Πήγαιναν περίπου τρεις μήνες που τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της οικογένειας Σεχίδη, στον Λιμένα της Θάσου, ήταν ερμητικά κλειστά εκείνο το καλοκαίρι του 1996. Από την τετραμελή οικογένεια Σεχίδη, οι γείτονες έβλεπαν, αραιά και πού, μόνο τον Θεόφιλο. Ο 24χρονος φοιτητής είχε πάει στο νησί στις αρχές Μαΐου, από την Κομοτηνή όπου σπούδαζε Νομική, για να περάσει το καλοκαίρι με τους δικούς του. Σ’ αυτούς που τον ρωτούσαν έλεγε ότι οι γονείς του είχαν φύγει στο εξωτερικό με την αδελφή του, για να κάνει αποτοξίνωση από τα ναρκωτικά. Οι μαθητές του δημοτικού σχολείου στην Ποταμιά, όπου ο πατέρας του ήταν διευθυντής, είχαν μείνει χωρίς ενδεικτικά και απολυτήρια, αλλά όλοι κατανόησαν το πρόβλημα και δεν το έκαναν θέμα. Άλλωστε, δεν είχαν και πολλά πολλά με την οικογένεια Σεχίδη, που ήταν κλειστή και χωρίς ιδιαίτερες επαφές με τη γειτονιά.
Εκείνο το διάστημα, ο 57χρονος θείος του Θεόφιλου είχε έρθει από το Βέλγιο, όπου έμενε μόνιμα, για καλοκαιρινές διακοπές. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησε να απαντά στις κλήσεις της συζύγου του. Εκείνη ανησύχησε και ενημέρωσε τις βελγικές αρχές, αλλά οι έρευνες της τοπικής αστυνομίας δεν έφεραν αποτέλεσμα. Ήταν αρχές Αυγούστου του 1996, όταν η γυναίκα αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, για να δει από κοντά τι είχε συμβεί. Πήρε τον γιο της και πέταξαν για τη Θεσσαλονίκη. Πήγαν κατευθείαν στον Τριπόταμο της Φλώρινας, απ’ όπου καταγόταν ο άντρας της. Δύο ημέρες αργότερα έφτασε στο χωριό και ο Θεόφιλος. Αναζητούσε κι αυτός τους δικούς του, που είχαν εξαφανιστεί. Ρωτούσε χωριανούς, φίλους και γνωστούς, αλλά κανείς δεν τους είχε δει.
Η θεία του 24χρονου φοιτητή δεν έβγαλε άκρη. Ο σύζυγός της ήταν άφαντος. Ανήσυχος και ο Θεόφιλος, πήγε μέχρι το τοπικό τμήμα για να πιέσει τους αστυνομικούς να βρουν την οικογένειά του και τον θείο του. Ωστόσο, η γυναίκα άρχισε να υποπτεύεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του την έβαλαν σε σκέψεις. Κατάλαβε ότι έπαιζε θέατρο. Και ότι ήξερε πολύ περισσότερα απ’ όσα της έλεγε. Έτσι ζήτησε από τις αρχές της Καβάλας να μπουν στις έρευνες. Οι αστυνομικοί που έφτασαν τις επόμενες ημέρες στο Λιμένα της Θάσου βρήκαν το σπίτι κλειστό. Οι γείτονες είπαν ότι η οικογένεια είχε καιρό να φανεί. «Μόνο τον Θεόφιλο βλέπαμε το τελευταίο διάστημα. Ίσως είναι στο σπίτι της οικογένειας στη Θεσσαλονίκη», είπαν.
Τα πρώτα ευρήματα και η αποκάλυψη της φρίκης
Πράγματι, ο 24χρονος φοιτητής ήταν εκεί, στην οδό Φιλελλήνων 24, στην περιοχή της Ανάληψης. Οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα στο διαμέρισμα, αλλά δεν βρήκαν κάτι ύποπτο. Όμως, στο Audi του πατέρα του, με το οποίο κυκλοφορούσε, βρήκαν δύο μαχαίρια, δύο ψαλίδια, ένα σιδεροπρίονο και δέκα μεγάλες σακούλες σκουπιδιών. Τι τα ήθελε όλα αυτά άραγε; Τον προσήγαγαν στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης για εξηγήσεις. Και εκεί, χωρίς πίεση, ο Θεόφιλος ξετύλιξε όλο το σενάριο φρίκης που είχε προκαλέσει. Ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει όλη την οικογένειά του, τον θείο και τη γιαγιά του. Είχε γίνει πρωταγωνιστής ενός πρωτοφανούς εγκλήματος, του «εγκλήματος του αιώνα», όπως χαρακτηρίστηκε.

