Η Ελλάδα, η Μεσόγειος, ο Νίξον και ο Ζαν Μονέ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
* Πέτρος Βαμβακάς, Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Διεθνών Σχέσεων, Emmanuel College, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής Μεσογείου, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ - Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ

Ο Φερνάντ Μπροντέλ στο έργο του Η Μεσόγειος και ο Μεσογειακός Κόσμος την Εποχή του Φιλίππου Β΄ αναδεικνύει τη σημασία της γεωγραφίας και των περιβαλλοντικών παραγόντων στη διαμόρφωση της ιστορικής εξέλιξης, υποστηρίζοντας ότι οι μακροχρόνιες γεωγραφικές και περιβαλλοντικές δομές συχνά υπερβαίνουν σε σημασία την εκάστοτε πολιτική συγκυρία. Υπό αυτό το πρίσμα, η εξέταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αναδεικνύει ένα διαχρονικό έλλειμμα στρατηγικού βάθους. Η ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχει συχνά επικεντρωθεί στη διαχείριση και αποτροπή της έντασης, με αποτέλεσμα η αποφυγή της σύγκρουσης να καθίσταται, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοσκοπός. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως έκφραση μιας αμυντικής στρατηγικής, η οποία περιορίζει την ικανότητα της Ελλάδας να διαμορφώνει ενεργητικά την περιφερειακή ατζέντα.

Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις προφανείς προκλήσεις και τους κινδύνους που εμπεριέχει, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας για την Ελλάδα. Η ιδιαίτερη γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς και ευρωατλαντικούς θεσμούς, καθώς και η δυνατότητα διασύνδεσης της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, της προσδίδουν συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία δεν έχουν αξιοποιηθεί στον βαθμό που θα μπορούσαν.

Η Ελλάδα θα μπορούσε, επομένως, να επιδιώξει όχι απλώς την αποτροπή μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, αλλά τη μετατροπή της υφιστάμενης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης σε αφετηρία μιας ευρύτερης περιφερειακής αναδιοργάνωσης. Στόχος μιας τέτοιας στρατηγικής θα ήταν η μετατόπιση της περιφερειακής λογικής από τον ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος προς ένα μοντέλο αμοιβαιότητας, συνεργασίας και κοινών συμφερόντων.

Οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών καταδεικνύουν, ωστόσο, μια διαφορετική τάση. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς και η ισραηλινή απάντηση στην επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023, έχουν επαναφέρει στο διεθνές σύστημα αντανακλαστικά που παραπέμπουν σε προηγούμενες περιόδους μεγάλης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η επανεμφάνιση της λογικής των στρατιωτικών συνασπισμών, των ανταγωνιστικών αξόνων και της μηδενικού αθροίσματος αντίληψης των διεθνών σχέσεων κινδυνεύει να επισκιάσει τα επιτεύγματα των τελευταίων οκτώ δεκαετιών στον τομέα της ευρωπαϊκής ειρήνης, της οικονομικής συνεργασίας και της περιφερειακής ευημερίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα διαθέτει μια ιδιαίτερη ιστορική και γεωπολιτική θέση. Η εμπειρία των καταστροφικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένης της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και η γεωγραφική της θέση στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, καθιστούν τη χώρα δυνητικό παράγοντα σταθερότητας. Η στρατηγική σημασία της ελληνικής χερσονήσου, σε συνδυασμό με το εκτεταμένο νησιωτικό σύμπλεγμα και τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια εξωτερική πολιτική που δεν θα περιορίζεται στην αντίδραση στις πρωτοβουλίες τρίτων, αλλά θα επιδιώκει τη διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης.

Η Ανατολική Μεσόγειος θα μπορούσε, υπό αυτή την έννοια, να αντιμετωπιστεί όχι ως χώρος μόνιμου ανταγωνισμού, αλλά ως δυνητικός γεωπολιτικός χώρος συνεργασίας. Η αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων, των θαλάσσιων δικτύων, των εμπορικών διαδρομών και των υποδομών θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής αμοιβαίου οφέλους. Η επιδίωξη μιας τέτοιας αρχιτεκτονικής δεν προϋποθέτει την άρνηση των υπαρκτών διαφορών, αλλά τη δημιουργία θεσμών και μηχανισμών που θα καθιστούν τη συνεργασία περισσότερο επωφελή από τη σύγκρουση.

