτων.
Η αρμοδιότητα αυτή του ιατροδικαστή έχει κατοχυρωθεί από τον καθορισμό του γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Είναι σημαντικό λοιπόν όποιος θεωρεί ότι εμπλέκεται σε πιθανή υπόθεση ιατρικού σφάλματος να επισκέπτεται άμεσα έναν ιατροδικαστή. Στην πρώτη επίσκεψη θα πρέπει να προσκομίζει όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά (κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις, πιθανά πρακτικά χειρουργείου κά) καθώς και ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης.
Ο ιατροδικαστής στη συνέχεια αφού μελετήσει όλο το σχετικό υλικό και το αξιολογήσει, θα μπορέσει να δώσει μία τεκμηριωμένη απάντηση για το αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα στοιχειοθέτησης ιατρικής ευθύνης. Είναι σημαντικό αυτή η διαδικασία να προηγείται οποιασδήποτε νομικής ενέργειας. Μόνο με αυτό τον τρόπο τα θύματα ενός πιθανού ιατρικού σφάλματος δεν θα γίνουν για δεύτερη φορά θύματα μιας νομικής διαδικασίας που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχει αίσιο τέλος.
Στη συνέχεια και εφόσον πληρούνται τα κριτήρια στοιχειοθέτησης ο ιατροδικαστής θα κλιθεί να συντάξει μία γνωμοδότηση. Δεν είναι λίγες οι φορές ειδικά τα τελευταία χρόνια, που μία πλήρως τεκμηριωμένη ιατροδικαστική γνωμοδότηση οδηγεί τις ασφαλιστικές εταιρείες των εμπλεκόμενων ιατρών στο να συμβιβαστούν εξωδικαστικά.
Τέλος σε περίπτωση πιθανού ιατρικού σφάλματος με μοιραία κατάληξη είναι σημαντικό να ακολουθείται η διαδικασία της νεκροψίας νεκροτομής, έτσι ώστε να υπάρχει μία πλήρης εικόνα των αιτιών θανάτου. Σε περίπτωση, δε, που η οικογένεια το επιθυμεί υπάρχει η δυνατότητα διορισμού τεχνικού συμβούλου, ο οποίος θα εξασφαλίσει το αντικειμενικό και αδιάβλητο αποτέλεσμα μίας τέτοιας διαδικασίας. Τα ιατρικά λάθη και στη χώρα μας αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς.
Το θέμα είναι να προσαρμοστούμε όλοι στα νέα δεδομένα και κυρίως να γνωρίζουμε σε ποιους πρέπει να απευθυνθούμε όταν εμπλακούμε σε μία τέτοια διαδικασία.
Σε υπόθεση ιατρικού λάθους ο άμεσα ενδιαφερόμενος ή σε περίπτωση απώλειας ζωής οι συγγενείς του, έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν οι ίδιοι ιδιώτη ιατροδικαστή-τεχνικό σύμβουλο ο οποίος θα τους καθοδηγήσει στο να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα ιατρικά τεκμήρια και να στοιχειοθετήσει την υπόθεση.
Βασική προϋπόθεση στη σωστή καταγραφή των ιατρικών σφαλμάτων είναι η ορθή αξιολόγησή τους. Καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση των υποθέσεων ιατρικής ευθύνης έχει ο ιατροδικαστής. Πράγματι και στη χώρα μας οι ιατροδικαστές καλούνται να εκτιμήσουν κατά πόσο ένα θανατηφόρο περιστατικό ή μία σωματική βλάβη ή αναπηρία οφείλεται σε ιατρικό λάθος. Ειδικά στα θανατηφόρα περιστατικά όσο πιο έγκαιρα κληθεί ένας ιατροδικαστής να συμμετάσχει σε μία διαδικασία αξιολόγησης τόσο πιο εκλογικευμένη και αξιόπιστη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας ακολουθείτε.
Συγκεκριμένα στα θανατηφόρα περιστατικά, που οι συγγενείς θεωρούν ότι έχασαν τον άνθρωπό τους συνεπεία ιατρικού σφάλματος, είναι σημαντικό να γνωρίζουν ότι η μόνη εξέταση που μπορεί να αποκαλύψει τα πραγματικά αίτια του θανάτου είναι αυτή της νεκροψίας- νεκροτομής. Συνεπώς οι συγγενείς του θανόντος όχι μόνο δεν θα πρέπει να αντιτίθενται σε μία τέτοια διαδικασία, αλλά και να την επιδιώκουν. Είναι εύλογο ότι αν αυτή η ιατρική πράξη δεν πραγματοποιηθεί τον κατάλληλο χρόνο, αμέσως μετά το μοιραίο, προφανώς δεν δύναται να πραγματοποιηθεί σε άλλο χρόνο.
Επιπλέον οι συγγενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι σε αυτή τη φάση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν το διορισμό τεχνικού συμβούλου. Ο τεχνικός σύμβουλος είναι ένας ιατροδικαστής που οι ίδιοι επιλέγουν και που συμμετέχει τόσο στη διαδικασία νεκροψίας- νεκροτομής όσο και στο σύνολο των εργαστηριακών εξετάσεων (τοξικολογικές, ιστολογικές, κ.α) που ακολουθούν. Συνεπώς οι συγγενείς θα έχουν ως σύμβουλο έναν ειδικό επιστήμονα που θα τους εξασφαλίσει την πλήρη αποκάλυψη της επιστημονικής αλήθειας. Η διαδικασία αυτή βέβαια θα πρέπει να συνδυάζεται με την ενδελεχή μελέτη του ιατρικού φακέλου του θανόντος, στοιχεία τα οποία έχουν κάθε δικαίωμα οι συγγενείς να αναζητούν, αλλά και τα νοσηλευτικά ιδρύματα να αποδίδουν.
Με την εφαρμογή όλων των ανωτέρω είναι βέβαιο ότι οι ιατροδικαστές οδηγούνται σε ασφαλή συμπεράσματα αλλά και οι ενδιαφερόμενοι εξασφαλίζουν μία ορθή αρχική και καθοριστική εκτίμηση της υπόθεσής τους. Μέχρι να αποκτήσουμε αξιόπιστα ποσοτικά στοιχεία για τα θανατηφόρα ιατρικά λάθη στην Ελλάδα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη σωστή αξιολόγηση αυτών των περιστατικών. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε έγκυρα και έγκαιρα να εξασφαλίσουμε ότι αφενός η ευθύνη θα αποδίδεται με ορθότητα και αφετέρου θα τεθούν και στη χώρα μας οι σωστές βάσεις για τη δημιουργία επίσημων στατιστικών στοιχείων.
Πηγή: Περιοδικό ΕΥ ΖΗΝ του Ομίλου Καρεκλίδη