Ο νεαρός υποστήριξε ότι από την πρώτη στιγμή που πήγε στο πατρικό του στη Θάσο όλοι ήταν εχθρικοί απέναντί του: «Ήθελαν να κουρευτώ, να ξυριστώ και να σταματήσω τη ζωγραφική και τη μουσική. Όμως εγώ καταλάβαινα ότι όλα αυτά ήταν προφάσεις για να με βγάλουν απ’ τη μέση. Απειλούσαν τη ζωή μου και είχαν συνωμοτήσει σε βάρος μου. Καβγαδίζαμε γιατί είχαν βγάλει από το δωμάτιο τα έργα ζωγραφικής μου, ακόμη και τις διατριβές μου στη Φυσική». Στη συνέχεια περιέγραψε με λεπτομέρειες που ανατρίχιασαν ακόμη και τους αστυνομικούς τα φρικτά του εγκλήματα και τους οδήγησε στο σημείο όπου είχε σκοτώσει τον θείο του, Βασίλη. Ήταν το μοναδικό πτώμα που βρέθηκε. Ήταν αποκεφαλισμένο, ενώ έλειπαν τα χέρια και τα πόδια.
«Είχε έρθει από το Βέλγιο για να συνεννοηθούν με τον πατέρα μου και να με κλείσουν σε ίδρυμα», είπε ο Θεόφιλος. Κι έτσι μετέτρεψε το «οικογενειακό συμβούλιο» σε δικαστήριο και τον εαυτό του σε εισαγγελέα… «Στις 19 Μαΐου ο θείος μου πρότεινε να πάμε μια βόλτα στο Αρχαίο Θέατρο της Θάσου. Επειδή κατάλαβα ότι με πήγε εκεί για να με σκοτώσει, είχα πάρει μαζί μου το ψαλίδι για να αμυνθώ. Είχαμε μια λογομαχία και προσπάθησε να με χτυπήσει με μια πέτρα. Και τότε τον έσπρωξα και έπεσε στον γκρεμό. Κατέβηκα και τον είδα να ψυχορραγεί», αφηγήθηκε ήρεμος. Και περιέγραψε πώς τον αποτελείωσε, χτυπώντας τον με το ψαλίδι στον λαιμό, και πώς έκρυψε το πτώμα του μέσα σε μια συστάδα θάμνων.
Συνεχίζοντας την προανακριτική του απολογία, ο 24χρονος φοιτητής είπε ότι επειδή ήταν σίγουρος ότι τον περίμεναν στο σπίτι για να τον σκοτώσουν, αγόρασε ένα κυνηγετικό όπλο, δύο κουτιά μονόβολα φυσίγγια και ένα πριόνι. Πήγε στο οικογενειακό κτήμα στην Αγία Μαρίνα και εκεί, μέσα στην καλύβα με τα εργαλεία, έκοψε την κάννη και το κοντάκι.
Το απόγευμα τσακώθηκε με τον πατέρα του. Ο 55χρονος εκπαιδευτικός έκανε πίσω και ο Θεόφιλος σκέφτηκε ότι πήγε να πάρει κάποιο φονικό εργαλείο για να του επιτεθεί, όπως είπε. Και τότε τον πυροβόλησε με το όπλο και τον έσυρε νεκρό στο μπάνιο.