Στο σημείο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία δύο ιστορικά παραδείγματα: ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Ζαν Μονέ. Η επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα το 1972 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικής ανατροπής των υφιστάμενων γεωπολιτικών δεδομένων. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και ο πόλεμος στο Βιετνάμ εξακολουθούσε να αποτελεί σοβαρό στρατηγικό και πολιτικό βάρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αμερικανική προσέγγιση προς την Κίνα υπήρξε μια επιλογή υψηλού πολιτικού και γεωπολιτικού ρίσκου. Η κίνηση αυτή δεν αποτέλεσε απλώς διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά συνέβαλε στην αναδιαμόρφωση της στρατηγικής ισορροπίας του Ψυχρού Πολέμου και στην αλλαγή της διεθνούς ατζέντας προς όφελος των αμερικανικών συμφερόντων. Το παράδειγμα του Νίξον καταδεικνύει ότι η στρατηγική δεν συνίσταται αποκλειστικά στη διαχείριση των υφιστάμενων συσχετισμών ισχύος. Περιλαμβάνει, κυρίως, την ικανότητα μιας πολιτικής ηγεσίας να μεταβάλλει τους ίδιους τους όρους μέσα στους οποίους διαμορφώνονται αυτοί οι συσχετισμοί.

Ακόμη σημαντικότερο για την περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου είναι, ωστόσο, το παράδειγμα του Ζαν Μονέ και του Ρομπέρ Σουμάν. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα αποτέλεσε μια θεσμική καινοτομία ακριβώς επειδή επιχείρησε να μετατρέψει έναν ιστορικό ανταγωνισμό σε σχέση αμοιβαίας εξάρτησης. Η γαλλογερμανική αντιπαράθεση, η οποία είχε συμβάλει σε καταστροφικούς πολέμους επί σειρά γενεών, δεν αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά μέσω της στρατιωτικής ισορροπίας ή της αποτροπής. Αντιθέτως, δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο στο οποίο η συνεργασία κατέστη θεσμικά και οικονομικά συμφερότερη από τη σύγκρουση.

Αυτό το ευρωπαϊκό παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο στρατηγικής σκέψης για την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα προώθησης ενός περιφερειακού μοντέλου συνεργασίας, στο οποίο η ενέργεια, οι θαλάσσιες ζώνες, οι υποδομές και το εμπόριο θα αποτελούσαν όχι πεδία αποκλειστικού ανταγωνισμού, αλλά εργαλεία δημιουργίας αμοιβαίας εξάρτησης και κοινών συμφερόντων. Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα εξάλειφε τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Θα μπορούσε, όμως, να μεταβάλει το στρατηγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εξελίσσονται.

Η Ελλάδα οφείλει, συνεπώς, να αποδεσμευθεί από μια εξωτερική πολιτική που καθορίζεται υπέρμετρα από τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος. Η εμπειρία της Κύπρου, οι κρίσεις στο Αιγαίο και οι ιστορικές ελληνοτουρκικές αντιπαραθέσεις έχουν διαμορφώσει ένα ισχυρό αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο είναι απολύτως κατανοητό σε ιστορικό επίπεδο. Δεν θα πρέπει, όμως, να μετατρέπεται σε μόνιμο στρατηγικό περιορισμό.

Η μπροντελιακή προσέγγιση αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται την Ανατολική Μεσόγειο και τον ελλαδικό χώρο όχι αποκλειστικά ως σύνολο κυρίαρχων κρατικών οντοτήτων, αλλά ως ενιαίο γεωστρατηγικό χώρο στον οποίο διασταυρώνονται ιστορικές, οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές δυναμικές. Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει συχνά περιορίσει την αντίληψη της στρατηγικής της θέσης στην υπεράσπιση της εδαφικής κυριαρχίας και στην απόρριψη των τουρκικών διεκδικήσεων.

Η διαφορά αυτή στην αντίληψη του γεωπολιτικού χώρου είναι κρίσιμη. Η Τουρκία επιδιώκει να λειτουργεί ως αναθεωρητική δύναμη, διευρύνοντας τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να ασκεί επιρροή, ενώ η Ελλάδα συχνά περιορίζεται στην προσπάθεια διατήρησης του υφιστάμενου status quo. Η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι, επομένως, απλώς να αντιμετωπίσει την τουρκική αναθεωρητικότητα, αλλά να δημιουργήσει ένα περιφερειακό πλαίσιο στο οποίο το κόστος της σύγκρουσης θα υπερβαίνει τα οφέλη της.

Από αυτή την άποψη, η ιστορική εμπειρία της μεταπολεμικής Ευρώπης είναι ιδιαίτερα διδακτική. Η Γερμανία δεν μετατράπηκε σε δύναμη σταθερότητας αποκλειστικά μέσω της στρατιωτικής αποτροπής, αλλά και μέσω της δημιουργίας θεσμών που συνέδεσαν τα συμφέροντά της με εκείνα των πρώην αντιπάλων της. Η λογική αυτή της αμοιβαιότητας μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο θεωρητικό υπόδειγμα για την Ανατολική Μεσόγειο.

