Μιλώντας για ένα αναπτυξιακό νομοσχέδιο, πρωτίστως θα έπρεπε να συζητάμε για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό προτείνεται και φιλοδοξεί να λειτουργήσει. Περιβάλλον εσωτερικό αλλά και εξωτερικό. Πώς διάκεινται οι αγορές και οι επενδυτές απέναντι στην ελληνική οικονομία, πόση αξιοπιστία για οικονομική σταθερότητα μπορούμε να παρουσιάσουμε, αλλά και ποιες δυνατότητες υπάρχουν σε εσωτερικό επίπεδο μετά από χρόνια λιτότητας, δημοσιονομικής προσαρμογής αυστηρής, οικονομικής πολιτικής με συγκεκριμένο προσανατολισμό.
Κυρίως για αυτά τα θέματα ήταν που θα έπρεπε να περιμένουμε τις θέσεις και τις αντιπροτάσεις, επισημάνσεις, βελτιώσεις ή κριτική από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Αντί αυτών, παρακολουθήσαμε πάλι μία συνολική επίθεση κατά της κυβέρνησης και της πολιτικής της, κατά των επιλογών της και του προσανατολισμού που θέλει να δώσει στην οικονομία συνολικά. Αναμενόμενο κατά τη γνώμη μου. Αφ’ ενός διότι απέναντι στο συγκεκριμένο σχέδιο της κυβέρνησης θα έπρεπε να παρουσιασθεί ένα εξίσου συγκροτημένο σχέδιο αντιπρότασης. Με μια άλλη φιλοσοφία. Όχι την κυβερνητική φιλοσοφία για μία αναπτυξιακή ανασυγκρότηση που διανέμει τα πολλά στους πολλούς, βοηθώντας τις μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις, τις συμπράξεις, τους συνεταιρισμούς και τις πρωτοβουλίες της κοινωνικής οικονομίας, αλλά τη φιλοσοφία και το μοντέλο των προηγούμενων χρόνων. Που έδινε τα πολλά σε λίγους και συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους, που δεν προωθούσε επιλεγμένους και δυναμικούς κλάδους της οικονομίας, που δεν γεννούσε νέες θέσεις εργασίας, που δεν συνέβαλε στην αύξηση του ΑΕΠ, αλλά μόνο στην αύξηση καταθετικών λογαριασμών των ωφελουμένων. Το 4,2% των επενδυτικών σχεδίων, είχε πάρει το 43,6% των επιχορηγήσεων, ενώ τα μισά επενδυτικά σχέδια αφορούσαν στα Ξενοδοχεία και στην Ενέργεια.
Αφ’ ετέρου, διότι σε μία τέτοια περίπτωση κάτι θα έπρεπε να απαντήσουν και στους εκπροσώπους των φορέων οι οποίοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία, όπως διαπιστώθηκε κατά την ακρόαση τους στη συνεδρίαση της επιτροπής, τοποθετήθηκαν ευνοϊκά και θετικά απέναντι στο αναπτυξιακό νομοσχέδιο.
Τι πρότεινε η αξιωματική αντιπολίτευση; Το συνόψισε σε μια φράση ο κοινοβουλευτικός της εκπρόσωπος. “Δώστε πλήρη φοροαπαλλαγή για να έχουμε επενδύσεις, για να έρθουν επενδυτές”. Ποια είναι η φιλοσοφία αυτής της πρότασης; Να ευνοηθούν πάλι οι μεγάλοι κερδοφόροι επιχειρηματικοί όμιλοι, αφού οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έχουν ανύπαρκτη ή συμπιεσμένη κερδοφορία. Να ευνοηθούν οι λίγοι και μεγάλοι σε βάρος των μικρότερων που έχουν την πραγματική ανάγκη ενίσχυσης. Και, φυσικά, λιγότερα φορολογικά έσοδα, άρα αντίστοιχη περικοπή κοινωνικών δαπανών, θέσεων απασχόλησης στο δημόσιο και δημοσίων επενδύσεων.
Βέβαια, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν παρέλειψε κλείνοντας την ομιλία του να διαφημίσει και τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, επαναλαμβάνοντας το σύνθημά τους, “παραιτηθείτε”. Για να σπεύσουν, λίγες ώρες αργότερα, να δηλώσουν το επώνυμο παρών τους σε μια υποτίθεται χωρίς υπογραφή πρόσκληση συγκέντρωσης ανωνύμων.