Την ώρα εκείνη επέστρεφαν στο σπίτι η 46χρονη μητέρα του, Μαρία, με την αδελφή του, Έμμυ, η οποία πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της. «Η μάνα μου κρατούσε μαχαίρι και πήγε να με χτυπήσει. Όμως πρόλαβα και τράβηξα το δικό μου απ’ την τσέπη και της έκοψα τον λαιμό», συνέχισε να περιγράφει ψύχραιμος. «Η αδελφή μου άκουσε τη φασαρία και μου όρμησε κι αυτή να με χτυπήσει στο κεφάλι με ένα σταχτοδοχείο. Την πυροβόλησα δύο φορές και, επειδή δεν είχε πεθάνει, της έκοψα την καρωτίδα για να μην τυραννιέται».
Κοιμήθηκε με τη νεκρή οικογένειά του
Ο Θεόφιλος κοιμήθηκε το βράδυ στο σπίτι με τη νεκρή οικογένεια του. Το πρωί, λίγο πριν από τις 8, η 75χρονη γιαγιά του, Ερμιόνη, πήγε στο σπίτι για να τους επισκεφτεί και αντίκρισε το αποτρόπαιο θέαμα. «Άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τι να έκανα; Τη σκότωσα», είπε ατάραχος. Έσυρε τα τέσσερα πτώματα στο μπάνιο, όπου τα τεμάχισε και τοποθέτησε τα κομμάτια σε 36 μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, που αγόρασε από δύο διαφορετικά σουπερμάρκετ, στον Λιμένα και στη Σκάλα Πρίνου, για να μην κινήσει υποψίες. Από τα κρανία του πατέρα, της αδελφής και της γιαγιάς του έβγαλε τους εγκεφάλους και τους έβαλε σε ένα πιάτο στην κατάψυξη, με σκοπό «να τους μελετήσει και να τους φάει, για να τους τιμωρήσει και να ικανοποιήσει την περιέργειά του», όπως είπε στους αστυνομικούς.

Κάνοντας δύο δρομολόγια με το αυτοκίνητο, πήρε το τελευταίο φεριμπότ και μετέφερε τις σακούλες με τα τεμαχισμένα μέλη στη χωματερή της Νέας Καρβάλης, αφού ο σκουπιδότοπος στο Σχολάρι Θεσσαλονίκης, όπου πήγε στην αρχή, ήταν περιφραγμένος και είχε φύλακα στην είσοδο. Την επόμενη μέρα τεμάχισε και το πτώμα του πρώτου θύματός του, του θείου Βασίλη, που είχε αρχίσει να αποσυντίθεται, και σκόρπισε τα κομμάτια στους γύρω θάμνους. Αργότερα πέταξε στη χωματερή τα ματωμένα του ρούχα, τα χαλιά και τα πατάκια του σπιτιού. Ισχυρίστηκε ότι σκόπευε να πάει… διακοπές και να δηλώσει την εξαφάνισή τους όταν θα επέστρεφε, αλλά δεν πρόλαβε. Η θεία του οδήγησε τους αστυνομικούς στο σπίτι-σφαγείο του Λιμένα Θάσου και στην αποκάλυψη του πρωτοφανούς εγκλήματος, στις 8 Αυγούστου 1996. «Ό,τι έκανα, το έκανα ευρισκόμενος εν αμύνη και γι’ αυτό δεν μετανιώνω», κατέληξε στην προανακριτική του απολογία.
Η αναπαράσταση
Την επόμενη μέρα ο Θεόφιλος οδηγήθηκε με σκάφος του Λιμενικού από την Καβάλα στη Θάσο για την αναπαράσταση. Πλήθος τον περίμενε στην προβλήτα, οι περισσότεροι από περιέργεια και κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους οι συγγενείς των θυμάτων του, για να τον αποδοκιμάσουν. Πρώτα τον πήγαν στο σημείο όπου είχε σκοτώσει τον θείο του.

Δημοσιογράφοι, τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ συνωστίστηκαν στην περιοχή και μετέτρεψαν τη διαδικασία σε ριάλιτι σόου. Όταν κάποιος μέσα από το «μπουλούκι» τον ρώτησε πώς μπόρεσε να ξεκληρίσει την οικογένειά του, ο Θεόφιλος απάντησε χωρίς να σκεφτεί στιγμή: «Εσύ είσαι δημοσιογράφος, όχι αστυνομικός. Απαντώ μόνο σε αστυνομικούς. Σταματήστε, δεν μπορώ να κάνω σωστή αναπαράσταση όσο εσείς τραβάτε φωτογραφίες».