Η ιδιαιτερότητα της περιοχής οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία μοιράζονται έναν ιστορικά ενιαίο γεωγραφικό χώρο. Από την εποχή της Ρωμαϊκής και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως τη σύγχρονη εποχή, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτέλεσαν χώρο διαρκούς αλληλεπίδρασης μεταξύ πληθυσμών, πολιτισμών και πολιτικών οντοτήτων.

Ο χώρος αυτός εξακολουθεί να αποτελεί ζωτικό γεωπολιτικό πεδίο και για τις δύο χώρες. Για την Τουρκία, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος συνδέονται με τη δυνατότητα προβολής ισχύος προς τη Μεσόγειο και πέραν αυτής. Για την Ελλάδα, η ίδια γεωγραφική πραγματικότητα συνδέεται όχι μόνο με την κρατική της υπόσταση, αλλά και με την ευρύτερη έννοια του Ελληνισμού, ο οποίος ιστορικά υπερβαίνει τα σύγχρονα κρατικά σύνορα.

Εδώ ανακύπτει ένα βαθύτερο ζήτημα πολιτικής ταυτότητας. Η σύγχρονη Ελλάδα, ως κρατική οντότητα που διαμορφώθηκε μέσα από τις ανακατατάξεις του 19ου και του 20ού αιώνα, αποτελεί μόνο ένα τμήμα του ιστορικού και πολιτισμικού χώρου του Ελληνισμού. Η διαφορά μεταξύ της κρατικής Ελλάδας και της ευρύτερης πολιτισμικής έννοιας του Ελληνισμού έχει διαμορφώσει διαχρονικά διαφορετικές αντιλήψεις για τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας.

Η ένταση αυτή εκφράστηκε χαρακτηριστικά στη μεταπολεμική Ελλάδα μέσα από το δίλημμα μεταξύ της ευρωπαϊκής και της ευρύτερης ελληνικής ταυτότητας. Η αντιπαράθεση μεταξύ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου κατά τη δεκαετία του 1970, με χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς τα συνθήματα «Η Ελλάδα ανήκει στη Δύση» και «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», αποτύπωσε, έστω σχηματικά, μια βαθύτερη διαμάχη για τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας.

Το δίλημμα αυτό, αν και ιστορικά απλουστευτικό, εξακολουθεί να έχει αναλυτική αξία. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντίθετη προς τη μεσογειακή της ταυτότητα. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους ευρωατλαντικούς θεσμούς μπορεί να αποτελέσει πηγή πρόσθετης γεωπολιτικής ισχύος, ακριβώς επειδή η χώρα βρίσκεται στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό σύνορο. Είναι ταυτόχρονα μεσογειακός κόμβος. Η γεωγραφική αυτή ιδιότητα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο της εξωτερικής της πολιτικής, εφόσον μετατραπεί από παθητικό γεωγραφικό δεδομένο σε ενεργητικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα δεν θα πρέπει να επιδιώκει να λειτουργεί αποκλειστικά ως «προπύργιο» της Ευρώπης απέναντι στις απειλές που προέρχονται από τον Νότο ή την Ανατολή. Θα πρέπει να επιδιώξει να καταστεί κόμβος που συνδέει την Ευρώπη με τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Η έννοια του προπυργίου περιορίζει τη στρατηγική της λειτουργία στην άμυνα, ενώ η έννοια του κόμβου της επιτρέπει να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της ως εργαλείο επιρροής.

Αυτό προϋποθέτει μια περισσότερο ευέλικτη και εξωστρεφή εξωτερική πολιτική. Η υπερβολική ενασχόληση με τους ελληνοτουρκικούς συσχετισμούς ισχύος έχει συχνά ως αποτέλεσμα να εγκλωβίζει την ελληνική στρατηγική σε μια αμυντική και αντιδραστική λογική. Όταν η πολιτική μιας χώρας καθορίζεται πρωτίστως από τις κινήσεις ενός άλλου κράτους, η πρωτοβουλία μεταφέρεται αναπόφευκτα στον αντίπαλο.

Η Τουρκία έχει αντιληφθεί τη γεωπολιτική αξία του ελλαδικού χώρου και επιδιώκει συστηματικά να διευρύνει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αναζήτηση εξωτερικών αντίβαρων ή στην προσφυγή στη διεθνή κοινότητα. Η προσφυγή στο διεθνές δίκαιο είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης γεωπολιτικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα χρειάζεται, επομένως, μια στρατηγική βάθους, η οποία θα υπερβαίνει την καθημερινή διαχείριση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας, στη θεσμική της ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, στην οικονομική της δυνατότητα και, κυρίως, στην ικανότητά της να λειτουργεί ως παράγοντας περιφερειακής διασύνδεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου της θάλασσας αποτελούν αναγκαία στοιχεία. Η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει την αποσαφήνιση των θαλάσσιων ορίων της και, όπου είναι εφικτό, την επίτευξη συμφωνιών οριοθέτησης με τα γειτονικά κράτη. Παράλληλα, θα μπορούσε να προωθήσει μια ευρύτερη περιφερειακή συζήτηση για τη διαχείριση των θαλάσσιων και ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.