Τόσο ανώνυμη, όσο επιτρέπει η απόλυτη ταύτιση της συνθηματολογίας αυτής της συγκέντρωσης, με τη ρητορική που έχει υιοθετήσει τελευταία ο νέος αρχηγός της ΝΔ. Τόσο αυθόρμητη, όσο δείχνει η αποκάλυψη εκείνων που έχουν αυτή την πρωτοβουλία της πρόσκλησης, γνωστά στελέχη, πολιτευτές και εκπρόσωποι ετερόκλητων χώρων που συγκροτούν σήμερα το αντιπολιτευτικό μέτωπο. Αλλά και τόσο πολιτική τελικά, όσο δείχνει η αποκήρυξη συμμετοχής σε κόμματα, συνδικάτα, φορείς της κοινωνίας. Το κατάλληλο ζεστό μαξιλάρι για την επώαση του αυγού του φιδιού.
“Διαμαρτύρεται ο κόσμος στις πλατείες για τους φόρους, τον ΦΠΑ και τις περικοπές” είπε η αντιπολίτευση. Οι ίδιοι, της αντιπολίτευσης, για ποιο πράγμα διαμαρτύρονται από τη στιγμή που το καλοκαίρι ψήφισαν το συνολικό πλαίσιο και το ύψος των αυξήσεων ή των περικοπών;
– Για το δωρεάν ρεύμα και νερό σε ευάλωτα νοικοκυριά;
– Για την επιδότηση ενοικίου σε 22.000 άτομα;
– Για την κάρτα αλληλεγγύης σε 150.000 δικαιούχους;
– Για την πρόσβαση 2,5 εκατ. ανασφάλιστων στη δημόσια υγεία;
– Για τον αναπροσανατολισμό των προγραμμάτων απασχόλησης;
– Για την προστασία της πρώτης κατοικίας σε όλες τις κατηγορίες δανείων;
– Για τη σύλληψη της μεγάλης φοροδιαφυγής;
– Για το άνοιγμα της λίστας Λαγκάρντ, Μπόργιανς κ.ά.;
– Για την αύξηση ρεκόρ των τουριστικών ροών;
– Για το καθεστώς νομιμότητας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο;
– Για το νέο πλαίσιο στις δημόσιες συμβάσεις;
– Για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου στα καπνικά;
– Για την αλλαγή από το πελατειακό κράτος σε ένα δημόσιο φιλικό στον πολίτη;
– Μήπως, εν τέλει, για την εξέταση των θαλασσοδανείων που δόθηκαν σε κόμματα και ΜΜΕ στα χρόνια της κρίσης;
Νωρίτερα, η εισηγήτρια της ΝΔ είχε υποστηρίξει “εμείς είχαμε πολλά επενδυτικά σχέδια, ενώ η σημερινή κυβέρνηση έχει να παρουσιάσει μόνο μείωση εξαγωγών, μείωση του τζίρου επιχειρήσεων, λουκέτα και ανεργία”.
Απάντησε ο υπουργός Οικονομίας κ. Σταθάκης. «Λάθος δείκτες χρησιμοποιείτε. Επιλεκτική χρήση δεικτών κάνετε για τις εξαγωγές και την ανεργία». Τις ίδιες ακριβώς επισημάνσεις κάνει και ο ΣΕΒ, όπως αναγράφονται στο Δελτίο του Συνδέσμου του Ιουνίου.
Είναι η επανάληψη του μόνιμου ισχυρισμού για το success story της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, με τα ίδια κόλπα αλλοίωσης της πραγματικότητας.
Το μόνο που δεν επαναλαμβάνουν είναι η αποκαλυπτική ομολογία του κ. Σαμαρά ότι αρνήθηκε να συμφωνήσει στην 5η αξιολόγηση στο τέλος του 2014 διότι έβλεπε ότι ερχόταν ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν ήθελε να προικοδοτήσει τη νέα κυβέρνηση, αυτή της Αριστεράς, με τα 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ του προγράμματος.
Προκαλώντας πιστωτική ασφυξία όχι στη νέα κυβέρνηση, αλλά στη χώρα και την εθνική οικονομία.
Ο νέος αναπτυξιακός νόμος δίνει ένα σαφές στίγμα της κατεύθυνσης που θέλει να κινηθεί η κυβέρνηση, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο επίτευξης του αναπτυξιακού σχεδιασμού της χώρας.
Επιδιώκει τη δημιουργία καινοτομικών, εξωστρεφών, δυναμικών-βιώσιμων επιχειρήσεων, την αύξηση της απασχόλησης, με έμφαση στο εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, στοχεύοντας στη συγκράτηση της φυγής των νέων επιστημόνων. Επιδιώκει επιπλέον την αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, των συνεργασιών, του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων, την επανεκβιομηχάνιση της χώρας. Δίνοντας έμφαση σε τομείς που συμβάλλουν στην τεχνολογική αναβάθμιση της χώρας και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της, σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης ώστε να κατακτήσει έναν καλύτερο ρόλο στον Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας.