Στο κρατητήριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Kαβάλας ζήτησε από τους αστυνομικούς να ακούει κλασική μουσική. «Δεν θέλω πολλά πράγματα. Αν ακούω Μπαχ ή Μότσαρτ και μπορώ να διαβάζω, είμαι εντάξει. Τώρα είμαι στα χέρια σας και δεν κινδυνεύω από κανέναν. Ποιος μπορεί να με πλησιάσει; Εάν δεν με ανακαλύπτατε, θα παραδινόμουν μόνος μου τον άλλο μήνα, που θα άνοιγαν τα σχολεία», είπε. Στα δικαστήρια της Καβάλας εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο. «Μπορώ να υπερασπιστώ μόνος μου τον εαυτό μου», είπε στον ανακριτή προτού αρχίσει την απολογία του. «Αν δεν τους σκότωνα εγώ, θα με σκότωναν εκείνοι», επανέλαβε.
Είχε συλληφθεί ξανά με όπλα
Ο 24χρονος φοιτητής είχε πέσει στα χέρια της Aστυνομίας και λίγες μέρες προτού αποκαλυφθούν τα ανατριχιαστικά εγκλήματά του, στις 21 Ιουλίου, όταν, έπειτα από έρευνα, βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του δύο κυνηγετικά όπλα. Μετά το μακελειό στον Λιμένα, είχε αγοράσει άλλο ένα από την Κομοτηνή. Είχε, επίσης, μαζί του πολλά φυσίγγια και δύο μαχαίρια.
Ωστόσο, αφέθηκε ελεύθερος, αφού εξαγόρασε την ποινή φυλάκισης 10 μηνών που του επέβαλε το Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο, πληρώνοντας 700.000 δραχμές. Ήταν ψύχραιμος στο δικαστήριο, τίποτα δεν πρόδιδε ότι είχε ξεκληρίσει την οικογένειά του. Τότε ζητήθηκε έρευνα στο σπίτι του από τις δικαστικές αρχές, αλλά η απάντηση ήταν ότι «δεν υπήρχε διαθέσιμος δικαστικός».
Η πρωτοφανής μαζική δολοφονία πάγωσε όλη την Ελλάδα. Ειδικοί και μη προσπαθούσαν να μπουν στο μυαλό του νεαρού φοιτητή. Στην κλειστή κοινωνία της Θάσου, πολλοί απέδωσαν το έγκλημα στον ακόμη πιο κλειστό χαρακτήρα του πατέρα, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρύψει τη σχιζοφρένεια της κόρης του μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και να φορτώσει στον μικρότερο γιο του, τον Θεόφιλο, την ευθύνη της διατήρησης του σοβαρού κοινωνικού προφίλ της οικογένειας – και δεν το άντεξε η ψυχή του.
Ο καθηγητής Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης, αναλύοντας εκείνη την εποχή την υπόθεση, είχε δηλώσει: «Στην περίπτωση αυτή σίγουρα συναντάμε ψυχοπάθεια. Η κοινωνιοπάθεια, όμως, μιας κλειστής οικογένειας, που ούτε καν τον ψυχοπαθή δεν διακρίνει, πότε θα μας απασχολήσει;».

Το πόρισμα και η παραπομπή σε δίκη
Το Μάιο του 1997 οι γιατροί γνωμάτευσαν ότι ο Θεόφιλος δεν ήταν σχιζοφρενής. Αν και επηρεαζόταν από ψυχολογικά προβλήματα, είχε τη δυνατότητα καταλογισμού. Το πόρισμα των δύο ψυχιάτρων της Θεσσαλονίκης έλυνε τα χέρια των δικαστικών αρχών, που μπορούσαν πλέον χωρίς νομικά κωλύματα να τον παραπέμψουν σε δίκη. Ο εισαγγελέας μελέτησε τη δικογραφία και συνέταξε πρόταση προς το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το οποίο εξέδωσε το παραπεμπτικό βούλευμα.
