94,5εκ. ευρώ «ρίχνει» το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κάθε χρόνο στο Βόλο

Τεράστια η οικονομική και αναπτυξιακή συμβολή του στην πόλη

Τεράστια είναι η συμβολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στην τοπική οικονομία αλλά την ανάπτυξη της πόλης, καθώς «ρίχνει» στην αγορά 94,5εκ. ευρώ ετησίως. Το τεράστιο αυτό ποσό υπολογίζεται τόσο από τις δαπάνες των χιλιάδων φοιτητών που διαμένουν στο Βόλο, από τους διδάσκοντες που ζουν κι εργάζονται στο τοπικό Ίδρυμα, από τις δαπάνες του ίδιου του Πανεπιστήμιου, αλλά και από τα ποσά που εναποθέτουν στην πόλη επισκέπτες που έρχονται στην πόλη για Συνέδρια του Ιδρύματος.
Την οικονομική και όχι μόνο συμβολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στην πόλη του Βόλου ανέπτυξε στο Αναπτυξιακό Συνέδριο του Επιμελητηρίου Μαγνησίας ο Καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Π.Θ. κ. Μιχάλης Ζουμπουλάκης.
Στην ομιλία του σημείωσε πως » Δυστυχώς οι δημοτικές αρχές και οι τοπικοί παράγοντες εστιάζουν την προσοχή τους στις άμεσες μόνον ωφέλειες από τη φοιτητική δαπάνη. Όντως αυτές είναι σημαντικές. Για το πολεοδομικό συγκρότημα του Βόλου, αν λάβουμε υπόψη ότι από τους 14350 φοιτητές όλων των βαθμίδων, το 75% είναι εγγεγραμμένο στα τμήματα του Βόλου τότε προκύπτει μια μηνιαία δαπάνη περίπου € 5 εκ. για 10000 φοιτητές για μια μέση δαπάνη € 500 έκαστος. Σε ετήσια βάση αυτή η δαπάνη φτάνει τα 55 εκατομμύρια, αν δεχτούμε ότι οι φοιτητές μένουν εδώ 11 μήνες το χρόνο».
Ωστόσο, οι δαπάνες διαβίωσης φοιτητών δεν είναι όλες οι οικονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να συμπεριλάβει κανείς και τις δαπάνες διαβίωσης του προσωπικού, με οποιοδήποτε καθεστώς εργασίας, προσωπικό που ενδεχομένως δεν θα ζούσε εδώ αν δεν υπήρχε το Πανεπιστήμιο. Ο ίδιος αναφέρθηκε στους 440 καθηγητές, στους 270 μονίμους υπαλλήλους, στα 100 περίπου μέλη Εργαστηριακού και Τεχνικού προσωπικού, στους 103 συμβασιούχους διδάσκοντες, και στους 790 συμβασιούχους διοικητικούς στην Επιτροπή Ερευνών, και τους εργαζόμενους στην Εταιρεία αξιοποίησης.
«Αν δεχτούμε και πάλι ότι μόνο το 75% όλων αυτών ζει μόνιμα στο Βόλο, τότε με μια μέση μηνιαία δαπάνη € 1000, το συνολικό ποσό φτάνει ετησίως τα 14 εκατομμύρια. Μαζί με τα προηγούμενα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του και τις δαπάνες λειτουργίας του ΠΘ στην πόλη που συμπεριλαμβάνουν τις δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού, τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων και τις ερευνητικές δαπάνες από τα χιλιάδες ερευνητικά προγράμματα που διαχειρίζεται η Επιτροπή Ερευνών. Αναλυτικά οι δαπάνες υπολογίζονται σε € 5, 7 και 11,6 εκατ. ετησίως», ανέφερε.
Και συμπλήρωσε πως σημαντική δαπάνη αποτελεί και η άνοδος της επισκεψιμότητας της πόλης από τον συνεδριακό τουρισμό. Με μετριοπαθείς εκτιμήσεις, στα δεκάδες συνέδρια, συναντήσεις εργασίας και διαλέξεις, στην Μαγνησία έρχονται 5000 επισκέπτες το χρόνο «αφήνοντας» στην τοπική οικονομία περίπου € 2 εκ.

Χωρίς αμφιβολία, υπογράμμισε ο ίδιος ότι το Πανεπιστήμιο είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης της πόλης και ένας από τους ελάχιστους που αύξησε την απασχόληση στα εννιά χρόνια της κρίσης.
Βέβαια σημείωσε και τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του τοπικού Ιδρύματος λέγοντας ότι οι αναπτυξιακές επιπτώσεις είναι πολύ σημαντικότερες και αφορούν στον εκσυγχρονισμό της τοπικής οικονομίας με δραστηριότητες αιχμής, στην αλληλεπίδραση με τους τοπικούς παραγωγικούς φορείς (βιομηχανία, εμπόριο, αλλά και αγροτική παραγωγή), στον σχεδιασμό πολιτικών της αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, όταν αυτή θέλει να συνεργαστεί και στην διεθνή προβολή της περιοχής. Επιπλέον αναφέρθηκε και στα βιομηχανικά ¨κουφάρια» που πήραν ζωή εξαιτίας του Π.Θ. όπως η Καπναποθήκη Παπαστράτου, το Εργοστάσιο Παπαρρήγα, οι Καπναποθήκες Ματσάγγου στο Φυτόκο, το Καπνεργοστάσιο Ματσάγγου, κοκ..
Ο κ. Ζουμπουλάκης έκλεισε την τοποθέτησή του επισημαίνοντας χαρακτηριστικά «Θα αναγνωρίσουν επιτέλους οι διοικούντες την πόλη το Πανεπιστήμιο ως ένα από τους βασικότερους μοχλούς ανάπτυξης; Θα στηρίξουν με συνέπεια τις δράσεις που απαιτούνται για αυτόν τον σκοπό;»