Η πρόταση θα μπορούσε να αντλήσει έμπνευση από το θεσμικό προηγούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα του 1951. Δεν πρόκειται για μηχανιστική μεταφορά ενός ευρωπαϊκού μοντέλου σε μια εντελώς διαφορετική περιοχή, αλλά για την αξιοποίηση μιας θεμελιώδους αρχής: τη δημιουργία αλληλεξαρτήσεων που καθιστούν τη συνεργασία περισσότερο συμφέρουσα από τη σύγκρουση.

Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στην Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένων των διαφορών σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες, το Κυπριακό και την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση. Ωστόσο, ακριβώς η πολυπλοκότητα της περιοχής καθιστά αναγκαία μια αλλαγή στρατηγικής προσέγγισης.

Η μετατόπιση της περιφερειακής ατζέντας από τον ανταγωνισμό προς την αμοιβαιότητα δεν θα εξάλειφε τις συγκρούσεις συμφερόντων. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει νέες δομές κινήτρων. Η οικονομική συνεργασία, η ενεργειακή διασύνδεση, οι μεταφορές, οι υποδομές και η διαχείριση των θαλάσσιων πόρων μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί οικοδόμησης εμπιστοσύνης, εφόσον ενταχθούν σε ένα συνεκτικό περιφερειακό πλαίσιο.

Η Ελλάδα έχει, επομένως, τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ δύο διαφορετικών στρατηγικών ρόλων. Ο πρώτος είναι ο ρόλος του κράτους που αντιδρά στις πρωτοβουλίες των άλλων και επιδιώκει διαρκώς την εξισορρόπηση της τουρκικής ισχύος. Ο δεύτερος είναι ο ρόλος του κράτους που επιχειρεί να διαμορφώσει τους ίδιους τους κανόνες και τους θεσμούς της περιφερειακής τάξης.

Ο πρώτος ρόλος παραπέμπει σε μια λογική διαχείρισης του υφιστάμενου ανταγωνισμού. Ο δεύτερος προϋποθέτει στρατηγική πρωτοβουλία. Υπό αυτή την έννοια, το παράδειγμα του Νίξον μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα ένα μάθημα σχετικά με τη σημασία της στρατηγικής ανατροπής, ενώ το παράδειγμα των Monnet και Schuman ένα ακόμη βαθύτερο μάθημα σχετικά με τη δυνατότητα μετατροπής της σύγκρουσης συμφερόντων σε θεσμοποιημένη συνεργασία.

Η Ελλάδα διαθέτει τα γεωγραφικά, θεσμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά για να επιχειρήσει μια τέτοια στρατηγική. Η γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, οι σχέσεις της με τις παράκτιες χώρες της Μεσογείου και η δυνατότητα αξιοποίησης της λεγόμενης «ήπιας ισχύος» της δημιουργούν ένα σύνθετο πλέγμα πλεονεκτημάτων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν αυτά τα πλεονεκτήματα θα παραμείνουν απλώς γεωγραφικά και θεσμικά δεδομένα ή εάν θα μετατραπούν σε στρατηγικό κεφάλαιο.

Η πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι, συνεπώς, να επιλέξει μεταξύ της Ευρώπης και της Μεσογείου, μεταξύ της αποτροπής και της συνεργασίας ή μεταξύ της εθνικής ασφάλειας και της περιφερειακής ευημερίας. Το ζητούμενο είναι να συνδυάσει αυτές τις διαστάσεις σε μια συνεκτική στρατηγική. Μια Ελλάδα που θα λειτουργεί ταυτόχρονα ως ευρωπαϊκό κράτος, μεσογειακός κόμβος και παράγοντας περιφερειακής συνεργασίας θα μπορούσε να υπερβεί τη λογική της διαρκούς αντίδρασης και να αναλάβει πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση της Ανατολικής Μεσογείου ως χώρου σταθερότητας, συνεργασίας και αμοιβαίου οφέλους.

Αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, το ουσιαστικότερο μάθημα, τόσο από τον Νίξον όσο και από τον Μονέ: η στρατηγική ισχύς δεν έγκειται μόνο στην ικανότητα ενός κράτους να αντιμετωπίζει τις κρίσεις, αλλά και στην ικανότητά του να δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι κρίσεις καθίστανται λιγότερο πιθανές.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.