Η δίκη του Θεόφιλου έγινε δύο μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου 1997, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Δράμας και ολοκληρώθηκε αυθημερόν. Συνήγορο υπεράσπισης δεν είχε κι έτσι ορίστηκε από τον κατάλογο του τοπικού δικηγορικού συλλόγου. Πρώτοι κατέθεσαν τρεις αστυνομικοί που είχαν πάρει μέρος στις έρευνες. «Τον υποπτευθήκαμε αρχικά από την ακαταστασία και κάποιες κηλίδες αίματος στο σπίτι στη Θάσο», είπαν. «Ο ίδιος δεν ήταν εκεί και απ’ ό,τι μάθαμε είχε εισπράξει τα ενοίκια από τα καταστήματα του πατέρα του και είχε φύγει για τη Θεσσαλονίκη, όπου συνελήφθη από συναδέλφους. Στην προανάκριση προσπάθησε να μας παραπλανήσει. Αναγκάστηκε να μιλήσει όταν βρήκαμε τα μαχαίρια».
Ακολούθησε η κατάθεση της θείας του, που αποκάλυψε το πρωτοφανές έγκλημα. «Ο Θεόφιλος ήταν καλό παιδί, αλλά, όπως έμαθα, έμπλεξε με παραθρησκευτικές οργανώσεις», είπε. «Τον υποπτεύθηκα όταν τον συνάντησα στη Φλώρινα και μου είπε ότι ο άντρας μου είχε φύγει για την Ιταλία και η οικογένειά του για τη Γερμανία, για λόγους υγείας».
Συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι περιέγραψαν τον Θεόφιλο Σεχίδη είτε ως «καλό παιδί που άλλαξε και έγινε παράξενος», είτε ως «άριστο φοιτητή, που όμως μισούσε τον πατέρα του», είτε ως «ευφυή νέο, που άρχισε να τρελαίνεται, όπως και η αδελφή του».
Οι καταθέσεις των ψυχιάτρων
Ανάμεσα στους 18 μάρτυρες που είχαν κληθεί να καταθέσουν ήταν και οι καθηγητές Ψυχιατρικής οι οποίοι είχαν συντάξει την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη για τον κατηγορούμενο. Ο Γιώργος Καπρίνης είπε μεταξύ άλλων: «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πάσχει από σχιζότυπη διαταραχή, αλλά δεν είναι σχιζοφρενής. Θα μπορούσε να αναπτύξει σχιζοφρένεια, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η αδελφή του ήταν σχιζοφρενής. Ο ίδιος είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δεν χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μας είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι’ αυτό ήθελε να εξοντώσει την οικογένειά του».
Ο συνάδελφός του, Χρήστος Σκαρόπουλος, στη δική του κατάθεση τόνισε ότι «η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος μεγάλωσε σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες». Κατά τη διάρκεια της δίκης παρουσιάστηκε μια γνωμάτευση του ειδικού νευροακτινολόγου Χρήστου Παπαγιάννη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου του Θεόφιλου, που είχε γίνει τέσσερα χρόνια πριν από τα εγκλήματά του, και έδειχνε εγκεφαλικές ανωμαλίες.
«Δεν μετανιώνω για τίποτε», επαναλάμβανε κάθε τόσο ο Θεόφιλος στην τρίωρη απολογία του, περιγράφοντας, με λογική και ειρμό, πώς σκότωσε τους πέντε συγγενείς του και στη συνέχεια τεμάχισε τα πτώματά τους. «Τους σκότωσα γιατί δεν μου αποκάλυπταν ποια ήταν η πραγματική μου μητέρα», είπε. «Ήμουν 20 ετών, όταν άκουσα τον πατέρα μου να λέει ότι είμαι από άλλη μάνα. Δεν ήθελαν να μάθω, για να μην καταστραφεί η οικογένεια, έτσι μου έλεγαν». Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας της έδρας, Ζαχαρίας Μουράτης, τόνισε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αρμόζει η θανατική ποινή. Η υπεράσπιση από την πλευρά της δήλωσε ανήμπορη να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, αφενός γιατί ο ίδιος δεν βοηθούσε και αφετέρου γιατί δεν είχαν τον χρόνο να ψάξουν το θέμα της ψυχικής του υγείας.
