Από την 1η Απριλίου 2027 η εισφορά που παρακρατείται από τον εργαζόμενο μειώνεται κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, από 13,37% σε 12,87%. Η εργοδοτική εισφορά παραμένει αμετάβλητη στο 21,79%.
Η διαφορά στην τσέπη είναι συγκεκριμένη και εύκολα υπολογίσιμη
– Για κάθε 1.000 ευρώ μικτών ασφαλιστέων αποδοχών, η μείωση της εισφοράς αντιστοιχεί σε περίπου 5 ευρώ τον μήνα.
– Για 1.200 ευρώ μικτά, το όφελος είναι περίπου 6 ευρώ τον μήνα.
– Για 1.500 ευρώ μικτά, περίπου 7,50 ευρώ τον μήνα.
– Για 2.000 ευρώ μικτά, περίπου 10 ευρώ τον μήνα.
-Για 3.000 ευρώ μικτά, η μείωση των ασφαλιστικών κρατήσεων φτάνει περίπου τα 15 ευρώ τον μήνα, πριν υπολογιστεί η φορολογική επίδραση.
Το τελευταίο στοιχείο έχει σημασία, καθώς η μείωση των ασφαλιστικών κρατήσεων δεν μετατρέπεται αυτομάτως ολόκληρη σε καθαρό μισθό. Ο φόρος εισοδήματος επηρεάζει το τελικό ποσό.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα οτι εργαζόμενος 40 ετών, με ένα παιδί και μικτό μισθό 3.000 ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κυβέρνησης, θα δει τον καθαρό μισθό του να αυξάνεται από 2.109 σε 2.119 ευρώ.
Δηλαδή 10 ευρώ τον μήνα.
Αυτό είναι το πραγματικό μέγεθος της ελάφρυνσης που προκύπτει από τη συγκεκριμένη παρέμβαση.
Χωρίς μείωση για τις επιχειρήσεις
Η δεύτερη παράμετρος του μέτρου είναι ότι η μείωση αφορά αποκλειστικά την πλευρά του εργαζομένου.
Οι εργοδοτικές εισφορές παραμένουν στο 21,79%. Επομένως, η νέα μείωση κατά 0,5 μονάδα δεν μειώνει το μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων.
Για μια επιχείρηση που απασχολεί εργαζόμενο με 1.000 ευρώ μικτά, για παράδειγμα, δεν υπάρχει αντίστοιχη μείωση των εργοδοτικών εισφορών από το συγκεκριμένο μέτρο.
Και αυτό συμβαίνει την ίδια περίοδο που προβλέπεται νέα αύξηση του κατώτατου μισθού.
Τι γίνεται στον κατώτατο μισθό
Το κυβερνητικό σενάριο προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί από τα 920 ευρώ σήμερα στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στη συνέχεια στα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Ωστόσο από την 1η Ιανουαρίου 2028 η διαμόρφωση των κατώτατων αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα ξεφεύγει από το παραδοσιακό τραπέζι των πολιτικών και συνδικαλιστικών διαπραγματεύσεων και περνάει στα χέρια ενός αυτόματου μαθηματικού αλγορίθμου.
Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τις υποκειμενικές πολιτικές αποφάσεις με αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα. Ο αλγόριθμος θα τροφοδοτείται με στοιχεία που θα εκδίδει επισήμως η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και θα στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες:
Τον πληθωρισμό: Δεν θα εξετάζεται ο γενικός δείκτης, αλλά ο εξειδικευμένος δείκτης τιμών που αφορά το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κλίμακας των νοικοκυριών. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα προστατεύεται άμεσα η αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων εργαζομένων απέναντι στην ακρίβεια.
Την παραγωγικότητα: Οι αυξήσεις θα συνδέονται οργανικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, την αποδοτικότητα της εργασίας και τους γενικότερους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας.Παράλληλα, εισάγεται μια κρίσιμη ασφαλιστική δικλείδα, η λεγόμενη «ρήτρα μη μείωσης». Ο νόμος προβλέπει ρητά ότι σε περίπτωση οικονομικής ύφεσης ή αποπληθωρισμού, ο κατώτατος μισθός θα «κλειδώνει» στα υφιστάμενα επίπεδα και δεν θα μπορεί να μειωθεί, αποτρέποντας φαινόμενα βίαιης απομείωσης των μισθών όπως αυτά που βίωσε η χώρα κατά την περίοδο των μνημονίων.
Πηγή: dnews.gr































