Έντονη κριτική στα κυβερνητικά μέτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης άσκησε ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, χαρακτηρίζοντάς τα «πολύ πίσω από τις ανάγκες της κοινωνίας».
Όπως ανέφερε, μιλώντας στο STAR Κεντρικής Ελλάδας, όταν η περσινή μέση τιμή του πετρελαίου θέρμανσης κυμαινόταν γύρω στο 1,10 ευρώ, η φετινή τιμή εκκίνησης στα 1,75 ευρώ αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 60%. «Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία. Δεν μπορεί να θεωρηθεί πολιτική που αντιμετωπίζει το μείζον πρόβλημα της ενεργειακής κρίσης», σημείωσε.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υπογράμμισε την πρόταση της Νέας Αριστεράς για αναστολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα για όσο διαρκεί η κρίση. Όπως είπε, περίπου το 50% της λιανικής τιμής των καυσίμων αφορά φόρους, αν συνυπολογιστούν ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ, ενώ παράλληλα απέρριψε τον ισχυρισμό ότι απαιτείται ειδική άδεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση μπορεί να αλλάξει το μείγμα της φορολογικής πολιτικής και να επιλέξει διαφορετική κατανομή των βαρών.
Ο επικεφαλής της Νέας Αριστεράς στη συνέχεια υποστήριξε ότι «ο κ. Μητσοτάκης στην ουσία κρύβεται πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και πετάει το μπαλάκι σε αυτήν», ανέφερε.
«Μπορεί να αυξήσει τη φορολογία στα μερίσματα από το 5%, που είναι σήμερα, προς τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αυτό και μόνο το μέτρο θα μπορούσε να συγκεντρώσει σημαντικά πρόσθετα έσοδα και να κάνει την απαραίτητη μείωση στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης», σημείωσε. Όπως τόνισε, «είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής ποιοι πληρώνουν και ποιοι επωφελούνται».
«Αν η ελληνική κυβέρνηση πάρει την απόφαση να σταματήσει να αντιμετωπίζει την ακρίβεια ως δημοσιονομική ευκαιρία, να αυγατίζει δηλαδή τα έσοδά της, και προσπαθήσει να αποσυμπιέσει την πίεση στα νοικοκυριά και στους επαγγελματίες, τότε μπορούν να πάρουν πραγματική ανάσα», τόνισε.
Αναφερόμενος συνολικά στις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ, ο επικεφαλής της Νέας Αριστεράς είπε, πως τα κυβερνητικά μέτρα επιχειρούν να «μπαλώσουν» επιμέρους προβλήματα, χωρίς να δίνουν ουσιαστική απάντηση στην κρίση του κόστους ζωής. Έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στεγαστική κρίση, υπογραμμίζοντας ότι όλο και περισσότερα νοικοκυριά παραμένουν σε καθεστώς ενοικίασης, ενώ οι τιμές αυξάνονται με διψήφια ποσοστά κάθε χρόνο.
Ερωτηθείς για τη δημοσκοπική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει καταφέρει να συγκροτήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική συμμαχία, αξιοποιώντας και ευρωπαϊκούς πόρους, ενώ ταυτόχρονα ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας βιώνει τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης.
Παράλληλα, αναγνώρισε ευθύνη και στην αντιπολίτευση: «Είναι πρόβλημα και της προοδευτικής αντιπολίτευσης, που δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα μια πειστική ανταγωνιστική απάντηση απέναντι στην κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας», σημείωσε.
Για τις συνεργασίες στην Αριστερά, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης επανέλαβε ότι χρειάζονται κοινή δράση, διάλογος και ενδεχομένως κοινή πολιτική έκφραση στις εκλογές. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς προγραμματική συμφωνία και χωρίς να συζητηθούν τα ζητήματα αξιοπιστίας που έχουν τραυματίσει τον χώρο. «Αν πηγαίναμε να τα βρούμε με τον ΣΥΡΙΖΑ σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ο κόσμος θα έλεγε ότι απλώς καθόμαστε να συζητήσουμε για να σώσουμε τις καρέκλες μας», ανέφερε. Όπως τόνισε, απαιτείται συζήτηση τόσο στο πολιτικό όσο και στο ηθικό επίπεδο.
Ερωτηθείς εάν θεωρεί αξιόπιστη τη νέα πολιτική πρόταση του Αλέξη Τσίπρα και της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης απάντησε αρνητικά. «Όχι, δεν είναι», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιλέξει συνειδητά μια πολιτική επανατοποθέτηση «πολύ πιο μακριά από την Αριστερά».
«Μου έκανε εντύπωση η πλήρης αποδοχή του δημοσιονομικού χώρου της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή στην πραγματικότητα η αποδοχή του δημοσιονομικού της μείγματος», σημείωσε.
Για την πρόταση φορολόγησης του 1% του πλούτου, αναγνώρισε ότι κινείται σε σωστή κατεύθυνση, εξέφρασε όμως αμφιβολίες για το αν υπάρχει η πολιτική βούληση να γίνουν οι συγκρούσεις που απαιτούνται για να εφαρμοστεί. «Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι αυτά δεν θα μείνουν μόνο διακηρύξεις και ότι θα γίνουν πράξη», κατέληξε.