Έπειτα από ακροαματική διαδικασία μόλις έντεκα ωρών, πράγμα πρωτοφανές ίσως για τόσο σοβαρή δίκη, ο Θεόφιλος καταδικάστηκε πέντε φορές σε ισόβια για τις ανθρωποκτονίες και επιπλέον κάθειρξη 7,5 ετών κατά συγχώνευση για περιύβριση νεκρού κατά συρροή, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Το δικαστήριο επιδίκασε και αποζημίωση ύψους 50 εκατομμυρίων δραχμών στους πολιτικώς ενάγοντες, δηλαδή τη θεία του και τον γιο της.
Παραίτηση από το Εφετείο
Τον Ιούνιο του 1998 ο Θεόφιλος Σεχίδης παρουσιάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, στην Κομοτηνή, όπου είχε οριστεί η δίκη του σε δεύτερο βαθμό. Ζήτησε τον λόγο πριν από την έναρξη της διαδικασίας και είπε μεταξύ άλλων: «Δεν έχω κάτι καινούργιο να παρουσιάσω στο δικαστήριο. Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα, τι ρόλο μπορεί να παίξει ο πρότερος έντιμος βίος; Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή μου, αλλά μια ζωή στη φυλακή θα είμαι πάλι. Δεν θέλω να ταλαιπωρήσω άλλο το δικαστήριο». Η παραίτησή του από την έφεση έγινε δεκτή. Το δικαστήριο επικύρωσε και τυπικά την πρωτόδικη ποινή του και διέταξε την επαναφορά του στις φυλακές Κορυδαλλού.
Ο απόστρατος αστυνομικός Παράσχος Ανδρούτσος, ο οποίος συμμετείχε στις έρευνες για τα εγκλήματα του Θ. Σεχίδη, θα γράψει πολλά χρόνια αργότερα στην τοπική εφημερίδα της Κομοτηνής «Χρόνος»: «Στην έρευνα που κάναμε τότε στο σπίτι που νοίκιαζε, στην Κομοτηνή, βρήκαμε μέσα στην ντουλάπα τις φωτογραφίες των θυμάτων του, κρεμασμένες με γάντζο από το λαιμό. Οι παλιοί Κομοτηναίοι θα τον θυμούνται να περπατάει από την παλιά Νομική μέχρι απέναντι από το Ξενία όπου έμενε, με εκείνο το αγέρωχο βάδισμα και το σοκαριστικό βλέμμα. Μελετούσε ξένο Τύπο, άκουγε ιδιόρρυθμη μουσική και ζούσε απολύτως μόνος του, χωρίς να δίνει το δικαίωμα σε κανέναν να τον πλησιάσει. Σύχναζε στην πλατεία του καφενείου του Εξακοΐδη. Στις φυλακές Κομοτηνής ήταν μόνος του στο κελί, για λόγους ασφαλείας και επικινδυνότητας».
Ο Θ. Σεχίδης εισέπραττε ενοίκια από 2-3 διαμερίσματα που είχε κληρονομήσει, έχοντας ορίσει δικηγόρο για την είσπραξή τους. Στη φυλακή τoν επισκεπτόταν μόνο μια μακρινή θεία του από το σόι της μητέρας του. Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 βρέθηκε νεκρός στα λουτρά του ψυχιατρείου των φυλακών από ανακοπή καρδιάς, στα 47 του χρόνια. Είχε φτάσει τα 140 κιλά, αφού έτρωγε συνεχώς, κάπνιζε πολύ και προαυλιζόταν ελάχιστα…
Η υπόθεση Σεχίδη σηματοδοτεί ίσως την πιο στυγερή αλληλουχία ανθρωποκτονιών στην Ελλάδα, δεδομένων των χαρακτηριστικών του δράστη και της στενής συγγένειάς του με τα θύματα, του ιδιαίτερα σκληρού τρόπου διάπραξης των εγκλημάτων, της προσπάθειάς του εξαφανίσει τα πτώματα και της αμφισβητούμενης ψυχικής ισορροπίας του. Όλες αυτές οι παράμετροι καθιστούν τις πράξεις του μια sui generis κατηγορία στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.
Πηγή: lifo.gr































